Καίρια ερωτήματα για την πορεία της ΕΜΥ, την επιχειρησιακή ετοιμότητα σε παντός είδους καιρικές συνθήκες αλλά και την σημασία της αξιοποίησης του nowcasting θέτει σε κείμενο παρέμβασή του ο μετεωρολόγος του STAR και πρώην διευθυντής της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας Θοδωρής Κολυδάς.
Στο κείμενό του τονίζει ότι ναι μεν η χώρα κινείται προς αποκέντρωση της Πολιτικής Προστασίας, με τη δημιουργία 13 Περιφερειακών Επιχειρησιακών Κέντρων, ένα σε κάθε Περιφέρεια, που θα παρακολουθούν και θα διαχειρίζονται σε πραγματικό χρόνο ακραία φαινόμενα, ωστόσο όπως υπογραμμίζει το nowcasting, δηλαδή η παρακολούθηση και ανάλυση των φαινομένων σε πραγματικό χρόνο, δεν καλύφθηκε σωστά. Παρά τις προσλήψεις 19 μετεωρολόγων στο Πυροσβεστικό Σώμα, δεν δημιουργήθηκαν Περιφερειακές Μετεωρολογικές Μονάδες, ούτε υπήρξε λειτουργική σύνδεση με την ΕΜΥ. Αυτή η στρατηγική σύμφωνα με τον κ. Κολυδά κινείται σε θετική πορεία όμως θα έπρεπε να δοθεί περαιτέρω έμφαση στο nowcasting μέσα από διαλειτουργικά συστήματα και ενιαία επιστημονική εποπτεία, ώστε η πρόγνωση να μετατρέπεται σε γρήγορες αποφάσεις πεδίου. «Κλειδί»σε αυτό θα έπαιζε η ένταξη της ΕΜΥ στην Πολιτική Προστασία, κίνηση που αν και εξαγγέλθηκε εν τέλει δεν προχώρησε αφήνοντας σημαντικά κενά στην διαχείριση των φαινομένων. Σύμφωνα με τον κ. Κολυδά, η πρόγνωση από μόνη της δεν αρκεί χωρίς επιχειρησιακό nowcasting, η Πολιτική Προστασία μένει ένα βήμα πίσω από τα φαινόμενα με τις όποιες συνέπειες να είναι αναμενόμενες.
Η παρέμβαση του Θοδωρή Κολυδά
Βήμα προς την αποκέντρωση της Πολιτικής Προστασίας επιχειρεί η κυβέρνηση με το νέο νομοσχέδιο που προβλέπει την ίδρυση και λειτουργία 13 Περιφερειακών Επιχειρησιακών Κέντρων Πολιτικής Προστασίας, ένα σε κάθε Περιφέρεια της χώρας. Πρόκειται για μια αλλαγή φιλοσοφίας, που μεταφέρει το βάρος της διαχείρισης κρίσεων πιο κοντά στο πεδίο και στις τοπικές ανάγκες. Μέχρι σήμερα, ο επιχειρησιακός συντονισμός παρέμενε σε μεγάλο βαθμό κεντρικοποιημένος. Με το νέο πλαίσιο, οι Περιφέρειες θα αποκτήσουν μόνιμες δομές 24ωρης λειτουργίας, οι οποίες θα παρακολουθούν σε πραγματικό χρόνο φυσικά και τεχνολογικά φαινόμενα – από πυρκαγιές και πλημμύρες έως χιονοπτώσεις, καύσωνες και σεισμούς. Τα Κέντρα αυτά θα συγκεντρώνουν δεδομένα από μετεωρολογικές υπηρεσίες, συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, δορυφορικές εικόνες και αναφορές πεδίου, σχηματίζοντας ενιαία επιχειρησιακή εικόνα για κάθε περιοχή.
Στην πράξη, τα Περιφερειακά Επιχειρησιακά Κέντρα θα λειτουργούν ως κόμβοι συντονισμού. Θα διασυνδέουν Πυροσβεστική, Αστυνομία, ΕΚΑΒ, Περιφέρειες, Δήμους και εθελοντικές οργανώσεις, ώστε οι αποφάσεις να λαμβάνονται γρηγορότερα και με καλύτερη κατανομή δυνάμεων και μέσων. Παράλληλα, θα βρίσκονται σε συνεχή επικοινωνία με το Κεντρικό Συντονιστικό Κέντρο, διασφαλίζοντας ότι η εικόνα της χώρας παραμένει ενιαία σε μεγάλης κλίμακας κρίσεις. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην πρόληψη. Τα Κέντρα δεν θα ενεργοποιούνται μόνο όταν εκδηλωθεί ένα ακραίο φαινόμενο, αλλά θα έχουν ρόλο στην εκπαίδευση, στις ασκήσεις ετοιμότητας και στη δοκιμή των σχεδίων πολιτικής προστασίας, ώστε οι τοπικοί μηχανισμοί να είναι προετοιμασμένοι πριν από την κρίση. Επί του θέματος του Νέου Νομοσχεδίου που επανέφερε ο καθηγητής κ. Παπαδόπουλος καταθέτω τις απόψεις μου στο μετεωρολογικό πεδίο και μόνο.
Ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε, ότι κάθε Περιφέρεια όφειλε να διαθέτει τουλάχιστον έναν μετεωρολόγο, με ρόλο την επιχειρησιακή υποστήριξη της Πολιτικής Προστασίας. Δηλαδή όχι απλώς την πρόγνωση της επόμενης ημέρας, αλλά ακόμη και το nowcasting, δηλαδή την παρακολούθηση της εξέλιξης του φαινομένου σε πραγματικό χρόνο και τη σύνδεση της ατμόσφαιρας με τις κρίσιμες αποφάσεις πεδίου – εναέρια μέσα, εκκενώσεις, χρονισμό ενεργειών. Για να καλυφθεί αυτό το κενό, προσλήφθηκαν 19 μετεωρολόγοι στο Πυροσβεστικό Σώμα. Στα χαρτιά, όλα έδειχναν σωστά. Στο πεδίο, όμως, το κενό παρέμεινε.
Σε μεγάλες πυρκαγιές των τελευταίων ετών –ιδίως σε περιοχές με έντονο τοπικό ανάγλυφο– το κρίσιμο στοιχείο δεν ήταν αν «θα φυσήξει», αλλά πότε, πόσο απότομα και με ποια διεύθυνση. Ριπές καθοδικών ανέμων, τοπικές ενισχύσεις λόγω καναλισμού ή θερμικών ρευμάτων άλλαξαν μέσα σε λίγα λεπτά τη συμπεριφορά του μετώπου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν υπήρχε ενσωματωμένος μετεωρολόγος στο Κέντρο Επιχειρήσεων για να παρακολουθεί σε πραγματικό χρόνο την εξέλιξη των ανέμων και να προειδοποιεί ότι το «παράθυρο» ασφαλούς πτήσης εναέριων μέσων κλείνει ή ότι μια ζώνη θεωρούμενη ασφαλής παύει να είναι. Η πρόγνωση υπήρχε, αλλά το nowcasting απουσίαζε – και μαζί του η έγκαιρη προσαρμογή της τακτικής. Αντίστοιχα, σε πλημμυρικά επεισόδια έντονης αστάθειας, το πρόβλημα δεν ήταν η γενική πρόγνωση βροχής, αλλά η χωρική και χρονική ακρίβεια. Καταιγίδες μικρής κλίμακας, στάσιμες ή επαναλαμβανόμενες πάνω από την ίδια λεκάνη απορροής, δημιούργησαν αιφνίδιες πλημμύρες μέσα σε μία ή δύο ώρες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν υπήρχε περιφερειακός μετεωρολόγος να συνδυάσει (τυχόν) ραντάρ, δορυφόρο και επιφανειακές παρατηρήσεις και να πει εγκαίρως: «η βροχή δεν μετακινείται – ο κίνδυνος αυξάνεται εκθετικά την επόμενη ώρα». Οι αποφάσεις λήφθηκαν με καθυστέρηση, όχι επειδή έλειπαν τα δεδομένα, αλλά επειδή έλειπε ο άνθρωπος που θα τα ερμήνευε επιχειρησιακά. Αυτά έρχεται να διορθώσει το Νέο Νομοσχέδιο και ευελπιστούμε να ευοδοθεί.
Το θεσμικό κενό πίσω από το επιχειρησιακό
Οι 19 μετεωρολόγοι που προσλήφθηκαν πριν λίγα χρόνια στο Πυροσβεστικό Σώμα, εντάχθηκαν χωρίς να συγκροτηθεί μετεωρολογική δομή. Δεν δημιουργήθηκαν λειτουργικά τα 13 Περιφερειακά Κλιμάκια, δεν καθορίστηκαν σαφείς ρόλοι στα Κέντρα Επιχειρήσεων και δεν υπήρξε θεσμική σύνδεση με την Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία, τον εθνικό φορέα πρόγνωσης. Μόνο η Επιτροπή Διαχείρησης Κρίσεων αποτέλεσε συνδετικό κρίκο. Το αποτέλεσμα ήταν πολλαπλές πηγές πληροφόρησης χωρίς ενιαία ευθύνη και μετεωρολογία αποκομμένη από τη λήψη αποφάσεων κατά την εξέλιξη των φαινομένων. Ακόμη και το πρόγραμμα εκπαίδευσης στην ΕΜΥ (OJT – On the Job Training), που θα μπορούσε να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ επιχειρησιακής πρόγνωσης και Πολιτικής Προστασίας, δεν υλοποιήθηκε ποτέ.
Τα παραδείγματα πυρκαγιών και πλημμυρών δείχνουν κάτι απλό αλλά κρίσιμο. Η πρόγνωση από μόνη της δεν αρκεί. Χωρίς ενσωματωμένο nowcasting, η απόφαση έρχεται πάντα λίγο αργότερα από το φαινόμενο. Αν υπήρχε σοβαρός σχεδιασμός η λύση θα ήταν ξεκάθαρη. Περιφερειακές Μετεωρολογικές Μονάδες με 1–2 μετεωρολόγους ανά Περιφέρεια, μόνιμα ενταγμένους στα Κέντρα Επιχειρήσεων, με ενιαία επιστημονική εποπτεία από την ΕΜΥ και κοινά πρωτόκολλα. Μία εθνική φωνή πρόγνωσης και καθαρή διάκριση ρόλων: ο μετεωρολόγος ενημερώνει, η Πολιτική Προστασία αποφασίζει. Η ιστορία των 19 μετεωρολόγων δεν είναι απλώς διοικητική αστοχία. Είναι η απόδειξη ότι, χωρίς nowcasting στο πεδίο, η μετεωρολογική γνώση υπάρχει – αλλά φτάνει πάντα ένα βήμα μετά το κρίσιμο σημείο.
Και, τι θα γίνει αν η ΕΜΥ δεν ενταχθεί στην Πολιτική Προστασία; Τα όρια και η μόνη ρεαλιστική διέξοδος
Εφόσον δεν προχωρήσει η θεσμική ένταξη της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας εντός της Πολιτικής Προστασίας, τότε η χώρα καλείται να λειτουργήσει με μια αναγκαστικά μεταβατική λύση. Σε αυτό το πλαίσιο, η μοναδική ρεαλιστική επιλογή είναι η άμεση και θεσμοθετημένη συνεργασία των 13 Περιφερειακών Μονάδων Πολιτικής Προστασίας με τα υφιστάμενα επιχειρησιακά μετεωρολογικά κέντρα της ΕΜΥ. Σήμερα, τα μόνα κέντρα που διαθέτουν εμπειρία σε επιχειρησιακή μετεωρολογία, υποστήριξη κρίσεων και διασύνδεση με επιχειρησιακούς φορείς είναι: Το Εθνικό Μετεωρολογικό Κέντρο (ΕΜΚ) στο Ελληνικό, το ΑΤΑ στη Λάρισα, και το ΠΜΚΜ Μίκρας στη Θεσσαλονίκη. Η άμεση σύνδεση των Περιφερειακών Μονάδων με αυτά τα κέντρα θα μπορούσε να καλύψει μερικώς το επιχειρησιακό κενό, ιδίως σε περιπτώσεις πυρκαγιών, πλημμυρών και έντονων καταιγίδων, όπου το nowcasting είναι κρίσιμο. Ωστόσο, πρόκειται για λύση χωρικά ανεπαρκή για μια χώρα με τόσο έντονη γεωμορφολογική και κλιματική διαφοροποίηση.
Η αναγκαιότητα δημιουργίας νέων περιφερειακών μετεωρολογικών κέντρων
Για να αποκτήσει η χώρα στοιχειώδη επιχειρησιακή επάρκεια, θα έπρεπε η ΕΜΥ να προχωρήσει στη δημιουργία πρόσθετων περιφερειακών μετεωρολογικών κέντρων, τουλάχιστον σε Θράκη, Ήπειρο, Δυτική Ελλάδα , Ανατολικό Αιγαίο , Κρήτη ,Δωδεκάνησα. Οι περιοχές αυτές παρουσιάζουν ιδιαίτερη δυναμική σε ακραία φαινόμενα (καταιγίδες, ισχυρούς ανέμους, ορογραφικά φαινόμενα, έχουν αυξημένες επιχειρησιακές ανάγκες (πυρκαγιές, νησιωτικότητα, τουρισμός, αεροδιακομιδές), και ήδη φιλοξενούν μετεωρολογικούς σταθμούς και υποδομές της ΕΜΥ, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον πυρήνα αυτών των κέντρων. Χωρίς αυτή την αποκέντρωση, η υποστήριξη των Περιφερειών θα συνεχίσει να γίνεται εξ αποστάσεως, με καθυστέρηση στην ερμηνεία των τοπικών φαινομένων και περιορισμένη ικανότητα real-time υποστήριξης.
Ο σχεδιασμός αυτός, ωστόσο, είναι ιδιαίτερα απαιτητικός. Δεν αφορά απλώς τη δημιουργία νέων γραφείων ή τη μετακίνηση προσωπικού. Προϋποθέτει βαθιές αλλαγές στις υφιστάμενες δομές της ΕΜΥ, ανακατανομή προσωπικού και ρόλων, νέα πρωτόκολλα επιχειρησιακής λειτουργίας, διασύνδεση με Κέντρα Επιχειρήσεων της Πολιτικής Προστασίας και, κυρίως, μετατόπιση κουλτούρας από κεντρική πρόγνωση σε περιφερειακό nowcasting. Χωρίς σαφή πολιτική εντολή, σταθερή χρηματοδότηση και θεσμική κάλυψη, ο κίνδυνος είναι προφανής: να δημιουργηθούν δομές στα χαρτιά, χωρίς πραγματικό επιχειρησιακό αποτύπωμα.
Γιατί υπάρχει επιφυλακτικότητα - Οι αλλαγές πρέπει να γίνουν και στα δύο μέρη
Η επιφυλακτικότητα για το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι θεωρητική. Βασίζεται στην εμπειρία μας καθώς η ΕΜΥ παραμένει κεντρικά οργανωμένος φορέας, με περιορισμένη αποκέντρωση. Οι μέχρι σήμερα παρεμβάσεις στην Πολιτική Προστασία έδειξαν ότι η μετεωρολογία συχνά αντιμετωπίζεται ως υποστηρικτικό “παράρτημα” και όχι ως επιχειρησιακός πυλώνας. Χωρίς ξεκάθαρη θεσμική ένταξη ή ισχυρό πλαίσιο συνεργασίας, το nowcasting κινδυνεύει να παραμείνει αποσπασματικό και αντιδραστικό. Αν η ΕΜΥ δεν ενταχθεί θεσμικά στην Πολιτική Προστασία, τότε η άμεση συνεργασία των Περιφερειακών Μονάδων με το ΑΤΑ Λάρισας και το ΠΜΚΜ Μίκρας είναι η μόνη εφαρμόσιμη , αλλά λύση βραχυπρόθεσμη. Χωρίς τη δημιουργία νέων περιφερειακών μετεωρολογικών κέντρων και χωρίς ουσιαστικές αλλαγές στις δομές της ΕΜΥ, το σύστημα θα παραμείνει γεωγραφικά άνισο και επιχειρησιακά εύθραυστο. Το στοίχημα, βέβαια, δεν είναι μόνο θεσμικό. Η αποτελεσματικότητα των νέων δομών θα κριθεί από τη στελέχωση με εξειδικευμένο προσωπικό, τη διαλειτουργικότητα των συστημάτων και τη σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων. Αν αυτά διασφαλιστούν, τα Περιφερειακά Επιχειρησιακά Κέντρα μπορούν να αποτελέσουν ένα ουσιαστικό εργαλείο για πιο γρήγορη, πιο συντονισμένη και πιο αποτελεσματική Πολιτική Προστασία, σε μια χώρα που δοκιμάζεται ολοένα και συχνότερα από ακραία φαινόμενα.
Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης - Mετεωρολόγος Star Channel - Πρώην Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου ΕΜΥ - Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect




























