Κατά είκοσι μονάδες έχει υποχωρήσει η συνδικαλιστική πυκνότητα στην Ελλάδα, ποσοστό αντίστοιχο με αυτό που παρατηρείται στην Ευρώπη, επισημαίνει στο Dnews ο Γιάννης Κουζής, Καθηγητής Εργασιακών Σχέσεων και πρόεδρος Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου.
«Το ποσοστό του συνδικαλισμού στην Ελλάδα σήμερα δεν υπερβαίνει το 25%, (περίπου 60% στο Δημόσιο και μόλις 10% στον ιδιωτικό τομέα). Επίσης το ποσοστό κάλυψης από συλλογικές συμβάσεις, μετά από τις μνημονιακές σχετικές τεκτονικές αλλαγές, έχει υποχωρήσει από το 100% στο 30% ενισχύοντας την εξατομίκευση των εργασιακών σχέσεων. Η παρουσία των νέων κοιτασμάτων της μισθωτής εργασίας στα συνδικάτα(νέοι, γυναίκες, ευέλικτα εργαζόμενοι, μετανάστες, εργαζόμενοι σε νέες τεχνολογίες) είναι περιθωριακή ενώ απουσιάζουν ειδικές δράσεις προσέλκυσής τους. Η τυπική ενότητα της μιας ΓΣΕΕ ακυρώνεται ουσιαστικά στην πράξη όταν ούτε ο κοινός εορτασμός της πρωτομαγιάς δεν είναι εφικτός τα τελευταία 25 χρόνια», αναφέρει χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων, ο Γ. Κουζής.
Γιατί όμως φθίνει το συνδικαλιστικό κίνημα; Μήπως έρχεται το τέλος του; Υπάρχουν προτάσεις για την αναζωογόνησή του; Ο Γιάννης Κουζής, με αφορμή τον εορτασμό της Εργατικής Πρωτομαγιάς προσεγγίζει σε βάθος το θέμα.
Γιατί όλο και φθίνει το συνδικαλιστικό κίνημα κ. Κουζή;
Το φαινόμενο της σταδιακής μείωσης της συνδικαλιστικής πυκνότητας στην Ελλάδα κατά την τελευταία 35ετία ακολουθεί την γενικότερη τάση που καταγράφεται στον ευρωπαϊκό και διεθνή χώρο. Είναι ενδεικτικό άλλωστε ότι κατά την ίδια περίοδο το ποσοστό του συνδικαλισμού στην Ευρώπη, κατά μέσο όρο, έχει υποχωρήσει κατά 20 περίπου εκατοστιαίες μονάδες, όπως ακριβώς συμβαίνει και στον ελληνικό χώρο. Οι αιτίες είναι πολλές και διακρίνονται σε εξωγενείς παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά την συνδικαλιστική ένταξη και δράση, καθώς και σε ενδογενείς όταν τα ίδια τα συνδικάτα με πράξεις και παραλείψεις οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα. Πρόκειται για τις αλλαγές στο παραγωγικό και εργασιακό πρότυπο των πρώτων 30 μεταπολεμικών χρόνων με την ένταση της διεθνοποίησης της πολιτικής του κεφαλαίου, την συρρίκνωση της απασχόλησης στη βιομηχανία που ήταν το προπύργιο του συνδικαλισμού, την εκτόξευση των ευέλικτων μορφών εργασίας και της επισφάλειας που εντείνεται από την χαλάρωση της προστασίας από τις απολύσεις και από τα υψηλά ποσοστά ανεργίας. Σημαντικότερη όλων είναι η κυριαρχία των νεοφιλελεύθερων αξιών που αποθεώνουν τον ατομισμό σε βάρος των συλλογικών οραμάτων και του συνδικαλισμού που καταγγέλλεται ως αναχρονιστικό και αντιαναπτυξιακό μόρφωμα. Αυτή η κατάσταση που έντεχνα καλλιεργείται στο σώμα των σύγχρονων κοινωνιών δεν επηρεάζει μόνο τον βαθμό ένταξης στα συνδικάτα αλλά παράλληλα περιορίζει και τους πολιτικούς τους συμμάχους . Αυτό συμβαίνει όταν πολιτικές δυνάμεις που παραδοσιακά στήριζαν τις διεκδικήσεις του συνδικαλιστικού κινήματος διολισθαίνουν στην στήριξη και στην εφαρμογή νεοφιλελεύθερων προταγμάτων ή βιώνουν την σταδιακή αποδυνάμωσή τους στη νέα εποχή. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο υπάρχει μια ευρεία πολιτική συναίνεση για την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων παρά τις αποχρώσεις, σε περιεχόμενο και σε ένταση, που αυτή πραγματοποιείται.
Το φαινόμενο δεν παρατηρείται μόνο στη χώρα μας, αλλά και παγκοσμίως. Στην Ελλάδα τι ακριβώς συμβαίνει;
Τα παραπάνω φαινόμενα αν και καταγράφονται σε παγκόσμια κλίμακα, διατηρούν τις ιδιαίτερες εκφράσεις τους από χώρα σε χώρα. Η περίπτωση της Ελλάδας έχει τα δικά της χαρακτηριστικά με διατηρούμενες παθογένειες πολλών δεκαετιών που, ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή, επιβαρύνουν περισσότερο την εικόνα των συνδικάτων δίνοντας αφορμές στους ταξικούς αντιπάλους τους για την συνολική αποδόμησή τους. Το ποσοστό του συνδικαλισμού στην Ελλάδα σήμερα δεν υπερβαίνει το 25%, (περίπου 60% στο Δημόσιο και μόλις 10% στον ιδιωτικό τομέα). Επίσης το ποσοστό κάλυψης από συλλογικές συμβάσεις, μετά από τις μνημονιακές σχετικές τεκτονικές αλλαγές, έχει υποχωρήσει από το 100% στο 30% ενισχύοντας την εξατομίκευση των εργασιακών σχέσεων. Η παρουσία των νέων κοιτασμάτων της μισθωτής εργασίας στα συνδικάτα(νέοι, γυναίκες, ευέλικτα εργαζόμενοι, μετανάστες, εργαζόμενοι σε νέες τεχνολογίες) είναι περιθωριακή ενώ απουσιάζουν ειδικές δράσεις προσέλκυσής τους. Η τυπική ενότητα της μιας ΓΣΕΕ ακυρώνεται ουσιαστικά στην πράξη όταν ούτε ο κοινός εορτασμός της πρωτομαγιάς δεν είναι εφικτός τα τελευταία 25 χρόνια. Η παρουσία των παρατάξεων, λιγότερο σήμερα ως φορέων ιδεολογικών ρευμάτων λόγω των πολιτικών συγκλίσεων που έχουν προκύψει την τελευταία 15ετία, λειτουργεί περισσότερο ως κομματικοί και προσωπικοί μηχανισμοί αναδεικνύοντας την υπεροχή της κομματικής αντί μιας γνήσιας συνδικαλιστικής κουλτούρας. Για αυτό και επί χρόνια παρατηρείται ο οίστρος κινητοποίησης των παρατάξεων ενόψει των συνδικαλιστικών αρχαιρεσιών σε αντίθεση με τον βαθμό κινητοποίησης που θα έπρεπε να επιδεικνύουν για την επιτυχία των απεργιών που τυπικά ομόφωνα έχουν κηρυχθεί. Και όλα αυτά όταν παραμένουν σταθερές οι σχέσεις συνδικαλιστικών στελεχών με πολιτικούς φορείς που έμπρακτα συνέβαλαν στον κατά συρροή βιασμό των δικαιωμάτων του κόσμου της εργασίας, τουλάχιστον, μέσα στην τελευταία 15ετία.
Μήπως έρχεται το τέλος του συνδικαλιστικού κινήματος;
Η άποψη για το τέλος των συνδικάτων έχει έντονα αναπτυχθεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες σε συνδυασμό με την θεωρία για το τέλος της εργασίας. Ωστόσο η εργασία παραμένει πάντα ο παραγωγός του πλούτου, και μάλιστα, όταν σήμερα οι εργαζόμενοι βιώνουν πρωτοφανείς επιθέσεις στα δικαιώματά τους, ο συνδικαλισμός αποτελεί αδήριτη αναγκαιότητα ως βασικό εργαλείο ανάσχεσής τους. Αυτή η αναγκαιότητα αναδεικνύεται και από τα ελπιδοφόρα μηνύματα συνδικάτων βάσης στην Ελλάδα, όπως και στον διεθνή χώρο με τις πρόσφατες κινητοποιήσεις και στην μητρόπολη του καπιταλισμού σε επιχειρήσεις με ιδιαίτερα δύσκολη την παρουσία συνδικαλισμού, όπως στην Amazon.
Υπάρχουν προτάσεις για την αναζωογόνηση του συνδικαλιστικού κινήματος;
Η αναζωογόνηση του συνδικαλισμού είναι στενά συνυφασμένη με την συστηματική αποκωδικοποίηση των εφαρμογών του νέου «πολιτισμού» της νεοφιλελεύθερης σκέψης με στόχο την αποτροπή της υιοθέτησης των διακηρύξεών της και την αποκατάσταση της έννοιας της συλλογικότητας. Η ευρύτερη ιδεολογική παρέμβαση σε αυτή την κατεύθυνση διαπερνάται από την ανάγκη επιστροφής και προσήλωσης στις διαχρονικές αρχές του παγκόσμιου εργατικού κινήματος προσαρμοσμένες στα σημερινά δεδομένα, που και στην Ελλάδα έχουν συχνά εκ των έσω απεμποληθεί. Αυτές οι αρχές συμπυκνώνονται στα εξής: α) Στην αλληλεγγύη ανάμεσα σε όλες τις δυνάμεις της μισθωτής εργασίας , χωρίς αποκλεισμούς, καθώς και στην ανάπτυξη μορφών διεθνούς συνεργασίας και αλληλεγγύης στο πλαίσιο της διεθνοποίησης της παρέμβασης του συνδικαλιστικού κινήματος, β) Στην ουσιαστική ενότητα σε τριτοβάθμιο συνδικαλιστικό επίπεδο και στην έμπρακτη αντιμετώπιση καταπολέμηση του οργανωτικού πολυκερματισμού των δευτεροβάθμιων και πρωτοβάθμιων συνδικάτων που αναπαράγουν την αναποτελεσματικότητα δράσης χάριν προτεραιοτήτων που αποκλίνουν από τις συνδικαλιστικές αξίες , γ)Στην λειτουργική και οργανωτική αυτονομία από εξωγενείς παράγοντες που παρεμβαίνουν άμεσα και έμμεσα στην εσωτερική ζωή των συνδικάτων, δ) Στην επίμονη αναζήτηση της ανάγκης της μαζικότητας και της αποτελεσματικότητας της συνδικαλιστικής δράσης με συστηματικές πρωτοβουλίες ένταξης νέων μελών στα συνδικάτα, και με την οργάνωση των κινητοποιήσεων με όρους συμβολής στην αναγκαιότητα του συνδικαλισμού αντί των «τυπικών» δράσεων που οδηγούν στην απογοήτευση και στην παθητικότητα, ε) Στην ανιδιοτελή στάση, εν είδει λειτουργήματος, των συνδικαλιστικών στελεχών σε βάρος πρακτικών τυπικής και ουσιαστικής αποξένωσης από την κοινωνική βάση που εκπροσωπούν.
(Ο Γιάννης Κουζής είναι Καθηγητής Εργασιακών Σχέσεων, Πρόεδρος Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής Παντείου Πανεπιστημίου)




























