Η ΔΕΗ επιχειρεί το μεγαλύτερο άλμα στην ιστορία της, περνώντας από τη φάση της εξυγίανσης και του μετασχηματισμού σε μια περίοδο επιθετικής ανάπτυξης, με επενδύσεις 24 δισ. ευρώ έως το 2030, αύξηση μετοχικού κεφαλαίου περίπου 4 δισ. ευρώ και στόχο να εξελιχθεί σε έναν από τους ισχυρότερους ενεργειακούς και τεχνολογικούς ομίλους της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης.
Το νέο στρατηγικό σχέδιο που παρουσίασε η Διοίκηση υπό τον Γιώργο Στάσση αλλάζει την κλίμακα της επιχείρησης. Η εταιρεία στοχεύει σε διπλασιασμό βασικών οικονομικών μεγεθών, με EBITDA 4,6 δισ. ευρώ, καθαρά κέρδη 1,5 δισ. ευρώ και μέρισμα 1,4 ευρώ ανά μετοχή έως το 2030. Παράλληλα, το χαρτοφυλάκιο ΑΠΕ προβλέπεται να προσεγγίσει τα 19 GW, από 7,2 GW σήμερα, ενώ η ευέλικτη παραγωγή, δηλαδή μπαταρίες, υδροηλεκτρικά και μονάδες φυσικού αερίου, αναμένεται να φτάσει τα 10,7 GW.
Η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου αποτελεί τον βασικό χρηματοδοτικό βραχίονα του σχεδίου. Η ΔΕΗ σχεδιάζει να αντλήσει περίπου 4 δισ. ευρώ, με διεθνή και ελληνική προσφορά, χωρίς δικαιώματα προτίμησης, αλλά με πρόβλεψη προτεραιότητας για τους υφιστάμενους μετόχους. Το Δημόσιο αναμένεται να συμμετάσχει ώστε να διατηρήσει ποσοστό περίπου 33,4%, ενώ το CVC έχει εκφράσει ενδιαφέρον να τοποθετήσει έως 1,2 δισ. ευρώ. Η έκτακτη γενική συνέλευση έχει οριστεί για τις 14 Μαΐου, με τη διαδικασία να τοποθετείται προς τα τέλη του μήνα.
Η κίνηση αυτή δεν συνδέεται μόνο με την ενίσχυση του ισολογισμού, αλλά κυρίως με την επιτάχυνση του επενδυτικού προγράμματος. Η διοίκηση επιδιώκει να διατηρήσει ισχυρή κεφαλαιακή διάρθρωση, ενώ ταυτόχρονα αυξάνει θεαματικά το εύρος των επενδύσεων σε Ελλάδα και εξωτερικό.
Από τα 24 δισ. ευρώ του νέου πλάνου, το 52% κατευθύνεται στην ελληνική αγορά, το 21% στη Ρουμανία και το 27% στις λοιπές διεθνείς αγορές. Ανά δραστηριότητα, το μεγαλύτερο μέρος αφορά παραγωγή και εμπορία ενέργειας, ακολουθούν τα δίκτυα, ενώ ξεχωριστή θέση αποκτούν τα data centers.
Η διεθνής επέκταση είναι ο δεύτερος μεγάλος πυλώνας του σχεδίου. Η ΔΕΗ επιδιώκει παρουσία σε εννέα ευρωπαϊκές ενεργειακές αγορές: Ελλάδα, Ρουμανία, Βουλγαρία, Ιταλία, Κροατία, Βόρεια Μακεδονία, Σλοβενία, Ουγγαρία και Πολωνία. Η είσοδος στις τρεις νέες αγορές της Κεντρικής Ευρώπης θα γίνει κυρίως μέσω επενδύσεων σε ΑΠΕ και μπαταρίες, με στόχο την ανάπτυξη 2,2 GW έως το τέλος της δεκαετίας.
Η λογική της διοίκησης είναι ότι η περιοχή λειτουργεί πλέον ως ενιαία ενεργειακή αγορά, με διασυνδέσεις, εμπορικές ροές και διαφοροποιημένο δυναμικό παραγωγής. Η ΔΕΗ θέλει να πουλά φθηνή πράσινη ενέργεια όχι μόνο στον άξονα Ελλάδας, Βουλγαρίας και Ρουμανίας, αλλά και προς Ουγγαρία, Σλοβενία, Κροατία, Ιταλία και, μέσω Πολωνίας, προς τη Βόρεια Ευρώπη. Με αυτόν τον τρόπο επιδιώκει να εκμεταλλευτεί τις διαφορές τιμών, τη ζήτηση και την περιορισμένη προσφορά ισχύος σε αρκετές αγορές της περιοχής.
Κομβικό ρόλο αποκτά η Ρουμανία, η οποία μετατρέπεται σε βασική πλατφόρμα επέκτασης. Μετά την εξαγορά της Enel Romania, η ΔΕΗ διαθέτει στη χώρα ισχυρή βάση σε παραγωγή, δίκτυα και πελατολόγιο. Το νέο σχέδιο προβλέπει υπερτριπλασιασμό της εγκατεστημένης ισχύος στη Ρουμανία, από 1,6 GW σε 5,3 GW έως το 2030. Η αύξηση θα προέλθει από φωτοβολταϊκά, αιολικά και ευέλικτες μονάδες φυσικού αερίου, οι οποίες θα μπορούν να καλύπτουν αιχμές ζήτησης και να εξάγουν ενέργεια σε γειτονικές αγορές, όπως η Ουγγαρία και η Βουλγαρία.
Η Ρουμανία θεωρείται στρατηγικός κόμβος, καθώς διαθέτει ισχυρό αιολικό δυναμικό, διαθέσιμες εκτάσεις για μεγάλα έργα και υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από αρκετές ώριμες αγορές της Δυτικής Ευρώπης. Για τον λόγο αυτό απορροφά σημαντικό μέρος του επενδυτικού προγράμματος, καθώς η ΔΕΗ τη βλέπει ως βάση για την τροφοδότηση της ευρύτερης περιοχής με ηλεκτρική ενέργεια.
Στην Ελλάδα, που παραμένει η μεγαλύτερη επενδυτική αγορά του ομίλου, το σχέδιο περιλαμβάνει κινήσεις σε όλο το φάσμα των τεχνολογιών. Προβλέπονται νέες επενδύσεις σε φωτοβολταϊκά, αιολικά, υδροηλεκτρικά, αντλησιοταμιευτικά, μπαταρίες και μονάδες φυσικού αερίου. Στο επίκεντρο βρίσκονται η ανάπτυξη πράσινης παραγωγής, η ενίσχυση της ευελιξίας του συστήματος και η αξιοποίηση των πρώην λιγνιτικών περιοχών, κυρίως στη Δυτική Μακεδονία.
Το πιο εντυπωσιακό νέο στοιχείο του σχεδίου είναι η είσοδος της ΔΕΗ στα μεγάλης κλίμακας data centers. Η εταιρεία βρίσκεται σε προχωρημένες συνομιλίες με δύο μεγάλους αμερικανικούς hyperscalers για την ανάπτυξη mega data center στην Κοζάνη, στα πρώην λιγνιτικά πεδία. Η πρώτη φάση προβλέπει ισχύ 300 MW, σε τέσσερις μονάδες των 75 MW, με επενδυτικό κόστος περίπου 1,2 δισ. ευρώ.
Το έργο σχεδιάζεται να παραμείνει πλήρως στην ιδιοκτησία της ΔΕΗ, με τον διεθνή τεχνολογικό όμιλο που θα επιλεγεί να λειτουργεί ως μισθωτής μέσω μακροχρόνιας συμφωνίας. Η τροφοδοσία θα γίνεται με φθηνή ενέργεια από παρακείμενα φωτοβολταϊκά της ΔΕΗ, μέσω δεκαετούς σύμβασης προμήθειας. Πρόκειται για επένδυση behind the meter, δηλαδή με απευθείας σύνδεση της παραγωγής με την κατανάλωση, χωρίς επιβάρυνση του συστήματος μεταφοράς.
Η κατασκευή του data center αναμένεται να ξεκινήσει μέσα στο 2026, η εγκατάσταση να προχωρήσει το 2027 και η λειτουργία να ξεκινήσει το 2028. Η διοίκηση εκτιμά ότι η πρώτη φάση μπορεί να αποφέρει περίπου 170 εκατ. ευρώ EBITDA ετησίως το 2030. Παράλληλα, αφήνεται ανοιχτό το ενδεχόμενο επέκτασης έως το 1 GW, ενώ υπάρχουν πληροφορίες για ενδιαφέρον ακόμη και για δύο επιπλέον giga data centers συνολικής ισχύος 2 GW, κάτι που θα άλλαζε πλήρως τον χάρτη των ψηφιακών υποδομών στην περιοχή.
Το ενδιαφέρον για τα data centers συνδέεται άμεσα με την έκρηξη της ζήτησης που προκαλεί η τεχνητή νοημοσύνη και η ανάγκη για υπολογιστική ισχύ υψηλής πυκνότητας. Η ΔΕΗ επιχειρεί να εκμεταλλευτεί τρία βασικά πλεονεκτήματα: διαθέσιμη γη έτοιμη για ανάπτυξη, πρόσβαση σε δίκτυα και δυνατότητα παροχής ανταγωνιστικής πράσινης ενέργειας. Με αυτά τα δεδομένα, η Κοζάνη διεκδικεί ρόλο νέου κόμβου ψηφιακών υποδομών στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Η στροφή στα data centers δεν είναι αποκομμένη από την ενεργειακή στρατηγική. Αντιθέτως, λειτουργεί ως εργαλείο σταθεροποίησης εσόδων και απορρόφησης πράσινης παραγωγής. Ένα μεγάλο data center δημιουργεί σταθερή και προβλέψιμη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, κάτι που επιτρέπει στη ΔΕΗ να υποστηρίξει περισσότερες επενδύσεις σε ΑΠΕ και ευέλικτη παραγωγή. Με απλά λόγια, η εταιρεία δεν περιορίζεται πλέον στην πώληση ρεύματος στην αγορά, αλλά δημιουργεί και μεγάλους καταναλωτές-άγκυρες για την παραγωγή της.
Η Διοίκηση στηρίζει το νέο σχέδιο σε μια σειρά παραγόντων που, κατά την εκτίμησή της, καθιστούν ελκυστική την περιοχή. Η Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη εμφανίζει παραδοσιακά υψηλότερες τιμές χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας, λόγω παλαιών μονάδων, περιορισμένων διασυνδέσεων και ενεργειακής στενότητας. Παράλληλα, έως το 2035 αναμένεται να αποσυρθούν μεγάλες ποσότητες θερμικής ισχύος από άνθρακα και φυσικό αέριο, δημιουργώντας ανάγκη για νέες επενδύσεις σε ΑΠΕ, μπαταρίες και ευέλικτες μονάδες.
Η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αναμένεται επίσης να αυξηθεί λόγω οικονομικής ανάπτυξης, εξηλεκτρισμού, ηλεκτροκίνησης και τεχνητής νοημοσύνης. Η ενεργειακή κρίση και ο πόλεμος στην Ουκρανία έχουν ενισχύσει την ανάγκη για ασφάλεια εφοδιασμού, ενώ η ίδια η Ουκρανία, από εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας πριν από τον πόλεμο, έχει μετατραπεί σε εισαγωγέα, επιβαρύνοντας τις ισορροπίες στην περιοχή.
Στο πλαίσιο αυτό, η ΔΕΗ θεωρεί ότι η γεωγραφική διαφοροποίηση μειώνει τον κίνδυνο. Η παρουσία από την Πολωνία έως την Ελλάδα και την Ιταλία προσφέρει φυσική αντιστάθμιση μεταξύ του αιολικού δυναμικού του Βορρά και της ηλιακής παραγωγής του Νότου. Έτσι, ο όμιλος μπορεί να εξισορροπεί παραγωγή, κατανάλωση και εμπορικές ροές σε διαφορετικές αγορές.
Το καθετοποιημένο μοντέλο παραμένει κρίσιμο. Η ΔΕΗ συνδυάζει παραγωγή, εμπορία, δίκτυα και λιανική, ενώ πλέον προσθέτει και ψηφιακές υποδομές. Τα δίκτυα προσφέρουν προβλέψιμες ταμειακές ροές, η λιανική εξασφαλίζει μεγάλη πελατειακή βάση, οι ΑΠΕ μειώνουν το κόστος παραγωγής και τα data centers μπορούν να λειτουργήσουν ως σταθεροί πελάτες υψηλής κατανάλωσης. Αυτό το μοντέλο επιτρέπει στην εταιρεία να μειώνει την έκθεσή της στη μεταβλητότητα των τιμών και να δημιουργεί πιο ανθεκτική κερδοφορία.
Στη λιανική, η ΔΕΗ εξυπηρετεί ήδη 8,6 εκατ. πελάτες και εξετάζει τρόπους περαιτέρω ενίσχυσης της πελατειακής της βάσης. Στο πλαίσιο της διεθνούς επέκτασης, η διοίκηση εξετάζει εξαγορές παρόχων ρεύματος, κυρίως στην Ιταλία, προκειμένου να αποκτήσει γρηγορότερη πρόσβαση σε νέες αγορές και να καθετοποιήσει τη δραστηριότητά της πέρα από την παραγωγή.
Το νέο αφήγημα της ΔΕΗ συνοψίζεται στη μετάβαση από το turnaround στην επιθετική ανάπτυξη. Από το 2019 έως σήμερα, η εταιρεία πέτυχε να βελτιώσει την οικονομική της θέση, να ενισχύσει την κερδοφορία της, να μειώσει το ρίσκο και να επεκταθεί εκτός συνόρων. Τώρα, αξιοποιεί αυτή τη βάση για να επιχειρήσει ένα άλμα κλίμακας, με στόχο να γίνει περιφερειακός πρωταθλητής στην ενέργεια και στις υποδομές.
Το πρόγραμμα των 24 δισ. ευρώ απαιτεί πρόσβαση σε κεφάλαια, γρήγορη ωρίμανση έργων, επιτυχή είσοδο σε νέες αγορές, σταθερό ρυθμιστικό περιβάλλον και αποτελεσματική εκτέλεση. Ιδιαίτερα το εγχείρημα των data centers εξαρτάται από την οριστικοποίηση συμφωνιών με hyperscalers και από την ταχεία υλοποίηση μιας πολύ σύνθετης υποδομής.
Ωστόσο, η Διοίκηση εμφανίζεται πεπεισμένη ότι η συγκυρία ευνοεί τις μεγάλες κινήσεις. Η Ευρώπη χρειάζεται περισσότερη καθαρή ενέργεια, περισσότερη ευελιξία, ισχυρότερα δίκτυα και νέες ψηφιακές υποδομές. Η ΔΕΗ επιχειρεί να τοποθετηθεί ταυτόχρονα και στα τέσσερα μέτωπα, διεκδικώντας ρόλο όχι απλώς παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά ολοκληρωμένου ομίλου που συνδέει την ενεργειακή μετάβαση με την ψηφιακή οικονομία.




























