Θετικές επιδόσεις σε επίπεδο κερδοφορίας, πιστωτικής επέκτασης και καταθέσεων κατέγραψε η Alpha Bank κατά το τρίτο τρίμηνο και το 9μηνο του 2026, με τα οικονομικά αποτελέσματα να αποτυπώνουν τη δυναμική των βασικών τραπεζικών δραστηριοτήτων, την ενίσχυση των εσόδων από τόκους και προμήθειες, καθώς και τη θετική συνεισφορά των πρόσφατων εξαγορών.
Τα καθαρά κέρδη που αναλογούν στους μετόχους της τράπεζας διαμορφώθηκαν σε 766,1 εκατ. ευρώ στο 9μηνο, σημειώνοντας αύξηση 8,4% σε ετήσια βάση, ενώ τα προσαρμοσμένα κέρδη μετά από φόρους ανήλθαν σε 778,5 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 14,2% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Κατά το τρίτο τρίμηνο, τα καθαρά κέρδη διαμορφώθηκαν σε 268,9 εκατ. ευρώ, ενώ τα προσαρμοσμένα κέρδη ανήλθαν σε 283,2 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 3,1% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο.
Η απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων, με βάση τα προσαρμοσμένα κέρδη, διαμορφώθηκε σε 15,5% το τρίτο τρίμηνο και σε 14,5% στο εννεάμηνο, ενώ ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας CET1 ανήλθε σε 14,5%, ενσωματώνοντας πρόβλεψη για διανομή μερίσματος ύψους 421 εκατ. ευρώ για το εννεάμηνο.
Καθοριστική για την κερδοφορία της Alpha Bank ήταν η ενίσχυση των καθαρών εσόδων από τόκους, τα οποία διαμορφώθηκαν σε 472,2 εκατ. ευρώ το τρίτο τρίμηνο, αυξημένα κατά 8,2% σε τριμηνιαία βάση.
Πρόκειται για την υψηλότερη τριμηνιαία επίδοση από το τέταρτο τρίμηνο του 2017, σύμφωνα με τη διοίκηση της τράπεζας, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στην αύξηση των υπολοίπων χορηγήσεων, στις υψηλότερες αποδόσεις των δανείων και στη θετική συνεισφορά του χαρτοφυλακίου ομολόγων.
Σε επίπεδο εννεαμήνου, τα καθαρά έσοδα από τόκους ανήλθαν σε 1,325 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 10,7% σε ετήσια βάση.
Παράλληλα, τα έσοδα από αμοιβές και προμήθειες διαμορφώθηκαν σε 156,3 εκατ. ευρώ το τρίτο τρίμηνο, μειωμένα κατά 16,3% σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο, καθώς η προηγούμενη περίοδος είχε ενισχυθεί από το μέρισμα της PRODEA.
Ωστόσο, εξαιρουμένης της συγκεκριμένης επίδρασης, τα έσοδα από προμήθειες παρουσίασαν αύξηση 6,2% σε τριμηνιαία βάση, με βασικούς μοχλούς τις εργασίες καρτών και πληρωμών, καθώς και τη διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων.
Στο εννεάμηνο, τα έσοδα από προμήθειες ανήλθαν σε 482,7 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 32,2% σε ετήσια βάση, ενώ χωρίς τα μερίσματα της PRODEA η αύξηση διαμορφώθηκε σε 25,4%.
Τα συνολικά λειτουργικά έσοδα του Ομίλου ανήλθαν σε 633,9 εκατ. ευρώ το τρίτο τρίμηνο και σε 1,848 δισ. ευρώ στο εννεάμηνο, παρουσιάζοντας ετήσια αύξηση 13,5%.
Σημαντική ήταν η συμβολή της πιστωτικής επέκτασης στην ανάπτυξη των εργασιών της Alpha Bank, με την καθαρή αύξηση των χορηγήσεων στην Ελλάδα να διαμορφώνεται σε 2,6 δισ. ευρώ στο εννεάμηνο του 2026.
Μόνο κατά το τρίτο τρίμηνο, η καθαρή πιστωτική επέκταση ανήλθε σε 400 εκατ. ευρώ, καθώς η αυξημένη ζήτηση για επιχειρηματική χρηματοδότηση αντισταθμίστηκε εν μέρει από το υψηλό επίπεδο αποπληρωμών.
Οι νέες εκταμιεύσεις δανείων στην ελληνική αγορά διαμορφώθηκαν σε 3,1 δισ. ευρώ το τρίτο τρίμηνο και σε 10,1 δισ. ευρώ στο εννεάμηνο, καταγράφοντας αύξηση 22% σε ετήσια βάση.
Η χρηματοδότηση κατευθύνθηκε κυρίως στους κλάδους των μεταφορών, του εμπορίου, της μεταποίησης και του τουρισμού, αντανακλώντας τη συνεχιζόμενη ζήτηση για επενδυτικά και επιχειρηματικά κεφάλαια.
Το χαρτοφυλάκιο εξυπηρετούμενων δανείων του Ομίλου, εξαιρουμένων των ομολογιών υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας των συναλλαγών Galaxy και Cosmos, ανήλθε σε 40,4 δισ. ευρώ, ενισχυμένο κατά 1% σε τριμηνιαία και κατά 13,1% σε ετήσια βάση.
Ανοδικά κινήθηκαν και οι καταθέσεις του Ομίλου, οι οποίες διαμορφώθηκαν σε 59,9 δισ. ευρώ στο τέλος Σεπτεμβρίου, αυξημένες κατά 1,5 δισ. ευρώ ή 2,5% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο.
Σε ετήσια βάση, η αύξηση των καταθέσεων ανήλθε σε 7,1 δισ. ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 13,3%, εξέλιξη που ενισχύει τη χρηματοδοτική βάση της τράπεζας.
Η τριμηνιαία άνοδος προήλθε από την αύξηση των κύριων καταθέσεων κατά 900 εκατ. ευρώ και των προθεσμιακών καταθέσεων κατά 600 εκατ. ευρώ, κυρίως από επιχειρήσεις.
Ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις διαμορφώθηκε σε 77%, ενώ ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας ανήλθε σε 180%, παραμένοντας σημαντικά υψηλότερα από τις ελάχιστες εποπτικές απαιτήσεις.
Την ίδια στιγμή, τα υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία διαμορφώθηκαν σε 28,2 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 32% σε ετήσια βάση, παρά την υποχώρησή τους κατά 900 εκατ. ευρώ σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, λόγω χαμηλότερων αποτιμήσεων.
Η συγκράτηση των λειτουργικών δαπανών αποτέλεσε έναν ακόμη παράγοντα που στήριξε την κερδοφορία της Alpha Bank.
Τα επαναλαμβανόμενα λειτουργικά έξοδα μειώθηκαν κατά 3,6% σε τριμηνιαία βάση και διαμορφώθηκαν σε 231 εκατ. ευρώ, κυρίως λόγω της μείωσης των δαπανών προσωπικού κατά 9,3% και των αποσβέσεων κατά 7,2%.
Η εξέλιξη αυτή αντισταθμίστηκε εν μέρει από την αύξηση των γενικών διοικητικών εξόδων, που συνδέεται με υψηλότερους φόρους, αμοιβές τρίτων και δαπάνες κτιριακών εγκαταστάσεων.
Σε επίπεδο εννεαμήνου, πάντως, τα επαναλαμβανόμενα λειτουργικά έξοδα αυξήθηκαν κατά 12,2%, φθάνοντας τα 698,8 εκατ. ευρώ, λόγω των αυξημένων αμοιβών προσωπικού, των γενικών εξόδων και των αποσβέσεων.
Ο δείκτης εξόδων προς έσοδα διαμορφώθηκε σε 37,8% στο εννεάμηνο, έναντι 38,3% την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Σε ό,τι αφορά την ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων του Ομίλου διαμορφώθηκε σε 3,8% στο τέλος Σεπτεμβρίου, έναντι 3,6% στο τέλος του προηγούμενου τριμήνου.
Τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα στην Ελλάδα ανήλθαν σε 1,6 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 86 εκατ. ευρώ σε τριμηνιαία βάση, κυρίως λόγω νέων εισροών από επιχειρηματικά δάνεια.
Σε επίπεδο Ομίλου, τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα διαμορφώθηκαν σε περίπου 1,8 δισ. ευρώ, με τον δείκτη κάλυψής τους από προβλέψεις να ανέρχεται σε 52%.
Το κόστος πιστωτικού κινδύνου διαμορφώθηκε σε 43 μονάδες βάσης το τρίτο τρίμηνο, έναντι 39 μονάδων βάσης το προηγούμενο τρίμηνο, ενώ στο εννεάμηνο ανήλθε σε 42 μονάδες βάσης.
Η κεφαλαιακή θέση της Alpha Bank παρέμεινε ισχυρή, με τα κεφάλαια CET1 να ανέρχονται σε 5,1 δισ. ευρώ και τον αντίστοιχο δείκτη να διαμορφώνεται σε 14,5%.
Στον υπολογισμό περιλαμβάνεται η πρόβλεψη για διανομή μερίσματος ύψους 421 εκατ. ευρώ για το εννεάμηνο, ενώ η οργανική κερδοφορία συνέβαλε θετικά στην κεφαλαιακή επάρκεια κατά 124 μονάδες βάσης.
Η ενσώματη καθαρή θέση της τράπεζας ανήλθε σε 7,9 δισ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 2,1% σε τριμηνιαία και 4% σε ετήσια βάση. Εξαιρουμένων των καταβολών μερισμάτων, η ετήσια αύξηση διαμορφώθηκε σε 10,7%.
Η ενσώματη λογιστική αξία ανά μετοχή ανήλθε σε 3,52 ευρώ.
Βασίλης Ψάλτης: Γερά θεμέλια για περαιτέρω ανάπτυξη
Την ικανοποίησή του για την πορεία της τράπεζας εξέφρασε ο διευθύνων σύμβουλος της Alpha Bank, Βασίλης Ψάλτης, επισημαίνοντας ότι οι επιδόσεις του τρίτου τριμήνου επιβεβαιώνουν τη δυναμική του επιχειρηματικού μοντέλου και την ανθεκτικότητα του ισολογισμού.
Όπως ανέφερε: «Στις 12 Οκτωβρίου η Alpha Bank παρουσίασε τη νέα εταιρική της ταυτότητα, σηματοδοτώντας την ολοκλήρωση ενός φιλόδοξου μετασχηματισμού που υλοποιήσαμε τα τελευταία χρόνια. Η νέα μας ταυτότητα τιμά την ιστορία σχεδόν 150 ετών της Τράπεζας, ευθυγραμμίζεται πλήρως με τον νέο μας Σκοπό και τις Αξίες μας και αποτυπώνει με σαφήνεια τη στρατηγική μας τοποθέτηση για το μέλλον. Καθώς η Alpha Bank εξελίσσεται σε έναν ισχυρότερο οργανισμό, με περισσότερες δυνατότητες και δεξιότητες, ακόμη πιο κοντά στους ανθρώπους, τις επιχειρήσεις και τις κοινωνίες που υπηρετούμε, η νέα ταυτότητα εκφράζει τόσο την πρόοδο που έχουμε πετύχει όσο και τις φιλοδοξίες μας για τα επόμενα χρόνια. Η θερμή ανταπόκριση που λάβαμε από τους πελάτες, τους εργαζομένους και τους συνεργάτες μας επιβεβαιώνει ότι κινούμαστε στη σωστή κατεύθυνση.
Παράλληλα, προχωρήσαμε σε δύο σημαντικές πρωτοβουλίες για την ενίσχυση των ανθρώπων μας: τη δημιουργία ενός νέου προγράμματος που προσφέρει στους ηλικιωμένους γονείς των εργαζομένων μας ασφάλιση υγείας και φροντίδα κατ’ οίκον, καθώς και τη χορήγηση μισθολογικών αυξήσεων στους χρηματοοικονομικούς συμβούλους μας. Οι πρωτοβουλίες αυτές αντικατοπτρίζουν έμπρακτα τη δέσμευσή μας απέναντι στους ανθρώπους μας και το είδος του οργανισμού που οικοδομούμε.
Σε επίπεδο οικονομικών επιδόσεων, το τρίτο τρίμηνο επιβεβαίωσε τη δυναμική του επιχειρηματικού μας μοντέλου, που ενισχύεται περαιτέρω από τη συνεισφορά των πρόσφατων εξαγορών μας και τη συνεχή ανθεκτικότητα του ισολογισμού μας, επιτρέποντάς μας να εισέλθουμε στην τελική ευθεία του 2026 από θέση ισχύος.
Τα καθαρά έσοδα από τόκους διαμορφώθηκαν στα 472 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας την υψηλότερη τριμηνιαία επίδοση από το τέταρτο τρίμηνο του 2017, αντανακλώντας τη συνεχιζόμενη ανάπτυξη του χαρτοφυλακίου χορηγήσεων και το ευνοϊκό επιτοκιακό περιβάλλον. Τα έσοδα από προμήθειες ανήλθαν σε 156 εκατ. ευρώ, με βασικούς πυλώνες ανάπτυξης τις κάρτες και τις πληρωμές, καθώς και την ενίσχυση των εργασιών διαχείρισης κεφαλαίων μετά από ένα πιο ήπιο δεύτερο τρίμηνο. Τα συνολικά λειτουργικά έσοδα διαμορφώθηκαν στα 634 εκατ. ευρώ, ενώ η πειθαρχημένη διαχείριση του κόστους διατήρησε τον δείκτη κόστους προς έσοδα εντός των αναμενόμενων επιπέδων. Τα προσαρμοσμένα κέρδη του τριμήνου ανήλθαν σε 283 εκατ. ευρώ, ενώ τα αντίστοιχα κέρδη εννεαμήνου αυξήθηκαν κατά 14% σε ετήσια βάση, φθάνοντας τα 779 εκατ. ευρώ.
Παρά τις αβεβαιότητες που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν το διεθνές μακροοικονομικό περιβάλλον, έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη στη χρηματοοικονομική ισχύ της Τράπεζας. Η κεφαλαιακή μας θέση παραμένει ισχυρή, οι προβλέψεις μας διαμορφώνονται με σύνεση και η χρηματοδοτική μας βάση είναι στέρεη και διαφοροποιημένη. Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με μεγάλο μέρος της Ευρώπης, με ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, συνεχή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και ένα διαρκώς διευρυνόμενο χαρτοφυλάκιο επενδυτικών σχεδίων. Οι συνθήκες αυτές ενισχύουν την πεποίθησή μας ότι τα θεμέλια για την επόμενη φάση ανάπτυξης της Alpha Bank είναι ήδη καλά εδραιωμένα.
Την επόμενη εβδομάδα, στο Investor Day, θα παρουσιάσουμε τις στρατηγικές μας προτεραιότητες έως το 2030. Οι οικονομικές επιδόσεις που αποτυπώνονται στα αποτελέσματα αυτά, σε συνδυασμό με τη νέα ταυτότητα που παρουσιάσαμε τον Οκτώβριο, μας προσφέρουν μια στέρεη βάση για να ανοίξουμε το επόμενο κεφάλαιο της πορείας της Alpha Bank. Έχουμε πολλά να μοιραστούμε για το μέλλον και προσβλέπουμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στον διάλογο που θα έχουμε στις 5 Νοεμβρίου».






























