Τις επτά στρατηγικές εξαγορές που ολοκλήρωσε η Alpha Bank μέσα σε έναν χρόνο ανέδειξε ως το πιο χαρακτηριστικό δείγμα της μετάβασης του ομίλου σε μια νέα φάση ανάπτυξης ο διευθύνων σύμβουλος της τράπεζας, Βασίλης Ψάλτης, κατά την Τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων. Όπως τόνισε, ο κύκλος της ανασυγκρότησης που ξεκίνησε το 2019 έχει πλέον ολοκληρωθεί και η τράπεζα περνά σε μια περίοδο επέκτασης, με στόχο τη διεύρυνση των δραστηριοτήτων της και τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου χρηματοοικονομικού οργανισμού.
«Δεν αποκτήσαμε απλώς εταιρείες. Προσθέσαμε ποιότητα και δυνατότητες», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Ψάλτης, εξηγώντας ότι οι εξαγορές δεν έγιναν αποσπασματικά αλλά εντάσσονται σε μια ενιαία στρατηγική που διευρύνει το αποτύπωμα της Alpha Bank σε κρίσιμους τομείς της τραπεζικής και των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.
Οι εξαγορές και η στρατηγική επέκτασης
Στο πλαίσιο αυτό, η εξαγορά της AstroBank ενίσχυσε σημαντικά την παρουσία της Alpha Bank στην κυπριακή αγορά, καθιστώντας την τρίτη μεγαλύτερη τράπεζα στη χώρα. Παράλληλα, η απόκτηση της AXIA δημιούργησε, σύμφωνα με τον ίδιο, την ισχυρότερη πλατφόρμα επενδυτικής τραπεζικής στην Ελλάδα, την Κύπρο και την ευρύτερη περιοχή, ενώ η FlexFin άνοιξε νέες δυνατότητες χρηματοδότησης για μικρομεσαίες επιχειρήσεις που μέχρι σήμερα δεν εξυπηρετούνταν επαρκώς από το παραδοσιακό τραπεζικό σύστημα. Την ίδια στιγμή, οι κινήσεις στις ασφαλιστικές δραστηριότητες μέσω των Altius και Universal Life στην Κύπρο, αλλά και η εξαγορά της AlphaTrust, ενίσχυσαν τις δυνατότητες του ομίλου στη διαχείριση περιουσίας και στο wealth management.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Alpha Bank σημείωσε ότι πίσω από κάθε εξαγορά βρίσκονται άνθρωποι, τεχνογνωσία και εταιρικές κουλτούρες που εμπλουτίζουν τον οργανισμό. Όπως είπε, στόχος δεν ήταν η απλή απορρόφηση εταιρειών, αλλά η δημιουργία ενός οργανισμού που θα μπορεί να συνοδεύει τον πελάτη σε κάθε στάδιο της οικονομικής του δραστηριότητας, από τη χρηματοδότηση και την επενδυτική τραπεζική μέχρι τη διαχείριση περιουσίας και τις ασφαλιστικές υπηρεσίες.
Η συνεργασία με τη UniCredit
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη στρατηγική συνεργασία με τη UniCredit, την οποία χαρακτήρισε ως μία επιλογή που υπερβαίνει τα όρια μιας απλής επιχειρηματικής συμφωνίας. Σύμφωνα με τον ίδιο, η συνεργασία παρέχει στην Alpha Bank πρόσβαση σε διεθνή τεχνογνωσία, πανευρωπαϊκό δίκτυο και νέες χρηματοδοτικές δυνατότητες για τις ελληνικές επιχειρήσεις, ενισχύοντας σημαντικά το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα χωρίς να μεταβάλλει τον χαρακτήρα της τράπεζας.
Οι προκλήσεις για την ελληνική οικονομία
Ο κ. Ψάλτης συνέδεσε τον νέο κύκλο ανάπτυξης της Alpha Bank με τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, υποστηρίζοντας ότι η χώρα έχει επιστρέψει σε τροχιά ανάπτυξης, αλλά πλέον το ζητούμενο είναι η σύγκλιση με τις πιο ανταγωνιστικές οικονομίες της Ευρώπης. Όπως τόνισε, η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σε παραγωγικότητα, ενώ οι επενδύσεις, παρά τη σημαντική αύξησή τους τα τελευταία χρόνια, παραμένουν κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Για τον λόγο αυτό, προειδοποίησε ότι η ενίσχυση του παραγωγικού μοντέλου αποτελεί μονόδρομο. «Δεν υπάρχει ουδέτερη επιλογή. Ή θα προχωρήσουμε στις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές και στις επενδύσεις ή θα πληρώσουμε ξανά το κόστος της αδράνειας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, επισήμανε ότι ο ρόλος των τραπεζών δεν περιορίζεται πλέον στη χορήγηση δανείων, αλλά επεκτείνεται στη στήριξη της καινοτομίας, της εξωστρέφειας και των επιχειρήσεων που επενδύουν στην τεχνολογία και δημιουργούν υψηλή προστιθέμενη αξία. Όπως είπε, η Alpha Bank φιλοδοξεί να αποτελέσει τον βασικό χρηματοδοτικό εταίρο αυτής της μετάβασης, διοχετεύοντας κεφάλαια σε τομείς που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Ιστορική κερδοφορία και επιστροφή κεφαλαίου στους μετόχους
Στο επιχειρηματικό επίπεδο, ο διευθύνων σύμβουλος υπενθύμισε ότι η Alpha Bank ολοκλήρωσε το 2025 με ιστορική κερδοφορία, καταγράφοντας καθαρά κέρδη 943,3 εκατ. ευρώ, ενώ η Γενική Συνέλευση καλείται να εγκρίνει επιστροφή 519 εκατ. ευρώ στους μετόχους μέσω μερίσματος και επαναγοράς ιδίων μετοχών, καθώς και τη διάθεση συνολικά 21 εκατ. ευρώ σε επιλέξιμους εργαζομένους. Όπως τόνισε, τα αποτελέσματα αυτά αποτελούν την απόδειξη ότι η στρατηγική του ομίλου αποδίδει, ανοίγοντας τον δρόμο για την επόμενη φάση ανάπτυξης.
Τσιτσιράγκος: Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι το επενδυτικό κενό
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Alpha Bank, Δημήτρης Τσιτσιράγκος, χαρακτήρισε την κάλυψη του επενδυτικού κενού ως τη μεγαλύτερη πρόκληση για την ελληνική οικονομία. Όπως είπε, η χώρα έχει ανακτήσει τη δημοσιονομική της σταθερότητα και παρουσιάζει ανθεκτικότητα απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις, ωστόσο η συνέχιση της αναπτυξιακής πορείας προϋποθέτει τη διατήρηση υψηλών επενδύσεων.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η ελληνική οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί με ρυθμό κοντά στο 1,8%, παρά τις επιπτώσεις από τις γεωπολιτικές εξελίξεις και το περιβάλλον υψηλών επιτοκίων στην Ευρωζώνη. Επισήμανε, ωστόσο, ότι μετά το 2027, με την ολοκλήρωση της αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, η χώρα θα πρέπει να στηριχθεί περισσότερο στις δικές της παραγωγικές δυνάμεις και στην προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Ο κ. Τσιτσιράγκος αναφέρθηκε ακόμη στις βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία, όπως ο επίμονος πληθωρισμός, που συνεχίζει να περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και το δημογραφικό πρόβλημα, τα οποία καθιστούν ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη αύξησης της παραγωγικότητας.
Η τεχνητή νοημοσύνη και το μέλλον της Alpha Bank
Κλείνοντας, τόνισε ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει σημαντικό μοχλό ενίσχυσης της αναπτυξιακής δυναμικής της οικονομίας, ενώ σημείωσε ότι η στρατηγική συνεργασία της Alpha Bank με τη UniCredit προσφέρει στον όμιλο σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τα επόμενα χρόνια.






























