Η παγκόσμια βιομηχανία της μόδας - και όχι μόνο- έμεινε έκπληκτη με τους δασμούς του Ντόναλντ Τραμπ, τους υψηλότερους που έχουν επιβληθεί σε διάστημα σχεδόν ενός αιώνα. Ορισμένοι από τους πιο αυστηρούς επηρεάζουν δραστικά τους μεγαλύτερους οίκους μόδας και κατασκευαστές ρούχων στον κόσμο.
Προϊόντα από το Βιετνάμ, τον δεύτερο μεγαλύτερο εξαγωγέα στις ΗΠΑ μετά το Βιετνάμ πλέον υπόκεινται σε δασμούς 46%, η Καμπότζη σε 49% και το Μπανγκλαντές σε 37%. Η Κίνα υπόκειται σε επιπλέον νέους δασμούς ύψους 34%, συνολικά δηλαδή φτάνει το 54% και η Ευρωπαϊκή Ένωση, στο 20%. Η αμερικανική Ένωση της Βιομηχανίας Μόδας δήλωσε βαθιά απογοητευμένη από την επιβολή των δασμών. «Η κίνηση αυτή θα επηρεάσει σημαντικά τις αμερικανικές εταιρείες μόδας και το λιανεμπόριο».
Πτώση στις μετοχές για Nike, Rald Lauren κλπ
Οι μετοχές της μόδας σημείωσαν σημαντική πτώση, με τις μετοχές της Lululemon να πέφτουν πάνω από 10%, της Nike και Ralph Lauren να υποχωρούν κατά 7% και των Tapestry, Capri και PVH Corp. περίπου 5%.
Οι ΗΠΑ, σύμφωνα με το Business of Fashion, είναι ένας από τους μεγαλύτερους καταναλωτές σε ένδυση και υπόδηση, καθιστώντας την μια ζωτικής σημασίας αγορά τόσο για αμερικανικές όσο και για διεθνείς εταιρείες. Σχεδόν κάθε είδος μόδας που πωλείται στη χώρα θα υπόκειται σε πρόσθετους δασμούς, καθώς οι ΗΠΑ εισάγουν περισσότερο από το 98% των ενδυμάτων τους και περίπου το 99% των παπουτσιών.
Μετά τις ανακοινώσεις Τραμπ πολλές εταιρείες πέρασαν στην αντεπίθεση. Ο κολοσσός της Walmart ανακοίνωσε ήδη την πρόθεσή της να διαπραγματευτεί κατά μόνας με τους προμηθευτές και να ζητήσει μείωση του κόστους , αναλαμβάνοντας μεγάλο μέρος του οικονομικού βάρους. Τα εργοστάσια τείνουν να λειτουργούν ήδη με μικρά περιθώρια και οι απαιτήσεις για περικοπές τιμών θα τα συμπιέσουν ακόμη περισσότερο. Τα αποτελέσματα θα μπορούσαν να συμπαρασύρουν την αλυσίδα στους κατασκευαστές κλωστοϋφαντουργίας και στους αγρότες, καθώς όλοι αναζητούν χαμηλότερες τιμές για να εξοικονομήσουν κόστος.
Οι επιπτώσεις στους καταναλωτές
Πολλές εταιρείες ρούχων και έμποροι λιανικής, παράλληλα, θα χρειαστεί να επιλέξουν ανάμεσα στο να απορροφήσουν το το κόστος προκειμένου να συγκρατήσουν τις τιμές ή εναλλακτικά να μετακυλήσουν το βάρος στους καταναλωτές με αυξήσεις τιμών, την ώρα που πολλοί είναι ήδη κουρασμένοι από τον πληθωρισμό και προσέχουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό τους.
Πριν την ανακοίνωση των νέων δασμών, η αβεβαιότητα σχετικά με το τι θα συνεπαγόταν το σχέδιο Τραμπ είχε ήδη επιβαρύνει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών των ΗΠΑ, η οποία έπεσε τον Μάρτιο στο χαμηλότερο επίπεδό της από την εποχή της πανδημίας. «Περισσότεροι δασμοί σημαίνουν περισσότερο άγχος, αγωνία και αβεβαιότητα για τους αμερικανικούς καταναλωτές και τις επιχειρήσεις» είπε ο David French, αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Καταναλωτών.
Αν και οι δασμοί επηρεάζουν άμεσα μία ευρεία ποικιλία της βιομηχανίας μόδας, ορισμένοι τομείς ενδέχεται να είναι αρκετά επιρρεπείς προς στιγμήν. Οι πολυτελείς οίκοι μόδας, για παράδειγμα, έχουν δει τις ΗΠΑ ως την πιο ανθεκτική αγορά σε μια παγκόσμια επιβράδυνση. Λίγες εταιρείες κατασκευάζουν τα προϊόντα τους εντός των συνόρων των ΗΠΑ, που σημαίνει ότι θα επιβαρυνθούν τώρα με νέο κόστος, αφού έχουν ήδη ξοδέψει μεγάλο μέρος των τελευταίων ετών αυξάνοντας τις τιμές.
Η LVMH, η οποία άνοιξε το τρίτο της εργοστάσιο στις ΗΠΑ το 2019, είναι ένα από τους λίγους οίκους με αξιοσημείωτο κατασκευαστικό αποτύπωμα στη χώρα. Σύμφωνα με τον αναλυτή της RBC Capital Markets, Piral Dadhania, οι εγκαταστάσεις αυτές αντιπροσωπεύουν περίπου το 50% του όγκου των προϊόντων της στις ΗΠΑ. Πριν από την ανακοίνωση των δασμών, η Dadhania είχε εκτιμήσει τον αντίκτυπο στα καθαρά έσοδα για μια σειρά οίκων πολυτελείας, υπολογίζοντας μία τιμή της τάξης του 20%.
Η εκτίμηση αυτή ωστόσο, δεν έλαβε υπόψη την πιθανότητα ακόμη υψηλότερων αριθμών, όπως το ποσοστό 31% για την Ελβετία. Παράλληλα, οι εταιρείες αθλητικών προϊόντων είναι επίσης ένας πολύ σημαντικός τομέας. Πολλές εταιρείες αθλητικών έχουν μετακομίσει από την Κϊνα σε χώρες όπως το Βιετνάμ και η Καμπότζη, και βρέθηκαν για άλλη μια φορά αντιμέτωποι με μια απότομη αύξηση του κόστους.
Η Nike, για παράδειγμα, κατασκεύασε το 50% των υποδημάτων της στο Βιετνάμ το 2024, ενώ η On (η ελβετική εταιρεία) έκανε το 90% των παπουτσιών της εκεί. Ωστόσο, ένα είναι σίγουρο: όλες οι εταιρείες ρούχων και οι οίκοι μόδας θα αισθανθούν τις συνέπειες των δασμών Τραμπ με τη μία ή την άλλη μορφή. Ακόμη και εκείνες οι εταιρείες που παράγουν τα τελικά προϊόντα τους στις ΗΠΑ προμηθεύονται πολλές από τις πρώτες ύλες τους από το εξωτερικό. Η βιομηχανία θα πρέπει να αντιμετωπίσει μια νέα σειρά προκλήσεων τους επόμενους μήνες, καταλήγει το Business of Fashion.





























