Ο 54χρονος σμήναρχος που κατηγορείται για κατασκοπεία ήταν ιδιαίτερα αναλυτικός στην απολογία του, στο τέλος της οποίος ζήτησε ο ίδιος να προφυλακιστεί και να μην τεθεί σε κατ' οίκον περιορισμό, όπως είχε αναφέρει αρχικά στο απολογητικό του υπόμνημα, εκφράζοντας φόβους για τη ζωή του.
Όλα ξεκίνησαν τον Φεβρουάριο του 2024, όπως είπε. Στην αρχή νόμιζε ότι έδινε για εμπορικούς λόγους πληροφορίες, τις οποίες αντλούσε από το διαδίκτυο. Πίστευε ότι τους κορόιδευε με αυτό τον τρόπο. Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο του 2024 πήρε άδεια από την υπηρεσία του και ταξίδεψε στην Κίνα. Εκεί τον ξενάγησαν στα αξιοθέατα, σε μία υπερσύγχρονη αυτοκινητοβιομηχανία και σε άλλες εταιρείες. Από εκείνο το ταξίδι του και έκτοτε, άρχισαν να τον πιέζουν για να δίνει διαβαθμισμένες πληροφορίες για τεκμηρίωση.
Ο 54χρονος κατηγορούμενος δεν σταμάτησε να συνεργάζεται μαζί τους γιατί άρχισαν να τον απειλούν για τη ζωή της οικογένειάς του.
Στην απολογία του ο σμήναρχος κατονόμασε τρεις Κινέζους, μεταξύ τον οποίων και τον Στίβεν Γουέιν. Ο ένας από τους Κινέζους του σύστησε και μία φίλη του, επίσης Κινέζα, σε μία συνάντησή τους. Σύμφωνα με πληροφορίες, δεν μίλησε για κανέναν Έλληνα αξιωματικό, εν ενεργεία ή απόστρατο. Ισχυρίστηκε ότι τους έδινε κάποια report γενικής μορφής, χωρίς να αποκαλύπτει πηγαίους κωδικούς.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, δεν εμπλέκεται κανείς Έλληνας αξιωματικός στη δικογραφία, η οποία άλλωστε δεν περιλαμβάνει άλλα στοιχεία, πλην του διαβιβαστικού και των ισχυρισμών του 54χρονου.
Ουδεμία διασύνδεση φαίνεται να προκύπτει, σύμφωνα με πληροφορίες και με την υπόθεση κατασκοπείας στη Γαλλία.
Στο πλαίσιο της ανάκρισης αναμένεται να διαταχθεί η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης στον υπολογιστή του 54χρονου, αλλά και άρση απορρήτου για το κινητό τηλέφωνό του, ενώ εκτιμάται ότι θα ανοίξουν και οι τραπεζικοί του λογαριασμοί, καθώς ο ίδιος φέρεται να υποστηρίζει πως μέσα στα σχεδόν δύο χρόνια, πήρε 25 χιλιάδες ευρώ.






























