Ισχυρή λειτουργική επίδοση κατέγραψε ο Όμιλος ΑΒΑΞ κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, παρουσιάζοντας αύξηση του κύκλου εργασιών και διατηρώντας υψηλή κερδοφορία, παρά τις προκλήσεις που διαμορφώνει το μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό και οικονομικό περιβάλλον στην ευρύτερη περιοχή.
Σύμφωνα με τα μη ελεγμένα οικονομικά αποτελέσματα που ανακοίνωσε η εταιρεία, ο ενοποιημένος κύκλος εργασιών ανήλθε στα 208,4 εκατ. ευρώ, αυξημένος κατά 17,3% σε σχέση με τα 177,7 εκατ. ευρώ της αντίστοιχης περιόδου του 2025. Η ενίσχυση των εσόδων αποδίδεται στη σημαντική πρόοδο των έργων που υλοποιεί ο όμιλος στην Ελλάδα και τη Ρουμανία.
Τα κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) διαμορφώθηκαν στα 26,7 εκατ. ευρώ από 26,2 εκατ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα, με το περιθώριο EBITDA του κατασκευαστικού κλάδου να παραμένει σε υψηλά επίπεδα, στο 10,7%, έναντι 10,8% για το σύνολο του 2025. Τα καθαρά κέρδη μετά φόρων ανήλθαν σε 10,6 εκατ. ευρώ, έναντι 11,9 εκατ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο της προηγούμενης χρήσης.
Αυξημένος εμφανίζεται ο καθαρός τραπεζικός δανεισμός του ομίλου, ο οποίος μαζί με τις υποχρεώσεις από leasing εξοπλισμού διαμορφώθηκε στα 239,6 εκατ. ευρώ στις 31 Μαρτίου 2026, από 200,9 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2025. Η διοίκηση αποδίδει την εξέλιξη αυτή στις καθυστερήσεις στις πιστοποιήσεις έργων, που επηρέασαν προσωρινά το κεφάλαιο κίνησης, καθώς και στην εφαρμογή πολιτικής εξορθολογισμού του συναλλακτικού κυκλώματος. Παρά την αύξηση του δανεισμού, ο δείκτης μόχλευσης διατηρήθηκε σε χαμηλά επίπεδα, στο 2,0 φορές EBITDA, έναντι 1,7 φορές στο τέλος της προηγούμενης χρήσης.
Παράλληλα, ο όμιλος συνεχίζει να διαθέτει ισχυρό χαρτοφυλάκιο συμμετοχών σε έργα παραχωρήσεων και Συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), με την εύλογη αξία του να ανέρχεται στα 401,7 εκατ. ευρώ στο τέλος Μαρτίου, από 397,7 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2025. Σημειώνεται ότι ποσό 106,2 εκατ. ευρώ από την αξία αυτή δεν αποτυπώνεται στα ίδια κεφάλαια του ομίλου λόγω διαφοροποίησης στη μέθοδο αποτίμησης.
Το ανεκτέλεστο υπόλοιπο των υπογεγραμμένων και προς υπογραφή συμβάσεων παρέμεινε σταθερό στα 2,6 δισ. ευρώ, παρά την υπογραφή νέων συμβάσεων ύψους περίπου 200 εκατ. ευρώ κατά το πρώτο τρίμηνο, επιβεβαιώνοντας τη διατήρηση ισχυρής ορατότητας για τα επόμενα χρόνια.




























