Σε περίπου 1,3 δισ. ευρώ ανήλθαν τα οργανικά κέρδη μετά φόρων του Ομίλου της Εθνικής Τράπεζας το 2024, σημειώνοντας αύξηση 10% σε ετήσια βάση, εν μέσω ανθεκτικότητας των εσόδων.
Η άνοδος στα καθαρά έσοδα από τόκους κατά 4% αποδίδεται στη σημαντική πιστωτική επέκταση, με αύξηση άνω των 3 δισ. ευρώ στα εξυπηρετούμενα δάνεια, και στην ανθεκτικότητα έναντι των μειούμενων επιτοκίων Euribor. Παρά τη μείωση των επιτοκιακών εσόδων κατά 2% το τελευταίο τρίμηνο του 2024, η ισχυρή αύξηση των δανείων προς το τέλος του έτους απορρόφησε μέρος των πιέσεων.
Τα έσοδα από προμήθειες κατέγραψαν αύξηση 12% ετησίως, με πρωταγωνιστή τις πωλήσεις επενδυτικών προϊόντων, οι οποίες εκτινάχθηκαν κατά 47%. Παράλληλα, η Τράπεζα αύξησε το μερίδιο αγοράς της στα αμοιβαία κεφάλαια, ενώ οι προμήθειες από εταιρικές χορηγήσεις ενισχύθηκαν κατά 14%.
Στο πεδίο των λειτουργικών δαπανών, η αύξηση κατά 5% αντανακλά τη στρατηγική επένδυση στην πληροφορική και την ενίσχυση των αμοιβών. Ο δείκτης κόστους προς οργανικά έσοδα διαμορφώθηκε στο 32%, εντός των προβλέψεων της διοίκησης.
Η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου συνέχισε να βελτιώνεται, με το κόστος πιστωτικού κινδύνου να διαμορφώνεται στις 53 μονάδες βάσης, ενώ ο δείκτης απόδοσης ιδίων κεφαλαίων ανήλθε στο 17,5%. Ο ισολογισμός παρέμεινε ισχυρός, χρηματοδοτούμενος κυρίως από καταθέσεις όψεως και ταμιευτηρίου.
Η αύξηση των εξυπηρετούμενων δανείων άγγιξε επίπεδα-ρεκόρ ύψους 3,1 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας σημαντικά τους στόχους, ενώ οι συνολικές εκταμιεύσεις δανείων ξεπέρασαν τα 9 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 31%. Σημαντική ανάπτυξη κατεγράφη στη χρηματοδότηση μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων, στα έργα υποδομών και στη ναυτιλία, ενώ οι εκταμιεύσεις της λιανικής τραπεζικής αυξήθηκαν κατά 30%, με κυρίαρχα μερίδια αγοράς στη στεγαστική και καταναλωτική πίστη.
Παρά την πτωτική πορεία των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η Εθνική Τράπεζα ενίσχυσε τη θέση της σε χρεόγραφα σταθερής απόδοσης, προσθέτοντας 3,2 δισ. ευρώ σε σχετικές τοποθετήσεις. Παράλληλα, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων μειώθηκε στο 2,6%, με το δείκτη κάλυψης να φτάνει σχεδόν το 100%.
Η κεφαλαιακή θέση του Ομίλου παρέμεινε ισχυρή, με τον δείκτη CET1 να ανέρχεται στο 18,3% και τον Συνολικό Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας στο 21,1%. Η αυξημένη πρόβλεψη για διανομή κερδών στα 50% των καθαρών κερδών του 2024 απορροφήθηκε ομαλά, ενώ ο δείκτης MREL έφτασε το 28%, ξεπερνώντας τον τελικό στόχο νωρίτερα από το χρονοδιάγραμμα.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος της ΕΤΕ, Παύλος Μυλωνάς, κατά τη διάρκεια τηλεδιάσκεψης με αναλυτές ελληνικών και διεθνών επενδυτικών οίκων ανέφερε πως η Εθνική διαθέτει δυνατότητα αξιοποίησης πλεονάζοντος κεφαλαίου άνω των 2 δισ. ευρώ, γεγονός που της επιτρέπει να προχωρήσει σε εξαγορές τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Παράλληλα, έχει προγραμματίσει τη διάθεση έως και 60% των κερδών της σε μερίσματα την τριετία 2025-2027, ξεκινώντας από τα κέρδη του 2024.
Αναφερόμενος στις πιθανές εξαγορές, ο κ. Μυλωνάς επισήμανε ότι η τράπεζα διαθέτει την οικονομική δυνατότητα, αλλά και την απαιτούμενη αυτοπειθαρχία, ώστε να αναμένει την κατάλληλη ευκαιρία που θα προσθέσει αξία στους μετόχους της. Όσον αφορά τα μερίσματα, τόνισε πως η διανομή τους υπόκειται στην έγκριση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων και του αρμόδιου επόπτη.
Η αξιοποίηση της υψηλής ρευστότητας αποτελεί βασικό στοιχείο της αναπτυξιακής στρατηγικής της ΕΤΕ για την τριετία 2025-2027. Η τράπεζα διαθέτει καταθέσεις ύψους 57 δισ. ευρώ, με τις προθεσμιακές καταθέσεις να διαμορφώνονται στο χαμηλό ποσοστό του 18%. Παράλληλα, διατηρεί ισχυρούς δείκτες ρευστότητας, με τον δείκτη LCR στο 260% και τον δείκτη δανείων προς καταθέσεις στο 60%. Η διοίκηση της τράπεζας εκτιμά ότι η ισχυρή ρευστότητα μπορεί να αξιοποιηθεί τόσο για οργανική ανάπτυξη όσο και για εξαγορές, ενώ ενισχύει τη δραστηριότητά της στην τεχνητή νοημοσύνη και το embedded business.
Σε ό,τι αφορά το χαρτοφυλάκιο δανείων, η ΕΤΕ έχει μειώσει τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματά της στο 2,6% το 2024, με στόχο να τα περιορίσει περαιτέρω στο 2% έως το τέλος του 2027. Παράλληλα, ενδιαφέρεται για την αγορά εξυγιανθέντων δανείων που μπορούν να επανενταχθούν στο τραπεζικό σύστημα, διατηρώντας ωστόσο αυστηρή πολιτική ποιότητας μέσω διαβουλεύσεων με τους ρυθμιστικούς φορείς.
Η στρατηγική της τράπεζας περιλαμβάνει σωρευτική αύξηση των δανείων κατά 8% την τριετία 2025-2027, ενώ έχει ήδη διαμορφώσει ένα ισχυρό κεφαλαιακό απόθεμα 400 μονάδων βάσης. Σημαντικό ρόλο στις προβλέψεις της διαδραματίζουν οι εκτιμήσεις για μείωση των επιτοκίων της ΕΚΤ – Euribor στο 2% από τον Ιούνιο, καθώς και η αναμενόμενη μείωση του DTC στο 25% το 2027, με πλήρη εξάλειψή του έως το 2032. Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο αναμένεται να παραμείνει στις 280 μονάδες βάσης και σταδιακά να μειωθεί στις 200 μονάδες, ενώ τα έσοδα από τόκους εκτιμώνται στα 2,3 δισ. ευρώ το 2027. Η κερδοφορία RoTE αναμένεται να διαμορφωθεί σε υψηλά επίπεδα, ξεπερνώντας το 14%.
Σε ερώτηση για την Εθνική Ασφαλιστική, ο κ. Μυλωνάς δεν προχώρησε σε κάποια δήλωση.
Ο CFO της τράπεζας, Χρίστος Χριστοδούλου, διευκρίνισε ότι η στρατηγική διανομής προβλέπει διάθεση των κερδών σε αναλογία 2/3 σε μετρητά και 1/3 σε αγορές ιδίων μετοχών, μοντέλο που εφαρμόζεται ήδη από φέτος. Για το 2024, το σχέδιο περιλαμβάνει απόδοση 35% των κερδών σε μετρητά και 15% μέσω επαναγοράς μετοχών. Το πρόγραμμα αγοράς ιδίων μετοχών αναμένεται να ξεκινήσει μετά τη Γενική Συνέλευση του Μαΐου.




























