Το πρωί της Τρίτης (20/02) πέρασε την πόρτα του ανακριτή στο Αεροδικείο ο 54χρονος σμήναρχος της Πολεμικής Αεροπορίας, προκειμένου να απολογηθεί, καθώς βρίσκεται αντιμέτωπος με βαρύ κατηγορητήριο για κατασκοπεία και τις αυστηρές ποινές που αυτό επισύρει.
Η ΕΥΠ σε συνεργασία με το ΓΕΕΘΑ, αξιοποιώντας πληροφορίες που είχαν λάβει από τη CIA ήδη από τον περασμένο Οκτώβριο, παρακολουθούσαν τον αξιωματικό, ο οποίος υπηρετούσε ως διοικητής της 128 ΣΕΤΗ στο Καβούρι. Σύμφωνα με τις Αρχές, φέρεται να πουλούσε έναντι αμοιβής διαβαθμισμένες πληροφορίες που αφορούσαν τηλεπικοινωνιακά συστήματα, ψηφιακές και ηλεκτρονικές εφαρμογές στην Κίνα.
Σύμφωνα με την ΕΡΤ, κατά την ανάκριση, ο συλληφθείς ανώτερος αξιωματικός φέρεται να ομολόγησε τις πράξεις του και να κατονόμασε ακόμη και τον Κινέζο «χειριστή» του, ο οποίος βρίσκεται εκτός Ελλάδας.
Όπως υποστήριξε, ο πράκτορας είχε συστηθεί με το όνομα «Στίβεν», ένα ψευδώνυμο που –όπως εκτιμούν οι Αρχές– χρησιμοποιήθηκε για λόγους κάλυψης. Ωστόσο, οι έρευνες οδήγησαν στην ταυτοποίηση της πραγματικής του ταυτότητας, με τις υπηρεσίες ασφαλείας να καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για στέλεχος των κινεζικών μυστικών υπηρεσιών.
Η πρώτη επαφή τους έγινε μέσω διαδικτύου, όταν ο σμήναρχος είχε αναρτήσει αναλυτικό βιογραφικό στο LinkedIn. Ο «Στίβεν» προσέγγισε τον Έλληνα αξιωματικό ως εκπρόσωπος τεχνολογικής εταιρείας, η οποία φέρεται να λειτουργούσε ως «βιτρίνα». Αρχικά του ανέθεσε μελέτες και συμβουλευτικό έργο για την ιστοσελίδα της εταιρείας, κερδίζοντας σταδιακά την εμπιστοσύνη του.
Στη συνέχεια, ο αξιωματικός άρχισε να μαθαίνει κινεζικά, ενώ πραγματοποίησε και ιδιωτικό ταξίδι στην Κίνα χωρίς να ενημερώσει την υπηρεσία του. Εκεί γνώρισε από κοντά τον «χειριστή» του, παρουσία και μίας γυναίκας με επίσης ψευδώνυμο. Οι Αρχές εξετάζουν το ενδεχόμενο η συγκεκριμένη παρουσία να σχετιζόταν είτε με ανώτερο ρόλο στην επιχείρηση είτε με την τακτική του λεγόμενου “honey trap”.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, όταν διαπιστώθηκε ότι ο αξιωματικός δεν ανταποκρινόταν σε προσωπικά κίνητρα, η προσέγγιση στράφηκε στην επαγγελματική του αναγνώριση και στην κολακεία για τις γνώσεις και την εξειδίκευσή του.
Σταδιακά, και αφού φέρεται να έλαβε κινητή συσκευή με κρυπτογραφημένο λογισμικό επικοινωνίας, άρχισε –με αντάλλαγμα χρηματικές αμοιβές– να αποστέλλει απόρρητα και διαβαθμισμένα στοιχεία που ζητούσαν οι επαφές του, πληροφορίες που εκτιμάται ότι άγγιζαν ζητήματα εθνικής άμυνας αλλά και συμμαχικών δομών του ΝΑΤΟ.
Η αμοιβή του φερόταν να εξαρτάται από τη βαρύτητα των πληροφοριών που παρείχε. Όσο πιο σημαντικά και μη γνωστά ήταν τα στοιχεία, τόσο υψηλότερη ήταν και η πληρωμή.
Το ακριβές οικονομικό όφελος παραμένει άγνωστο, καθώς ο κατηγορούμενος δεν έχει δώσει πρόσβαση στους κωδικούς του λογαριασμού κρυπτονομισμάτων μέσω του οποίου λάμβανε χρήματα. Ωστόσο, σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία, πραγματοποιούσε τακτικές αναλήψεις μετρητών που έφταναν περίπου τις 5.000 ευρώ μηνιαίως, ενώ σε βάθος τριμήνου τα ποσά κυμαίνονταν μεταξύ 15.000 και 20.000 ευρώ. Η δραστηριότητά του εκτιμάται ότι διήρκεσε περίπου 18 μήνες.



























