ΓΡΑΦΟΥΝ ΕΙΔΙΚΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου 2022, σηματοδότησε μια στιγμή ρήξης όχι μόνο για την ιστορική πορεία της Ευρώπης και του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, αλλά για το σύστημα διεθνών σχέσεων των τελευταίων 80 χρόνων, στο σύνολό του. Ωστόσο, όπως διαφαίνεται όλο και περισσότερο, ο νέος κόσμος που αναδύεται μπορεί να επιταχύνεται σε οικονομικό και ιδίως τεχνολογικό επίπεδο, αλλά σε επίπεδο διεθνών σχέσεων εμπεριέχει λιγότερα στοιχεία από το μεταψυχροπολεμικό σύστημα και όλο και περισσότερα από το μεταπολεμικό.
Όπως τόνισε στη συνάντηση των Υπουργών Αμυνας του ΝΑΤΟ πριν δύο βδομάδες ο Ελμπριτζ Κόλμπι, Υφυπουργός Πολέμου για Πολιτικές Υποθέσεις βασικός, συγγραφέας της νέας Στρατηγικής Εθνικής Αμυνας των ΗΠΑ (και εγγονός το άλλοτε διευθυντή της CIA Γουίλιαμ Κόλμπι), το ΝΑΤΟ του μέλλοντος (ΝΑΤΟ 3.0) πρέπει να προσεγγίζει πολύ περισσότερο το ΝΑΤΟ του Ψυχρού Πολέμου (ΝΑΤΟ 1.0) παρά το ΝΑΤΟ των τελευταίων δεκαετιών (ΝΑΤΟ 2.0). Πρέπει να περιοριστεί στην αποτροπή και στην άμυνα, αντί να λειτουργεί ως «παγκόσμιος αστυνόμος» για την προάσπιση της «φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων». Σε αυτό το πλαίσιο, όπως τόνισε ο Κόλμπι, η κεντρική αρένα της γεωπολιτικής είναι πια ο Ινδο-ειρηνικός και μακράν πιο σημαντικός αντίπαλος η Κίνα (βλ. «Ο ευέλικτος ρεαλισμός του Ελμπριτζ Κόλμπι, το ΝΑΤΟ και η Ελλάδα» Άγγελος Αθανασόπουλος (18.2.2026). Η πρόκληση του 21ου αιώνα για την αμερικανική πρωτοκαθεδρία δεν είναι η οικοδόμηση της φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων, αλλά η διαχείριση δύο (ενδεχομένως πολεμικών) μετώπων (Κίνα και Ρωσία) την ίδια στιγμή.
Άλλωστε και ο ίδιος ο πόλεμος στην Ουκρανία φαντάζει όλο και περισσότερο σαν την πρώτη σύγκρουση δι΄ αντιπροσώπων σε έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο ΗΠΑ-Κίνας, παρά σαν μια αντιπαράθεση ΝΑΤΟ-Ρωσίας με φόντο το φιλελεύθερο, ευρωατλαντικό μέλλον της Ουκρανίας, όπως άρχισε. Είναι γνωστό ότι ούτε η Ουκρανία θα άντεχε χωρίς την αμερικανική στήριξη, ούτε η Ρωσία θα μπορούσε να συνεχίσει τον πόλεμο χωρίς την κινεζική. Ασφαλώς, αυτό δεν σημαίνει ότι ΗΠΑ και Κίνα επιδιώκουν τη συνέχιση του πολέμου, καθώς αυτός καθορίζεται από τη δική του δυναμική: κυρίως από τη ρωσική επιδίωξη για έλεγχο της Ουκρανίας, απέναντι στην στρατηγική του Κιέβου- με ευρωπαική στήριξη- για ένα ευρωατλαντικό μέλλον.
Σημαίνει, όμως, ότι ο κόσμος που αναδύεται σε συνέχεια του απάνθρωπου πολέμου του Πούτιν στην Ουκρανία, της σφαγής του Νετανιάχου στην Παλαιστίνη και της εφαρμογής του δόγματος Τραμπ όπως το βλέπουμε στη Βενεζουέλα, στη Γροιλανδία, στην Ουκρανία και σύντομα στο Ιράν, θα βασίζεται σε σφαίρες επιρροής και στο «δίκαιο του ισχυρού» που κυριάρχησε κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, και όχι στην «φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων» υπό την σκέπη της μεταψυχροπολεμικής pax americana που ζήσαμε τις τελευταίες δεκαετίες. Mια περίοδος που το διεθνές δίκαιο αποτελούσε σημείο αναφοράς και πίεσης προς τους ισχυρούς για τους πολίτες ιδίως δυτικών χωρών και μικρότερων κρατών, ακόμα και όταν παραβιαζόταν υποκριτικά και επιδεικτικά όπως στο Ιράκ από τις ΗΠΑ. Μια περίοδος που η εξάπλωση της δημοκρατίας και η προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελούσαν κεντρικά διακυβεύματα για τις κοινωνίες, ακόμα και όταν – την ίδια στιγμή - λειτουργούσαν ως πρόσχημα για την προώθηση ιμπεριαλιστικών συμφερόντων από τους ισχυρούς.
Σε αυτό το διεθνές περιβάλλον ραγδαίων και θεμελιωδών αλλαγών που σηματοδοτείται από την επιστροφή σε όρους ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού και σκληρής ισχύος, η ομιλία του Πρωθυπουργού του Καναδά Μάρκ Κάρνεϊ στο Νταβός για τις δυνατότητες και τον ρόλο που μπορούν και πρέπει να διαδραματίσουν μεσαίες δυνάμεις έχει ιδιαίτερη αξία για την ελληνική εξωτερική πολιτική.
Σε αυτήν την ομιλία ο φιλελεύθερος Πρωθυπουργός της ιστορικά πιο φιλοαμερικανικής χώρας του κόσμου που τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες εξύμνησε τη φιλελεύθερη διεθνή τάξη πραγμάτων, συνέκρινε την τελευταία με τη σοβιετική κυριαρχία στην Τσεχοσλοβακία (που επιβίωνε επειδή οι πολίτες «ζούσαν μέσα στο ψέμα») όπως περιγράφεται σε δοκίμιο του Βάτσλαβ Χάβελ.
Όπως σημειώνει: «Ξέραμε ότι το αφήγημα της διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες (rules based international order) ήταν εν μέρει ψευδές. Οτι οι ισχυρότεροι εξαιρούνταν όταν τους συνέφερε. Οτι οι εμπορικοί κανόνες εφαρμόζονταν ασύμμετρα. Γνωρίζαμε ότι το διεθνές δίκαιο εφαρμοζόταν με διαφορετική αυστηρότητα, ανάλογα με την ταυτότητα του κατηγορούμενου ή του θύματος. Αυτή η μυθοπλασία ήταν χρήσιμη. Η αμερικανική ηγεμονία, ειδικά, συνέβαλε στην παροχή δημόσιων αγαθών: ανοιχτές θαλάσσιες οδούς, ένα σταθερό χρηματοπιστωτικό σύστημα, συλλογική ασφάλεια και στήριξη πλαισίων επίλυσης διαφορών. Συμμετείχαμε στις τελετουργίες και, σε μεγάλο βαθμό, αποφεύγαμε να επισημαίνουμε το χάσμα μεταξύ ρητορικής και πραγματικότητας. Αυτή η συμφωνία δεν λειτουργεί πλέον».
Ο Καναδός Πρωθυπουργός αναγνώρισε ότι η αντίδραση μεγάλων δυνάμεων στις κρίσεις της τελευταίας 20ετίας ήταν να χρησιμοποιήσουν τους κανόνες της φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων «ως όπλο. Τους δασμούς ως μοχλό πίεσης. Τις χρηματοπιστωτικές υποδομές ως μέσο εξαναγκασμού. Τις εφοδιαστικές αλυσίδες ως ευπάθειες προς εκμετάλλευση». Πόσο άραγε μας θυμίζουν αυτές οι λέξεις από την ελληνική εμπειρία κατά τη διάρκεια της κρίσης….
Ο Καναδός Πρωθυπουργός τονίζει ότι υπό αυτές τις συνθήκες οι μεσαίες δυνάμεις σε αυτόν τον κόσμο πρέπει να λειτουργούν στη βάση ενός «ρεαλισμού βασισμένου σε αρχές». Και περιγράφει την πολιτική της κυβέρνησής του, ενίσχυσης της ανθεκτικότητας της οικονομίας και της άμυνας του Καναδά από τη μία και αναβάθμισης της γεωπολιτικής επιρροής της χώρας σε μια «μεταβλητή γεωγραφία», από την άλλη.
Το πιο σημαντικό, όμως, συμπέρασμα της ομιλίας του στο Νταβός, είναι ότι «Η δύναμη των λιγότερο ισχυρών αρχίζει με την ειλικρίνεια». Την ειλικρίνεια για το πώς θα επιβιώσουν και ποια είναι η θέση τους σε έναν κόσμο όπου η αμερικανική ηγεμονία οδηγεί μάλλον σε περισσότερους κινδύνους από εγγυήσεις.
Δυστυχώς, την περίοδο που διανύουμε μια συζήτηση σε αυτήν τη βάση για του ουκρανικό, λείπει όχι μόνο στους κόλπους της Ελληνικής Κυβέρνησης αλλά γενικότερα σε όλη την Ευρώπη. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιχειρούν άτσαλα να ισορροπήσουν ανάμεσα – από τη μία- στις μεγάλες ηθικές και γεωπολιτικές προσδοκίες που δημιούργησαν σε συνεργασία με τον Πρόεδρο Μπάιντεν για επικράτηση της «φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων», για μια «νίκη της δημοκρατίας απέναντι στον αυταρχισμό» και της «Δύσης απέναντι στη Ρωσία» και από την άλλη με τη στάση που τήρησαν στη Γάζα και τους ανοικτά συναλλακτικούς και κυνικούς όρους με τους οποίους πρέπει να λειτουργούν προκειμένου να διαχειριστούν τον Αμερικανό Πρόεδρο. Την ίδια στιγμή, επενδύουν στην ενίσχυση των αποτρεπτικών δυνάμεών τους σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, αρνούμενοι, όμως, οποιαδήποτε συζήτηση για μια ΚΕΠΠΑ που να προτεραιοποιεί την ειρήνη και την σταθερότητα ή να συνδέεται με άμεση συμμετοχή στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις. Και μάλιστα σε μια στιγμή που ο ίδιος ο Ουκρανός Πρόεδρος, από το Μόναχο, τονίζει την ανάγκη οι ευρωπαίοι να βρίσκονται στο διαπραγματευτικό τραπέζι. Με αυτόν τον τρόπο, αντί της δύσκολης και επίπονης ηθικά και πολιτικά άσκησης της διπλωματίας και διαπραγμάτευσης με την άλλη πλευρά, επιλέγουν μια θέση αρχών υπέρ της Ουκρανίας που συνδυάζεται με έναν πόλεμο χωρίς τέλος. Και βέβαια, απ’ την άλλη, υποκριτικά, απορρίπτουν οποιαδήποτε συζήτηση για γρήγορη ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ ή για ευρωπαϊκές εγγυήσεις χωρίς τις ΗΠΑ. Σε αυτό το κλίμα η ευρωπαϊκή ακροδεξιά ενισχύεται, καθώς με μεγάλη ευκολία αναδεικνύει τις αντιφάσεις και την υποκρισία των παραδοσιακών ευρωπαϊκών πολιτικών δυνάμεων. Και βέβαια διατηρώντας το πλεονέκτημα να αντιπαραβάλει τη δύναμη του κυνισμού απέναντι στην αδυναμία της υποκρισίας.
Σε αυτό το γεωπολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο, είναι για ευνόητους λόγους επιτακτική η ανάγκη να υπάρξει επιτέλους στην Ελλάδα ένας γόνιμος και ειλικρινής δημόσιος διάλογος για τα συμπεράσματα που προκύπτουν για την ελληνική εξωτερική πολιτική και τη θέση της Ελλάδας στον κόσμό, μετά από τέσσερα χρόνια πολέμου στην Ουκρανία. Να υπάρξουν κάποιες σκέψεις για το τι θα σήμαινε για την Ελλάδα να λειτουργεί στη βάση ενός δόγματος «ρεαλισμού με αξίες» που θα στέκεται απέναντι στον κυνισμό, χωρίς να επιστρέφει στην υποκρισία.
Πρώτον, η προάσπιση του διεθνούς δικαίου πρέπει να διατηρηθεί ως άξονας της εξωτερικής μας πολιτικής.
Η Ελλάδα ορθώς συντάχθηκε ξεκάθαρα με τις χώρες που στήριξαν ουσιαστικά τον ουκρανικό λαό και καταδίκασαν απερίφραστα τη ρωσική εισβολή. Ο πόλεμος έχει οδηγήσει σε πάνω από 15,000 νεκρούς αμάχους, εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς στρατιώτες και στις δύο πλευρές, 10 εκατομμύρια εκτοπισμένους και ανυπολόγιστες υλικές καταστροφές. Καμία αιτία, όσο και αν ανταποκρίνεται στην αλήθεια (είτε αφορά την καταπίεση ρωσικών και ρωσώφωνων πληθυσμών στην Ουκρανία, είτε την επέκταση του ΝΑΤΟ) δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία για την στήριξη ενός τόσο καταστροφικού πολέμου που βασίζεται στην παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας μιας χώρας.
Πέραν της πιο σημαντικής αξιακής, ανθρωπιστικής διάστασης του ζητήματος, η στάση που τήρησε η Ελλάδα (σε περίοδο που Πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν ο Μπάιντεν και η φιλελεύθερη διεθνής τάξη πραγμάτων ήταν ακόμα ισχυρή), επέτρεψε την αξιοποίηση και κινητοποίηση πολιτικών δυνάμεων υπέρ των θέσεών μας στον Λευκό Οίκο και στο Κογκρέσο, καθώς και την αναβάθμιση της θέσης της χώρας στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ. Γενικότερα, όμως, η Ελλάδα οφείλει σε όλες τις συνθήκες – και περισσότερο στις σημερινές- να διατηρεί το πιο ισχυρό διπλωματικό και νομικό σημείο αναφοράς της ειδικά για το Κυπριακό και γενικότερα απέναντι στις αναθεωρητικές βλέψεις της Τουρκίας, που είναι η προάσπιση του διεθνούς δικαίου. Είναι προφανές ότι οι ευρωπαϊκές χώρες και ομονοούντες όπως ο Καναδάς, θα επιδιώξουν τη διατήρηση πολιτικής αρχών σε κρίσιμα διεθνή ζητήματα, όπως και ένα μεγάλο μέρος του αμερικανικού πολιτικού συστήματος. Η ΕΕ και το δίκτυο αυτών των δυτικών δυνάμεων παραμένει ισχυρό παρά την αλλαγή πολιτικής των ΗΠΑ και η Ελλάδα πρέπει να παραμείνει στον κεντρικό πυρήνα του, διατηρώντας τις απαραίτητες ισορροπίες με τη Ουάσιγκτον.
Η Ελλάδα ούτε αδέσμευτη εξωτερική πολιτική μπορεί να ασκήσει – ως κράτος-μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ – ούτε έχει τους παράγοντες ισχύος να λειτουργήσει ως «επιτήδειος ουδέτερος» όπως η Τουρκία, ούτε θα έχει οφέλη να λειτουργήσει με αντίστοιχους τυχοδιωκτικούς όρους εις βάρος των ευρωπαϊκών θέσεων, όπως η Ουγγαρία. Η Ουγγαρία είναι μια χώρα «προστατευμένη» γεωγραφικά/γεωπολιτικά, χωρίς εθνικά ζητήματα και εκκρεμότητες και με δικό της νόμισμα.
Δεύτερον, καμία έννοια «ηθικού πλεονεκτήματος» ή στόχος να καταστεί η Ελλάδα «προκεχωρημένο δυτικό φυλάκιο» δεν πρέπει να αποτελούν άξονες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Η περίοδος διακυβέρνησης Μπάιντεν στις ΗΠΑ επέτρεψε στην Ευρώπη την ανάπτυξη ενός αφηγήματος για το μέλλον σύμφωνα με το οποίο η προηγούμενη δεκαετία πολυεπίπεδων κρίσεων, Brexit και «ενίσχυσης των λαικϊστών» θα αποτελούσε μια αρνητική ιστορική παρένθεση για την Δύση και την ανάπτυξη της φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων. Η νίκη στην Ουκρανία ήταν ένα από τα πιο σημαντικά μέρη αυτού του αφηγήματος. Όπως διακήρυττε ο Αμερικανός Πρόεδρος στις «Συνόδους Δημοκρατίας» που διοργάνωνε (αποξενώνοντας μεγάλο μέρος των χωρών του Παγκόσμιο Νότου), ο πόλεμος αυτός ήταν μια σύγκρουση της δημοκρατίας με τον αυταρχισμό, όχι μια σύγκρουση για το διεθνές δίκαιο.
Η Κυβέρνηση εκμεταλλεύτηκε αυτό το αφήγημα στο έπακρον. Επέλεξε όχι απλώς να συμμετάσχει, αλλά να πρωτοστατήσει στην αντιρωσική γραμμή (απέλαση μεγάλου αριθμού διπλωματών, κυρώσεις σε αθλητικές/πολιτιστικές εκδηλώσεις, δηλώσεις αξιωματούχων κλπ), με σκοπό η Ελλάδα να καταστεί προκεχωρημένο φυλάκιο της Δύσης στη ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Εγκαταλείποντας την πάγια θέση της χώρας να αποτελεί ευρωπαϊκό πυλώνα ειρήνης, σταθερότητας και ήπιας ισχύος στην περιοχή.
Παράλληλα, οικοδόμησε ένα αφήγημα ηθικού πλεονεκτήματος. Διακήρυξε ότι ο διαχωρισμός Αριστεράς-Δεξιάς είχε φτάσει στο τέλος του και η πραγματική επιλογή στην Ευρώπη και στο ελληνικό πολιτικό σύστημα ήταν ανάμεσα στο Κέντρο και τα Άκρα. Με το ουκρανικό να αποτελεί κεντρικό άξονα που διαχωρίζει τους κεντρώους φιλοευρωπαίους που στηρίζουν «τη σωστή πλευρά της ιστορίας» από τα ακραία «πουτινάκια». Με αυτόν τον τρόπο, συσπείρωσε πολιτικά τον κόσμο της, αλλά απέκλεισε τη δυνατότητα διεξαγωγής οποιασδήποτε συγκροτημένης και ψύχραιμης συζήτησης για το ουκρανικό και τον ρόλο της Ελλάδας, τον ρόλο της Ρωσίας, τη σχέση της Ουκρανίας και της Ρωσία με την Τουρκία, τις διπλωματικές και αμυντικές επιπτώσεις της αποστολής βαρέων όπλων αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ στην Ουκρανία κλπ.
Τέλος, δημιούργησε την εικόνα ότι η στήριξη της Ουκρανίας θα είχε άμεσα οφέλη και στο πεδίο των ελληνοτουρκικών, καθώς οι εταίροι μας θα συνέκριναν τη στάση μας με αυτήν του «επιτήδειου ουδέτερου» της Τουρκίας και η προάσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας θα συνέβαλε στην υποστήριξη αντίστοιχων θέσεων και στην Κύπρο ή το Αιγαίο. Επιπλέον, η Ελλάδα θα μπορούσε να ανταγωνιστεί γεω-στρατηγικά την (αναξιόπιστη για τη Δύση) Τουρκία ως προκεχωρημένο δυτικό φυλάκιο, στο ουκρανικό. Αναδεικνύοντας τα οφέλη της Αλεξανδρούπολης έναντι του Βοσπόρου, της Σούδας έναντι του Incirlik, των βαρέων όπλων έναντι των τουρκικών drones…
Τελικά, οι αντιφάσεις αυτού του αφηγήματος αναδείχτηκαν περίτρανα, καθώς η κυβέρνηση κλήθηκε και αυτή όπως και άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, να συνδυάσει αυτά τα ηθικής τάξης επιχειρήματα για τη «σωστή πλευρά της ιστορίας» με την πολιτική των push-backs στο Αιγαίο, τη στήριξη της αιματηρής πολιτικής Νετανιάχου στη Γάζα, και τη διαχείριση της εξωτερικής πολιτικής Τραμπ.
Η στάση της Ελλάδας στο ουκρανικό όντως ενίσχυσε τη θέση της εντός του ΝΑΤΟ και επιβράδυνε την πώληση F16 την περίοδο Μπάιντεν, ενώ στη συνέχεια εντάχθηκε αποτελεσματικά και στους ενεργειακούς σχεδιασμούς Τραμπ μέσω του Κάθετου Διαδρόμου. Αλλά δεν επηρέασε τις ελληνοτουρκικές, αμερικανοτουρκικές ή ευρωτουρκικές σχέσεις υπέρ της χώρας μας. Η Τουρκία, παρά τη στάση του «επιτήδειου ουδέτερου» ενίσχυσε σαφώς τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις μέσω του ουκρανικού, συμμετείχε μέχρι και σε ευρωπαϊκές διασκέψεις για το θέμα από τις οποίες εξαιρέθηκε η Ελλάδα, ενώ απολαμβάνει την ανοχή των εταίρων μας ως προς τη μη επιβολή κυρώσεων στη Ρωσία. Κυρίως, με αφορμή το ουκρανικό έχει αναβαθμίσει ραγδαία τη συνεργασία της αμυντικής της βιομηχανίας με την αμερικανική και τη συνεργασία των ιδιωτικών τουρκικών εταιρειών εξοπλισμών με τις ευρωπαϊκές στο πλαίσιο και του Προγράμματος SAFE.
Έχοντας σηκώσει με τόσο υπερβολικό τρόπο τον ηθικό, ιδεολογικό και γεωπολιτικό πήχη για την ανάγκη και τα οφέλη στήριξης της Ουκρανίας, η Κυβέρνηση δυσκολεύεται να νομιμοποιήσει την συνέχεια αυτής της στήριξης σε επίπεδο εθνικών συμφερόντων αλλά και αρχών. Πώς συμβαδίζει η εικόνα που έχτισε η Κυβέρνηση για τον Ουκρανό Πρόεδρο με τα σκάνδαλα διαφθοράς στον άμεσο περίγυρό του, την ύπαρξη φιλοναζιστικών μονάδων στον ουκρανικό στρατό, ή τον εναγκαλισμό με τον Τούρκο Πρόεδρο και την απόλυτη αποφυγή αναφοράς στην τουρκική κατοχή τμήματος της Κύπρου εδώ και τέσσερα χρόνια; Πώς γίνεται από τη μία η Κυβέρνηση να εκφράζει σε όλους τους τόνους την ανάγκη για άσκηση πίεσης και για απομόνωση της Ρωσίας, αλλά να αντιτίθεται στην προοπτική επιβολής αυστηρού ευρωπαϊκού εμπάργκο στην ελληνική ναυτιλία (full maritime services ban) μέσω της οποίας η Ρωσία εξασφαλίζει κάθε χρόνο δισεκατομμύρια σε έσοδα; Για ποιο λόγο, αφού είναι τόσο σίγουρη η κυβέρνηση για τη στάση της στο ουκρανικό, δεν προχωρά στην κύρωση της Συμφωνίας ασφαλείας στην οποία προέβη με την Ουκρανία όπως άλλες ευρωπαϊκές χώρες;
Το συμπέρασμα για την ελληνική εξωτερική πολιτική είναι η ότι η στήριξη οποιασδήποτε θέσης, χώρας ή λαού, όσο και αν βασίζεται στο διεθνές δίκαιο, πρέπει να έχει ως αφετηρία τον «ρεαλισμό στη βάση αρχών». Όχι αφηγήματα που υψώνουν τόσο τις προσδοκίες ηθικά ή γεωπολιτικά, ώστε να καταρρέουν με κρότο αργά ή γρήγορα υπό το βάρος των εξελίξεων ή των αντιφάσεών τους, συμπαρασύροντας τα χλωρά (στήριξη διεθνούς δικαίου-ενίσχυση θέσης χώρας) με τα ξερά (ηθικό πλεονέκτημα-προκεχωρημένο φυλάκιο Δύσης).
Τρίτον, η Ελλάδα πρέπει να ξαναεπενδύσει στον ρόλο του πυλώνα ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή, ενισχύοντας, παράλληλα, την δημοκρατική, οικονομική και κοινωνική ανθεκτικότητα της.
Ειδικά στη νεοψυχροπολεμική περίοδο που διανύουμε, με έναν πολύ πιο στατικό ρόλο του ΝΑΤΟ, αλλά την ίδια στιγμή με μια πολύ πιο απρόβλεπτη πολιτική από πλευράς Λευκού Οίκου, είναι απαραίτητο η Ελλάδα να επανέλθει στον ρόλο του πυλώνα ειρήνης και σταθερότητας επενδύοντας παράλληλα σε άλλους παράγοντες ισχύος που αφορούν τη θωράκιση των θεσμών της, των εκσυγχρονισμό των υποδομών της, την οικονομική και τεχνολογική της αναβάθμιση, την προώθηση του ρόλου της ως κόμβου διασυνδεσιμότητας και βέβαια τη βελτίωση δεικτών κοινωνικής συνοχής της. Η συμβολή της στην στήριξη του ουκρανικού λαού, ειδικά σε μια δύσκολη χειμερινή περίοδο που οι βομβαρδισμοί εντείνονται και στοχεύουν συνειδητά ενεργειακές υποδομές, είναι επιβεβλημένη τόσο σε ανθρωπιστικό όσο και σε διπλωματικό επίπεδο. Το να καθίσει η Ουκρανία στο τραπέζι με όσο γίνεται πιο ενισχυμένη θέση είναι προς όφελος τόσο της ίδια όσο και της Ευρώπης στο σύνολό της. Ωστόσο, εξίσου απαραίτητο είναι η Ελλάδα να συνταχθεί με τις χώρες που επιδιώκουν να συμβάλουν ουσιαστικά στη διαπραγμάτευση για κατάπαυση πυρός, ανοίγοντας και διαύλους με τη Ρωσία. Αποκλείοντας την νατοϊκή ένταξη της Ουκρανίας υπέρ της ευρωπαϊκής της προοπτικής.
Παράλληλα, πρέπει να αναπτύξει την εξωστρεφή εξωτερική δράση της σε διπλωματικό, οικονομικό, ανθρωπιστικό και πολιτιστικό επίπεδο στη βάση μιας ενεργητικής, πολυδιάστατης πολιτικής ήπιας ισχύος, ιδίως – αλλά όχι μόνο - στην περιοχή της. Η προώθηση της ευρωπαϊκής προοπτικής των δυτικών Βαλκανίων, παράλληλα με την ευρωπαϊκή προοπτική της Ουκρανίας, έχει ιδιαίτερη αξία ιδίως για την περίοδο της ελληνικής προεδρίας το 2027.
Την ίδια στιγμή, η επιστροφή στον ρόλο του πυλώνα ειρήνης και σταθερότητας σημαίνει κάτι πολύ διαφορετικό σήμερα για την Ελλάδα σε σύγκριση με τις προηγούμενες δεκαετίες μεταψυχροπολεμικής ασφάλειας και προβλεψιμότητας. Πρώτον, απαιτείται μια στρατηγική λύσης με αρχή, μέση, τέλος και σαφείς κόκκινες γραμμές, για τα ελληνοτουρκικά και το κυπριακό. Σε έναν νεοψυχροπολεμικό και ασταθή κόσμο πολυκρίσεων η αδράνεια και η μετακύλιση ζητημάτων στις επόμενες γενιές μπορεί να αποδειχτούν καταστροφικές εκτός από δαπανηρές. Απαιτείται παράλληλα μια στρατηγική για την ισορροπία που θα κρατήσει η Ελλάδα μεταξύ, από τη μία των πρωτοβουλιών που έχουν άξονα την Ευρώπη (ενίσχυση στρατηγικής αυτονομίας ΕΕ, ευρωπαϊκός ρόλος εντός του ΝΑΤΟ) και από την άλλη των διμερών σχέσεων με τις ΗΠΑ και τις πρωτοβουλίες Trump (πχ Board of Peace). Παράλληλα, πρέπει να υπάρξει πρόνοια και για τη διαχείριση από πλευράς της Ελλάδας, ενδεχόμενης (αν όχι πιθανής) περιόδου συνεργασίας των ΗΠΑ με τη Ρωσία σε σειρά πεδίων, αφότου επιτευχθεί κατάπαυση πυρός στην Ουκρανία. Ένας επιπλέον λόγος που η επαναξιολόγηση των ελληνορωσικών σχέσεων έχει ιδιαίτερη αξία.
Τέλος, επιβάλλεται η ανάπτυξη μιας ισχυρής κουλτούρας υποστήριξης της ασφάλειας και ανθεκτικότητας όχι μόνο στους θεσμούς αλλά και στην κοινωνία και οικονομία, που θα θωρακίζει την χώρα απέναντι σε κακόβουλες παρεμβάσεις τρίτων στο πολιτικό σύστημα, στην οικονομία και στα ΜΜΕ. Ειδικά σε μια περίοδο που ο η παραπληροφόρηση, η παρέμβαση στα εσωτερικά της χώρας και γενικότερα ο υβριδικός πόλεμος αποτελούν υπαρκτές προκλήσεις με προέλευση κέντρα που βρίσκονται στην ανατολή αλλά και στη δύση. Η περίοδος των φιλελεύθερων ηθικών πλεονεκτημάτων και των ριζοσπαστικών αγωνιστικών αυταπατών τελείωσε. Όχι όμως προς όφελος ενός κόσμου που βασίζεται στο δίκαιο του ισχυρού και στον κυνισμό. Η ανάγκη για μια γειωμένη, προοδευτική, διεκδικητική εθνική στρατηγική «ρεαλισμού στη βάση αξιών» που να θωρακίζει την ασφάλεια της χώρας, αλλά να ενισχύει και την εξωστρέφειά της χωρίς ιδεοληψίες, στη βάση μιας πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, είναι επιτακτική. Και πρέπει να μπολιάσει την ελληνική εξωτερική πολιτική και κυρίως την προσέγγισή μας για την θέση της Ελλάδας στον νεοψυχροπολεμικό κόσμο που διαμορφώνεται ραγδαία, με καταλύτη τον πόλεμο στην Ουκρανία.

























