Ο Όμιλος ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ανακοίνωσε ισχυρή βελτίωση των οικονομικών του μεγεθών για τη χρήση του 2025, καταγράφοντας σημαντική άνοδο σε έσοδα, λειτουργική κερδοφορία και καθαρά κέρδη, με βασικούς μοχλούς ανάπτυξης τους τομείς των παραχωρήσεων και της κατασκευής.
Συγκεκριμένα, τα προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη που αναλογούν στους μετόχους διαμορφώθηκαν στα 147,3 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 48,1% σε σύγκριση με το 2024, ενώ τα κέρδη ανά μετοχή ανήλθαν σε 1,47 ευρώ. Την ίδια ώρα, τα έσοδα του Ομίλου αυξήθηκαν κατά 18,6% και ανήλθαν στα 3,855 δισ. ευρώ, ενώ η προσαρμοσμένη λειτουργική κερδοφορία (adj. EBITDA) ενισχύθηκε κατά 56,3%, φτάνοντας τα 631,4 εκατ. ευρώ.
Καθοριστική συμβολή στην ενίσχυση των μεγεθών είχε ο τομέας των παραχωρήσεων, του οποίου τα έσοδα αυξήθηκαν κατά 60,4% και η λειτουργική κερδοφορία κατά 76,7%, αντιπροσωπεύοντας πλέον το 57,5% της συνολικής λειτουργικής κερδοφορίας του Ομίλου. Ισχυρή ήταν και η επίδοση της κατασκευής, με αύξηση εσόδων κατά 27,7% και λειτουργικής κερδοφορίας κατά 44,5%. Στον τομέα της παραγωγής και προμήθειας ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου, ο Όμιλος κινήθηκε μέσα σε ένα περιβάλλον αυξημένου ανταγωνισμού και έντονης μεταβλητότητας, διατηρώντας ωστόσο ικανοποιητική λειτουργική κερδοφορία και σταθερά μερίδια αγοράς.
Το 2025 χαρακτηρίζεται από τη διοίκηση ως χρονιά στρατηγικής ενίσχυσης του αποτυπώματος του Ομίλου. Η πλήρης ενοποίηση της Αττικής Οδού για πρώτη φορά σε ολόκληρη τη χρήση και η έναρξη της παραχώρησης της Εγνατίας Οδού στο τέλος του έτους αποτελούν δύο κομβικά γεγονότα, τα οποία αναμένεται να ενισχύσουν σημαντικά τις μακροχρόνιες ροές εσόδων και τη θέση της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ στον κλάδο των υποδομών. Παράλληλα, η στρατηγική συνεργασία με τη Motor Oil εκτιμάται ότι θα ενδυναμώσει περαιτέρω τον ενεργειακό πυλώνα του Ομίλου, δημιουργώντας νέες προοπτικές για συνέργειες και κοινές επενδύσεις.
Σε επίπεδο προ φόρων αποτελεσμάτων, τα κέρδη ανήλθαν στα 182,9 εκατ. ευρώ, έναντι 53,1 εκατ. ευρώ το 2024, αντανακλώντας την ενίσχυση της λειτουργικής κερδοφορίας. Το συνολικό ανεκτέλεστο υπόλοιπο έργων διαμορφώθηκε στα 9,1 δισ. ευρώ, προσφέροντας σημαντική ορατότητα για τα επόμενα χρόνια και επιβεβαιώνοντας την ισχυρή θέση του Ομίλου σε έργα υψηλών απαιτήσεων.
Στον τομέα των παραχωρήσεων, η συμβολή της Αττικής Οδού ήταν καθοριστική καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, ενώ στο τέλος Δεκεμβρίου ξεκίνησε και η 35ετής περίοδος παραχώρησης της Εγνατίας Οδού. Τα δύο έργα αντιστοιχούν σε συνολική επένδυση άνω των 5,3 δισ. ευρώ και, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, αναμένεται να αποφέρουν μακροπρόθεσμες ροές μερισμάτων που θα υπερβούν τα 7,5 δισ. ευρώ σε όλη τη διάρκεια ζωής τους. Η μέση ημερήσια κυκλοφορία στην Αττική Οδό αυξήθηκε κατά 4,6%, με τη λειτουργική κερδοφορία να φτάνει τα 180 εκατ. ευρώ, ενώ θετική ήταν και η πορεία των αυτοκινητοδρόμων Νέας και Κεντρικής Οδού, παρά τις επιπτώσεις από αγροτικές κινητοποιήσεις τον Δεκέμβριο.
Στην κατασκευή, η επιτάχυνση υλοποίησης υφιστάμενων έργων και η έναρξη νέων εργολαβιών οδήγησαν σε υψηλότερα επίπεδα δραστηριότητας. Το υπογεγραμμένο ανεκτέλεστο διαμορφώθηκε στα 6,6 δισ. ευρώ στις 31 Δεκεμβρίου 2025, από 4,1 δισ. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα, ενώ μαζί με τα προς υπογραφή έργα ύψους 2,6 δισ. ευρώ, το συνολικό ανεκτέλεστο έφτασε τα 9,1 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με τον Όμιλο, πρόκειται για ένα χαρτοφυλάκιο υψηλής ποιότητας και χαμηλού ρίσκου, καθώς το 77% αφορά έργα ιδίων επενδύσεων ή ιδιωτικών επενδύσεων τρίτων.
Στον ενεργειακό τομέα, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας διατηρήθηκε σχεδόν σταθερή στα 1,8 TWh, ενώ εντός του 2025 ξεκίνησε η δοκιμαστική λειτουργία της νέας μονάδας φυσικού αερίου στην Κομοτηνή, στην οποία ο Όμιλος συμμετέχει κατά 50%, με την παραγωγή να διαμορφώνεται στις 1,5 TWh. Η ΗΡΩΝ διατήρησε μερίδιο αγοράς 10% στην προμήθεια ηλεκτρισμού, ενισχύοντας σημαντικά το πελατολόγιό της τόσο στην ηλεκτρική ενέργεια όσο και στο φυσικό αέριο.
Ιδιαίτερα ενισχυμένες εμφανίστηκαν και οι ταμειακές ροές. Οι καθαρές λειτουργικές ταμειακές ροές ανήλθαν στα 555,6 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 62,9% σε ετήσια βάση, ως αποτέλεσμα της βελτιωμένης λειτουργικής επίδοσης και της αποτελεσματικότερης διαχείρισης κεφαλαίου κίνησης. Οι συνολικές επενδύσεις παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα, φτάνοντας το 1,3 δισ. ευρώ, με το μεγαλύτερο μέρος να αφορά τον τομέα των παραχωρήσεων και ειδικότερα το έργο της Εγνατίας Οδού.
Ο προσαρμοσμένος καθαρός δανεισμός, εξαιρουμένων των συμβάσεων project finance, διαμορφώθηκε στα 211 εκατ. ευρώ, ενώ ο δείκτης μόχλευσης του Ομίλου παρέμεινε σε χαμηλό επίπεδο, στο 0,60x. Το συνολικό προσαρμοσμένο καθαρό χρέος ανήλθε στα 4,297 δισ. ευρώ, με περίπου το 90% να αφορά δανεισμό χωρίς αναγωγή στη μητρική εταιρεία. Η αύξηση αποδίδεται κυρίως στην καταβολή του τιμήματος για την παραχώρηση της Εγνατίας Οδού. Τα συνολικά ταμειακά διαθέσιμα του Ομίλου, εξαιρουμένων δεσμευμένων καταθέσεων, ανήλθαν στα 1,693 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 851 εκατ. ευρώ σε επίπεδο μητρικής εταιρείας.
Η διοίκηση θα προτείνει τη διανομή μερίσματος ύψους 40 εκατ. ευρώ, που αντιστοιχεί σε 0,40 ευρώ ανά μετοχή.
Για το 2026, ο Όμιλος εκτιμά ότι η ανοδική πορεία θα συνεχιστεί, στηριζόμενη κυρίως στη σταδιακή πλήρη συμβολή της Εγνατίας Οδού, στο υψηλό και ποιοτικό ανεκτέλεστο στον τομέα των κατασκευών και στην προώθηση της στρατηγικής σύμπραξης με τη Motor Oil. Παράλληλα, προχωρά η επένδυση σε δύο έργα αποθήκευσης ενέργειας συνολικής ισχύος 162 MW/324 MWh στην κεντρική Ελλάδα, με ορίζοντα λειτουργίας έως το τέλος του 2026.
Στο πλαίσιο της περαιτέρω επέκτασής του, ο Όμιλος εξετάζει νέες ευκαιρίες στον χώρο των υποδομών, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα και στον τομέα των υδάτων. Σε αυτό το πλαίσιο, στις αρχές του 2026 απέκτησε ποσοστό 12,8% στην ΕΥΔΑΠ, ενώ συμμετέχει ήδη σε εν εξελίξει διαγωνισμούς για νέα έργα παραχωρήσεων και ΣΔΙΤ συνολικής αξίας άνω των 2 δισ. ευρώ, αναμένοντας παράλληλα την έναρξη νέων διαγωνισμών ύψους 8 έως 10 δισ. ευρώ.

































