«Μαμά, το ‘στρωσε στο σαλόνι» - μ’ αυτή την φράση ανάμνηση από τους μνημονιακούς χειμώνες όπου το να θερμάνεις το σπίτι σου έμοιαζε με άθλο, ξεκινάει σήμερα τη συζήτησή μας ο 43χρονος Παναγιώτης. «Μοιάζει σαν η ζωή να έχει παγιδευτεί σε έναν φαύλο κρίσεων, μονάχα τα ονόματά τους αλλάζουν. Τώρα λέγεται κρίση ακρίβειας κι ενεργειακή, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Αγκομαχάμε για να βγάλουμε τον μήνα και κοιτάζουμε τον χειμώνα να πλησιάζει με τρόμο. Και δεν φαίνεται πουθενά μια χαραμάδα προς μια καλύτερη ζωή».
Στη δημόσια συζήτηση η θέρμανση μπαίνει με όρους οικονομικούς – τόση η τιμή του λίτρου, τόση η επιδότηση. Σπανίως μιλάμε για το τι σημαίνει αυτό που συμβαίνει – τι σημαίνει δηλαδή να επιβιώνεις σε ένα σπίτι ψυγείο ή να μην μπορείς να παρέχεις στους αγαπημένους σου αυτό που οι επιστήμονες ονομάζουν «θερμική άνεση». Ωστόσο, οι επιστήμονες έχουν μελετήσει συστηματικά τι επιπτώσεις έχει ένα παγωμένο και υγρό οικιακό περιβάλλον όχι μονάχα στην υγεία, αλλά και στην ψυχική ισορροπία και την κοινωνική συνοχή.
Το πόσο σοβαρό είναι το πρόβλημα δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς πολύ για να το διαπιστώσει – αρκεί μια ερώτηση στο περιβάλλον σας. Όταν ακόμα και πολυκατοικίες στα βόρεια προάστια διστάζουν να γεμίσουν τις δεξαμενές τους με πετρέλαιο ή στελέχη μεγάλων επιχειρήσεων με σοβαρούς μισθούς δυσκολεύονται να πληρώσουν για θέρμανση, γίνεται αντιληπτό ότι ο χειμώνας θα είναι πολύ πολύ δύσκολος.
Σπίτια χωρίς ρεύμα, παιδιά που διάβαζαν με φακούς και θάνατοι από μαγκάλια – η οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2010 έβαλε την Ελλάδα στην χρονοκάψουλα και την πέταξε δεκαετίες πίσω στο φτωχικό της παρελθόν. Οι πολιτικές λιτότητας έφεραν μαζί τους και την ενεργειακή φτώχεια. Η Δρ. Φερενίκη Βαταβάλη είναι ερευνήτρια στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ) και μελετά αυτό το πρόβλημα εδώ και μια δεκαετία.
- 23% των πολιτών προβληματίζονται περισσότερο για τα έξοδα στην ενέργεια (ηλεκτρικό ρεύμα, καύσιμα, θέρμανση), έναντι άλλων κατηγοριών εξόδων.
ΠΗΓΗ: Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, 2026
«Μέχρι το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης του 2010 η έννοια και η εμπειρία της ενεργειακής φτώχειας ήταν άγνωστες στην Ελλάδα, όπως και σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Σήμερα, στο πλαίσιο της παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης που ξεκίνησε το 2021 και συνεχίζει με διαφορετικές μορφές και όψεις, το πρόβλημα της ενεργειακής φτώχειας παρουσιάζει νέα όξυνση στην Ελλάδα και όχι μόνο», μας λέει η Βαταβάλη. «Η αδυναμία κάλυψης των αναγκών σε θέρμανση συνδέεται με σημαντικές ανισότητες που έχουν κατεξοχήν ταξικό πρόσημο και, σε συνδυασμό με ζητήματα όπως η «ψαλίδα» στα εισοδήματα και οι τρέχουσες τιμές στα ενοίκια, αυξάνει την κοινωνική πόλωση δημιουργώντας μία εκρηκτική κοινωνική συνθήκη».
- 20,2% των πολιτών καθυστερεί ή αδυνατεί να καλύψει έξοδα θέρμανσης
- 23,2% καθυστερεί ή αδυνατεί να καλύψει την πληρωμή του ρεύματος
- 65,5% δαπάνησε περισσότερα για λογαριασμούς σπιτιού
ΠΗΓΗ: ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ «Εισοδήματα- Δαπάνες νοικοκυριών 2025»
«Παρότι η ενεργειακή φτώχεια έχει πολλές εκφάνσεις (π.χ. μεταφορική φτώχεια, θερινή ενεργειακή φτώχεια), στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκονται σταθερά τα ζητήματα της θέρμανσης. Η θέρμανση αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την ποιότητα ζωής στην κατοικία», αναφέρει η Βαταβάλη τονίζοντας πως «η κατακόρυφη αύξηση στις τιμές της ενέργειας συνδέεται άμεσα με ευρύτερες γεωπολιτικές συγκρούσεις, αλλά και με την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας στην Ευρώπη, το χρηματιστήριο της ενέργειας και γενικότερα την ευρωπαϊκή στρατηγική για την ‘’πράσινη μετάβαση’’».
- 78% αναγκάζεται να ζει σε κρύα σπίτια έχει χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο
- 34% αναφέρει ότι έχει ανεχτεί κρύο για να κρατήσει χαμηλά τα έξοδα του νοικοκυριού.
- 95% τα βγάζει πέρα με δυσκολία με το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα
- 55% είναι γυναίκες
ΠΗΓΗ: JustReDi, ΕΚΚΕ (2025).
«Οι δυσκολίες με τη θέρμανση δεν περιορίζονται στα φτωχά στρώματα. Αλλά και αντίστροφα, τα φτωχά στρώματα δεν αντιμετωπίζουν πάντα προβλήματα για την κάλυψη των αναγκών τους για θέρμανση», μας εξηγεί η Βαταβάλη. «Υπάρχουν νοικοκυριά που, παρότι έχουν μία σταθερότητα στα εισοδήματα και ένα καλό επίπεδο διαβίωσης, μπορεί να κρυώνουν το χειμώνα στο σπίτι τους, να έχουν υγρασία στους τοίχους ή να ζουν σε πολυκατοικίες χωρίς κοινόχρηστο φως και ανελκυστήρα, γιατί πιθανόν η κατοικία τους έχει χαμηλή ενεργειακή απόδοση ή γιατί υπάρχουν προβλήματα στη διαχείριση των υποδομών. Ταυτόχρονα, υπάρχουν νοικοκυριά σε άσχημη οικονομική κατάσταση και μεγάλα χρέη που μπορεί να καλύπτουν τις βασικές ενεργειακές τους ανάγκες, γιατί ενδεχομένως βασίζονται σε πιο φθηνές πρακτικές καθημερινής διαβίωσης ή υποστηρίζονται από το κοινωνικό τους περιβάλλον τους».
Άνθρωποι που μένουν σε νοικοκυριά που αδυνατούν να διατηρήσουν το σπίτι επαρκώς ζεστό
Ποσοστό του συνολικού πληθυσμού που ζει σε κατοικία με στέγη που στάζει, υγρούς τοίχους, δάπεδα ή θεμέλια ή σήψη στα πλαίσια παραθύρων ή στο δάπεδο - έρευνα EU-SILC
«Στην Ελλάδα τα μέτρα που έχουν εφαρμοστεί για την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας μέχρι σήμερα είναι κυρίως επιδοτήσεις στον ηλεκτρισμό, το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο θέρμανσης. Μέτρα που απαλύνουν το πρόβλημα, χωρίς όμως να το λύνουν και κυρίως χωρίς να αποτελούν μία βιώσιμη προοπτική για τα νοικοκυριά», αναφέρει η Βαταβάλη υπογραμμίζοντας πως οι όροι των προγραμμάτων ενεργειακής αναβάθμισης και ανακαίνισης των κατοικιών ουσιαστικά αποκλείουν τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά, τα οποία δεν μπορούν να καλύψουν στο ύψος της ίδιας συμμετοχής ή να ανταποκριθούν στη αυξημένη γραφειοκρατία.
- 36,9% του πληθυσμού ζει σε νοικοκυριά, στην κύρια κατοικία των οποίων, στη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας, δεν υλοποιήθηκε κανένα από τα μέτρο βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσής της, αν και χρειαζόταν.
ΠΗΓΗ: ΕΛΣΤΑΤ, 2025
«Η μεγάλη ρευστότητα στο τοπίο της ενέργειας, στις ενεργειακές πολιτικές και τις προκρινόμενες τεχνολογίες δημιουργούν όχι μόνο σύγχυση, αλλά και νέα προβλήματα», μας λέει η Βαταβάλη. «Ενώ πριν από λίγα χρόνια οι πολιτικές έδιναν έμφαση στη μετάβαση από τους καυστήρες πετρελαίου σε καυστήρες φυσικού αερίου, πλέον προκρίνονται οι αντλίες θερμότητας ως η βέλτιστη περιβαλλοντικά και οικονομικά λύση.
»Για να κατανοήσουμε και κατ’ επέκταση να αντιμετωπίσουμε την ενεργειακή φτώχεια είναι κρίσιμο να δούμε τη μεγάλη εικόνα στις ασκούμενες πολιτικές: τις γεωπολιτικές σχέσεις, τις ευρωπαϊκές πολιτικές για την πράσινη μετάβαση και την ενεργειακή μετάβαση, τις τάσεις στην κτηματαγορά ή τα χαρακτηριστικά αγοράς εργασίας στην Ελλάδα. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι χρειάζεται παρεμβάσεις και πολιτικές που αφορούν πολύ ευρύτερα θέματα, για να απαντήσουμε ουσιαστικά στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά στα σπίτια τους με την ενέργεια».
Ως ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα δημόσιας υγείας αντιμετωπίζει την θερμική ανισότητα ο γενικός ιατρός εργασίας, Δρ,Ευθύμιος Θανασιάς. Για τον γενικό πληθυσμό που μπορεί να ζει σε ένα κρύο κι υγρό σπίτι, αλλά και για τις ευπαθείς ομάδες, που αν κανείς κοιτάξει με μεγαλύτερη προσοχή θα δει ότι αποτελούν ένα πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού. «Οι άνθρωποι βιώνουν τις συνθήκες ανάλογα με την ηλικία τους, το φύλο τους, την κατάσταση της υγείας τους, αν βρίσκονται σε κατάσταση εγκυμοσύνης ή λοχείας. Ωστόσο, γενικά μιλώντας, το κρύο επιδρά στην καρδιά και στο κυκλοφορικό σύστημα. Επηρεάζει άμεσα, με ευθύ και αποδεδειγμένο τρόπο, το αναπνευστικό σύστημα, επιδεινώνοντας την κατάσταση ανθρώπων που πάσχουν από ασθένειες των πνευμόνων και δημιουργώντας τις συνθήκες όπου μπορούν να εμφανιστούν περισσότερες λοιμώξεις του αναπνευστικού. Πολύ συχνά δε οι κατοικίες των ανθρώπων δεν είναι μονάχα κρύες, αλλά και υγρές και κακώς αεριζόμενες κι οι άνθρωποι καίνε για να ζεσταθούν υλικά που δεν θα έπρεπε.
»Όταν κάποιος είναι συνεχώς σε ένα κρύο περιβάλλον, μειώνεται η κινητικότητά του κι η άνεση στην κίνηση - έτσι είναι πιο εύκολο να σκοντάψει, να πέσει, να χτυπήσει και να δημιουργηθούν μικρό ή πιο μεγάλα ατυχήματα, που μπορεί να είναι πολύ σοβαρά για άτομα που πάσχουν από οστεοπόρωση. Ειδικά το βράδυ, η διαμονή σε ένα κρύο περιβάλλον μπορεί να προκαλέσει υποθερμία και, τελικά, καρδιακές επιπλοκές».
«Είναι πάρα πολύ μεγάλες οι κατηγορίες των ανθρώπων και το κομμάτι του πληθυσμού που συμπεριλαμβάνεται σε αυτό που θα μπορούσε να βάλει κανείς την ταμπέλα ευπαθείς ομάδες», αναφέρει ο Θανασιάς εξηγώντας ποιους επηρεάζει περισσότερο η διαμονή σε ένα παγωμένο ή υγρό σπίτι.
- Άτομα με καρδιαγγειακά νοσήματα, ΧΑΠ ή άσθμα.
- Άνθρωποι που έχουν περάσει ένα εγκεφαλικό επεισόδιο
- Όσοι έχουν περάσει τα 55 ετών με συνοδά προβλήματα υγείας
- Βρέφη και μικρά παιδιά.
- Άτομα με αναπηρία.
- Άτομα με περιορισμένη κινητικότητα ή νευρολογικά νοσήματα
- Άτομα με σακχαροδιαβήτη ή υπόθυροειδισμό
«Πρόκειται για ένα θέμα δημόσιας υγείας πολύ μεγάλης σημασίας», αναφέρει ο Θανασιάς υπογραμμίζοντας πως «όλα αυτά που συζητούμε δεν είναι πράγματα που κανείς μπορεί να φανταστεί - έχουν μετρηθεί. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει πολλά άρθρα σχετικά με τα ζητήματα αυτά και τα θεωρεί πάρα πολύ σημαντικά. Δεν είναι απλά ευεξίας, αλλά δημόσιας υγείας και ασφάλειας.
»Είναι τελικά θέμα πολιτικών που θα έπρεπε να το δούμε από αυτό το οπτικό πρίσμα. Ζούμε σε περιόδους κλιματικής αλλαγής, σε θερμοκρασιακά όρια. Οφείλει η Πολιτεία να εγκύψει στη θερμική άνεση σαν θέμα δημόσιας υγείας και να φροντίσει ειδικά τα πιο ευπαθή άτομα τα οποία δεν είναι μόνο συνταξιούχοι. Αυτοί τη στιγμή υπάρχουν άνθρωποι που εργάζονται ακόμα και στα 72 τους – τι θα γίνει αν δεν ζεσταθούν; Θα υπάρχει πρόβλημα με την αρτηριακή πίεση, με το αναπνευστικό, με τον ύπνο τους. Αυτό σημαίνει εργατικά ατυχήματα.
»Και από την άποψη της κοινωνικής δικαιοσύνης. Και από την άποψη των εργατικών ατυχημάτων και των επιβαρυμένων νοσηλειών. Και από την άποψη της ελευθερίας. Και από την άποψη του κόστους για το Σύστημα Υγείας. Από όπου και να κοιτάξει κανείς η θέρμανση είναι ένα μεγάλο πρόβλημα δημόσιας υγείας που πρέπει να το χειριστούν κεντρικά και να παρθούν σημαντικές αποφάσεις. Κρύο σπίτι σημαίνει κοινωνικός και υγειονομικός κίνδυνος και είναι ευθύνη της Πολιτείας να φροντίσει κάθε πολίτη ώστε να μην κινδυνεύσει η ζωή του. Δεν είναι θέμα άνεσης. Είναι θέμα προστασίας της υγείας και κοινωνικής δικαιοσύνης».
Ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης είναι αναπτυξιακός και κοινωνικός ψυχολόγος, συγγραφέας και διδάσκων στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και στο University Neapolis Pafos. Μπορεί άραγε η ενεργειακή φτώχεια να ιδωθεί ως τραύμα τον ρωτάμε. «Η ενεργειακή φτώχεια είναι ένας μηχανισμός ψυχικής εξουθένωση. Όπως και η ακρίβεια, δεν είναι απλώς μια επιδείνωση των υλικών συνθηκών, αλλά και ένας βαθύτερος κοινωνικός μηχανισμός ψυχικής αποδυνάμωσης, ο οποίος επηρεάζει όχι μόνο την ευημερία, αλλά, όπως δείχνουν οι έρευνες, και την ικανότητα μιας κοινωνίας να σκέφτεται συλλογικά, να σχεδιάζει το μέλλον της, να εμπιστεύεται τους θεσμούς και, κυρίως, να διεκδικεί την αλλαγή των συνθηκών που την εξουθενώνουν.
»Η παρατεταμένη οικονομική ανασφάλεια εξαντλεί και τους οικονομικούς πόρους των ανθρώπων, αλλά, κυρίως, σταδιακά εξαντλεί τους ψυχικούς πόρους που χρειάζεται για να αντισταθεί κανείς στις συνθήκες που παράγουν αυτή την ανασφάλεια. Βέβαια, αυτό τώρα δεν σημαίνει ότι η φτώχεια με έναν τρόπο αναπόδραστα οδηγεί στην παθητικότητα, γιατί μπορεί και από την άλλη μεριά η οικονομική δυσαρέσκεια να γεννήσει και αλληλεγγύη και συλλογική κινητοποίηση κτλ. Νομίζω όμως ότι εδώ, επειδή ενεργοποιούνται κάποιοι συγκεκριμένοι παράγοντες - και κυρίως ο παράγοντας της ματαίωσης των προσδοκιών για μια αλλαγή στο μέλλον – η ενεργειακή φτώχεια ή η φτώχεια μεταμορφώνεται σε απογοήτευση και παραίτηση. Δηλαδή, είναι σαν να λείπει η δυνατότητα, η προσδοκία μιας αλλαγής αυτής της κατάστασης στο μέλλον.
»Η καθημερινή ζωή μετατρέπεται σε μια διαρκή αγωνία, σε μια διαρκή κατάσταση επιβίωσης. Η θέρμανση, η ψύξη, ο φωτισμός, η μετακίνηση δεν αποτελούν πολυτέλειες, αλλά βασικές προϋποθέσεις της σύγχρονης ζωής. Όταν το κόστος αυξάνεται εξαιρετικά δυσανάλογο ως προς το διαθέσιμο εισόδημα, ο άνθρωπος υποχρεώνεται να αναδιοργανώσει όλη τη ζωή του γύρω από την οικονομική επιβίωση. Αυτή η μετατόπιση έχει τεράστιες ψυχολογικές συνέπειες γιατί στενεύει το χρονικό ορίζοντα. Υποχωρεί το μέλλον μπροστά στην ανάγκη αντιμετώπισης του πιεστικού παρόντος. Άρα η δημιουργικότητα, η προσωπική ανάπτυξη, η κοινωνική κι η πολιτική συμμετοχή αρχίζουν και πάνε στο περιθώριο, σαν να γίνονται δευτερεύουσες ανάγκες.
»Η συνεχής αναμονή του επόμενου λογαριασμού ρεύματος ή της επόμενης αύξησης στα καύσιμα δημιουργούν μια κατάσταση επαγρύπνησης. Αυτό παράγει τεράστια ένταση, χωρίς ο μέσος άνθρωπος να έχει μια σαφή εικόνα του πότε θα τελειώσει αυτή η δυσκολία. Αν σκεφτούμε την κρίση με το μνημονιακό τραύμα, μετά το τραύμα της πανδημίας και στη συνέχεια όλο αυτό που ακολουθεί, είναι μια διαρκής κρίση, που μετατρέπεται σε μια μόνιμη συνθήκη ζωής. Οπότε εδώ αναδύεται το πολύ ανησυχητικό φαινόμενο να αρχίσουν οι άνθρωποι να προσαρμόζονται ψυχικά σε συνθήκες που είναι εξαιρετικά επιβλαβείς, να γίνει δηλαδή η ψυχική απώλεια συνήθειά μας. Αυτού του είδους προσαρμογής τη βλάβη δεν συνιστά ανθεκτικότητα. Συνιστά έναν τρόπο επιβίωσης που απλώς συνοδεύεται από διαρκή σιωπηλή φθορά».
































