Σύμφωνα με μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ), βασισμένη στην Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη Δικαιοσύνη, ο χρόνος που απαιτείται για την επίλυση αμφισβητούμενων αστικών και εμπορικών υποθέσεων στην Ελλάδα ανέρχεται κατά μέσο όρο σε 746 ημέρες, δηλαδή περισσότερο από δύο χρόνια.
Αυτός ο χρόνος είναι υπερδιπλάσιος σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 282 ημερών. Η μελέτη, που εκπονήθηκε από τον καθηγητή Αντώνη Καραμπατζό και τον επικεφαλής ερευνών Κωνσταντίνο Σαραβάκο, δημοσιεύθηκε στο Syntagma Watch του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου.
Παρόλο που η Ελλάδα διαθέτει την τρίτη μεγαλύτερη αναλογία δικαστών σε σχέση με τον πληθυσμό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο αριθμός των δικαστών αυξήθηκε κατά 60% σε σχέση με το 2012, παρατηρούνται σημαντικές καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης. Το βασικό πρόβλημα δεν είναι ο αριθμός των δικαστών, αλλά η ανορθολογική κατανομή τους μεταξύ των διαφορετικών βαθμίδων δικαιοδοσίας και εντός των μεγάλων δικαστηρίων.
Επιπλέον, η μελέτη αποκαλύπτει ότι το 70% των ελληνικών επιχειρήσεων θεωρεί αναποτελεσματική την προστασία των επενδύσεων από το νόμο και τα δικαστήρια, σε αντίθεση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που είναι θετικός. Ένα από τα κύρια προβλήματα που αναφέρουν το 80% των επιχειρήσεων είναι οι συχνές αλλαγές στη νομοθεσία και η ποιότητα της νομοθετικής διαδικασίας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Δείκτη Ποιότητας Νομοθέτησης του ΚΕΦίΜ, κάθε νέος νόμος στην Ελλάδα τροποποιεί κατά μέσο όρο 3,5 νόμους που είχαν ψηφιστεί τους προηγούμενους 12 μήνες.
Ο Γενικός Διευθυντής του ΚΕΦίΜ, Νίκος Ρώμπαπας, σημείωσε ότι η πρόσφατη ρύθμιση για τη διατύπωση γνώμης από τις Ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων, σχετικά με την επιλογή των Προέδρων και των Αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αποτελεί σημαντικό βήμα ενίσχυσης της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης.
Ωστόσο, τόνισε την ανάγκη για περαιτέρω μεταρρυθμίσεις για την αντιμετώπιση των καθυστερήσεων και τη βελτίωση της δικαιοσύνης, όπως η διαφάνεια μέσω της προσωποποιημένης αξιολόγησης του δικαστικού έργου, η ενίσχυση της υποστήριξης του δικαστικού έργου και η ψηφιοποίηση και αναβάθμιση των υποδομών.




























