Πώς συνδέεται η λειτουργία του θυρεοειδούς με τα επίπεδα ενέργειας και την πνευματική συγκέντρωση;
Ο θυρεοειδής αδένας, παρά το μικρό του μέγεθος, έχει κεντρικό ρόλο στη ρύθμιση της λειτουργίας όλων των οργανικών συστημάτων του ανθρωπίνου σώματος.
Όταν υπάρχουν διαταραχές της λειτουργίας του θυρεοειδούς, τότε παρατηρούνται χαρακτηριστικές κλινικές εκδηλώσεις, κάποιες από τις οποίες αφορούν και το νευρικό σύστημα. Οι δύο βασικές λειτουργικές διαταραχές του θυρεοειδούς είναι ο υποθυρεοειδισμός και ο υπερθυρεοειδισμός.
O υποθυρεοειδισμός χαρακτηρίζεται από μειωμένη παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών, με αποτέλεσμα την επιβράδυνση του μεταβολισμού, την μείωση της παραγωγής ενέργειας σε κυτταρικό επίπεδο (στα μιτοχόνδρια) και την διαταραχή της σύνθεσης νευροδιαβιβαστών στο κεντρικό νευρικό σύστημα, όπως η σεροτονίνη και η ντοπαμίνη, που ρυθμίζουν την διάθεση και την γνωστική λειτουργία. Παρατηρείται έτσι βραδυψυχισμός, κατάθλιψη, απάθεια, δυσκολία συγκέντρωσης, «θόλωση» (θολούρα, fog), επίμονη κόπωση ακόμη και μετά από ξεκούραση του ασθενούς.
Ο υπερθυρεοειδισμός χαρακτηρίζεται από αυξημένη παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών με αποτέλεσμα την επιτάχυνση του μεταβολισμού σε κυτταρικό επίπεδο (στα μιτοχόνδρια), σε όλα τα οργανικά συστήματα. Χαρακτηριστική στον υπερθυρεοειδισμό είναι η υπερδιέγερση, η νευρικότητα, το άγχος, η ψυχική εξουθένωση, η αϋπνία κλπ. Πολλές φορές η σκέψη του ασθενούς μέσα στην νευρικότητά του μεταπηδά από το ένα θέμα στο άλλο (αδυναμία συγκέντρωσης λόγω υπερδιέγερσης).
Ποια συμπτώματα θα σας οδηγήσουν να σκεφτείτε ότι η κόπωση ίσως σχετίζεται με κάποια υποκείμενη θυρεοειδοπάθεια;
Η χρόνια κόπωση είναι ένα πολύ συνηθισμένο σύμπτωμα, που χαρακτηρίζεται ως «μη ειδικό». Και αυτό γιατί μπορεί να οφείλεται σε πολλά αίτια, όπως έντονη καταπόνηση, αϋπνία, έντονο στρες, κακή διατροφή κλπ. αλλά και σε πολλές άλλες παθήσεις. Μεταξύ των παθήσεων αυτών συμπεριλαμβάνονται και οι παθήσεις του θυρεοειδούς, κάτι που στην πράξη συχνά παραβλέπεται.
Η χρόνια κόπωση, ως μη ειδικό σύμπτωμα, δεν είναι διαγνωστική κάποιας συγκεκριμένης πάθησης. Υπάρχουν εντούτοις κάποιες ενδείξεις που θα μπορούσαν να κατευθύνουν την διαγνωστική σκέψη προς την κατεύθυνση των παθήσεων του θυρεοειδούς.
Στον έλεγχο για την αξιολόγηση του ασθενούς με χρόνια κόπωση θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το ιστορικό του και άλλα τυχόν συνυπάρχοντα συμπτώματα. Για παράδειγμα, υπάρχουν πολλές κλινικές εκδηλώσεις τόσο του υποθυρεοειδισμού, όσο και του υπερθυρεοειδισμού. Ενδεικτικά αναφέρονται κάποιες από αυτές:
Υπερθυρεοειδισμός: ταχυκαρδία, ταχυαρρυθμίες, μυικός τρόμος, δυσανεξία στη ζέστη, εφιδρώσεις, διάρροιες, ευερεθιστότητα, απώλεια βάρους παρά την αυξημένη όρεξη κλπ.
Υποθυρεοειδισμός: μείωση τενόντων αντανακλαστικών, παχυσαρκία, υπνηλία, δυσκοιλιότητα, δυσανεξία στο κρύο, μείωση της libido κλπ.
Επιπλέον, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα ευρήματα από την κλινική εξέταση και κυρίως την ψηλάφηση του θυρεοειδούς. Ένας ψηλαφητός όζος θυρεοειδούς για παράδειγμα μπορεί να αντιστοιχεί σε τοξικό αδένωμα, που είναι αιτία υπερθυρεοειδισμού. Μία βρογχοκήλη μπορεί να συνδυάζεται με υποθυρεοειδισμό, με τα αντίστοιχα συμπτώματα.
Το εάν η χρόνια κόπωση σχετίζεται ή όχι με τον θυρεοειδή είναι εύκολο να ελεγχθεί σήμερα, με την μέτρηση των θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα. Αν ο ασθενής είναι ευθυρεοειδικός (επίπεδα θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα εντός φυσιολογικών ορίων) τότε δεν μπορεί να ενοχοποιηθεί ο θυρεοειδής για την χρόνια κόπωση.
Είναι δυνατόν καλοήθεις όζοι ή διόγκωση του αδένα να προκαλέσουν αίσθημα κόπωσης;
Οι καλοήθεις όζοι θυρεοειδούς ή η διόγκωση του αδένα (βρογχοκήλη) μπορεί να προκαλέσουν αίσθημα κόπωσης με δύο τρόπους:
Με τον μηχανισμό της διαταραχής της σύνθεσης θυρεοειδικών ορμονών. Σε κάποιους ασθενείς με όζους ή βρογχοκήλη μπορεί να συνυπάρχει και διαταραχή της λειτουργίας του θυρεοειδούς. Για παράδειγμα, ένας όζος μπορεί να είναι υπερλειτουργικός (τοξικό αδένωμα) ή μία βρογχοκήλη μπορεί να είναι τοξική (όπως η νόσος Graves). Και στις δύο περιπτώσεις παρατηρείται υπερθυρεοειδισμός, οπότε μπορεί να εμφανιστεί – ανάμεσα σε όλα τα άλλα συμπτώματα – και χρόνια κόπωση σαν αποτέλεσμα της εξάντλησης του ασθενούς που βρίσκεται σε συνεχή υπερδιέγερση (burn out).
Αντίθετα, στους ασθενείς με βρογχοκήλη μπορεί να υπάρχει υποθυρεοειδισμός, οπότε και στην περίπτωση αυτή μπορεί να παρατηρηθεί χρόνια κόπωση (βλ. παραπάνω).
Με άλλα λόγια, σε αυτή την περίπτωση, η χρόνια κόπωση δεν οφείλεται στους όζους ή στην βρογχοκήλη αλλά στην ορμονική διαταραχή (υπερθυρεοειδισμός / υποθυρεοειδισμός) που μπορεί να συνυπάρχει.
Ο δεύτερος τρόπος με τον οποίο οι όζοι ή η διόγκωση του θυρεοειδούς μπορεί να προκαλέσουν αίσθημα κόπωσης είναι τα συμπτώματα που μπορεί να συνοδεύουν τις παθήσεις αυτές. Για παράδειγμα, οι μεγάλοι όζοι ή οι μεγάλες βρογχοκήλες μπορεί να πιέζουν την τραχεία ή τον οισοφάγο προκαλώντας δυσκολία στην αναπνοή ή στην κατάποση. Μπορεί επίσης να προκαλούν μία αίσθηση δυσφορίας ή ξένου σώματος ή πίεσης στον τράχηλο. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να προκαλέσουν διαταραχές του ύπνου και αίσθηση εξάντλησης, καταλήγοντας στην χρόνια κόπωση.
Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η διερεύνηση της κόπωσης αποκαλύπτει πρόβλημα που τελικά απαιτεί χειρουργική αντιμετώπιση;
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω υπάρχουν πολλές παθήσεις του θυρεοειδούς που μπορούν, άμεσα ή έμμεσα, να σχετίζονται με την χρόνια κόπωση. Αναφέρονται ενδεικτικά κάποιες από τις παθήσεις αυτές του θυρεοειδούς:
- Υπερθυρεοειδισμός
- Υποθυρεοειδισμός
- Όζοι θυρεοειδούς
- Βρογχοκήλη
- Καρκίνος θυρεοειδούς
- Θυρεοειδίτιδα κλπ.
Υπάρχουν συγκεκριμένα κριτήρια με βάση τα οποία αποφασίζεται η επέμβαση σε κάθε μία από τις περιπτώσεις αυτές.
Η απόφαση για χειρουργική επέμβαση εξατομικεύεται στον κάθε ασθενή, ανάλογα με τα ιδιαίτερα ευρήματα που προκύπτουν στον διαγνωστικό του έλεγχο.
Πώς μπορεί να βοηθήσει η χειρουργική θεραπεία όταν η κόπωση σχετίζεται με δομικά ή λειτουργικά προβλήματα του θυρεοειδούς;
Εφόσον η χρόνια κόπωση σχετίζεται με κάποια πάθηση του θυρεοειδούς, είτε λειτουργική (υπερθυρεοειδισμός – υποθυρεοειδισμός) είτε δομική (όζοι θυρεοειδούς, βρογχοκήλη κλπ.) τότε αναμένεται να υποχωρήσει μετά την επέμβαση αφαίρεσης του θυρεοειδούς (θυρεοειδεκτομή).
Μετά την επέμβαση εντούτοις χρειάζεται προσεκτική ρύθμιση της αγωγής, δηλαδή της δόσης θυροξίνης που θα λαμβάνει ο ασθενής από το στόμα. Η δόση εξατομικεύεται και θα πρέπει να είναι τέτοια, ώστε τα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα να είναι εντός των φυσιολογικών ορίων. Με άλλα λόγια, ο ασθενής θα πρέπει να είναι ευθυρεοειδικός. Διαφορετικά μπορεί να προκύψει ο λεγόμενος ΙΑΤΡΟΓΕΝΗΣ υπερθυρεοειδισμός ή υποθυρεοειδισμός, που μπορεί να συνοδεύεται από συμπτώματα, μεταξύ των οποίων και η κόπωση.
Ευχαριστούμε θερμά τον γιατρό κο Γεώργιο Σακοράφα για τον χρόνο του και τις πολύτιμες πληροφορίες.
Για περισσότερες πληροφορίες και εξατομικευμένη ιατρική καθοδήγηση, μπορείτε να απευθυνθείτε στον Χειρουργό Ενδοκρινών Αδένων (Θυρεοειδούς – Παραθυρεοειδών) κ. Γιώργο Σακοράφα, MD, PhD, στα τηλέφωνα 210 7487318 και 697 706 8223.
Ο κος Σακοράφας είναι Επ. Καθηγητής Χειρουργικής Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπηρέτησε επί 5.5 έτη στην 4η Χειρουργική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών (νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟ) και στη συνέχεια υπηρέτησε επί 5ετία ως Συντονιστής Διευθυντής της Χειρουργικής Κλινικής στο Αντικαρκινικό Ογκολογικό Νοσοκομείο Αθηνών «ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ».





























