Ο καρκίνος ενδομητρίου κατατάσσεται ως ο πιο συχνός καρκίνος του γυναικείου γεννητικού συστήματος, με την πλειονότητα των ασθενών να ανήκουν εμμηνοπαυσιακές γυναίκες στην ηλικιακή ομάδα 65-75 ετών, αν και τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση της συχνότητας στις γυναίκες ηλικίας 35-45 ετών.
Στο παρόν άρθρο, ο Γυναικολόγος-Ογκολόγος, Δρ. Παναγιώτης Σκλαβούνος μας εξηγεί πόσο συχνός είναι ο καρκίνος ενδομητρίου, πώς διαφέρει από άλλες μορφές καρκίνου της μήτρας, ενώ μας ενημερώνει για το ποιες είναι οι σύγχρονες θεραπευτικές επιλογές και πώς επηρεάζεται η γονιμότητα των νεότερων γυναικών.
Κύριε Σκλαβούνε, πόσο συχνός είναι ο καρκίνος του ενδομητρίου και ποιες ηλικίες αφορά;
Ο καρκίνος του ενδομητρίου της μήτρας είναι ο συχνότερος γυναικολογικός καρκίνος της πυέλου στις αναπτυγμένες χώρες. Ο καρκίνος ενδομητρίου αναπτύσσεται στον ιστό που επενδύει τη μήτρα (το μικρό, κοίλο, σε σχήμα αχλαδιού όργανο, στη λεκάνη μίας γυναίκας, μέσα στο οποίο αναπτύσσεται το έμβρυο). Οι περισσότεροι καρκίνοι του ενδομητρίου είναι αδενοκαρκινώματα (καρκίνοι που αναπτύσσονται στα κύτταρα που δημιουργούν και απελευθερώνουν βλέννα και άλλες ουσίες).
Στην Ευρώπη, 1 έως 2 κάθε 100 εκατό γυναίκες θα αναπτύξουν καρκίνο του ενδομητρίου σε κάποια στιγμή της ζωής τους. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πάνω από 88.000 γυναίκες διαγιγνώσκονται με καρκίνου του ενδομητρίου κάθε χρόνο. Είναι η έβδομη πλέον κοινή αιτία θανάτου από καρκίνο στις γυναίκες της Δυτικής Ευρώπης.
Οι εκτιμήσεις της Αμερικανικής Αντικαρκινικής Εταιρείας για τον καρκίνο της μήτρας στις Ηνωμένες Πολιτείες για το 2025 είναι οτι θα διαγνωστούν περίπου 69.120 νέες περιπτώσεις καρκίνου της μήτρας κι οτι περίπου 13.860 γυναίκες θα πεθάνουν από τη νόσου αυτή. Αυτές οι εκτιμήσεις περιλαμβάνουν τόσο τους καρκίνους του ενδομητρίου όσο και τα σαρκώματα της μήτρας. Έως και το 10% των καρκίνων της μήτρας είναι σαρκώματα, οπότε οι πραγματικοί αριθμοί για τις περιπτώσεις καρκίνου του ενδομητρίου και τους θανάτους είναι ελαφρώς χαμηλότεροι από αυτές τις εκτιμήσεις.
Ο καρκίνος ενδομητρίου εμφανίζεται συνήθως σε γυναίκες που είναι άνω των 50 ετών και επομένως βρίσκονται στην εμμηνόπαυση. Η μέση ηλικία διάγνωσης είναι τα 63 έτη (3). Οι περισσότερες περιπτώσεις διαγιγνώσκονται σε γυναίκες ηλικίας 55 έως 64 ετών. Εν τούτοις, άνω του 25% των περιπτώσεων μπορεί να εμφανιστεί και πριν από την εμμηνόπαυση.
Ποιες οι διαφορές μεταξύ του καρκίνου του ενδομητρίου και άλλων τύπων καρκίνου της μήτρας, όπως ο καρκίνος του τραχήλου;
Ο καρκίνος του τραχήλου είναι ο καρκίνος που σχηματίζεται στους ιστούς του τραχήλου της μήτρας, ενώ ο καρκίνος του ενδομητρίου αφορά στο εσωτερικό τοίχωμα της μήτρας. Συνήθως ο καρκίνος του τραχήλου είναι ένας αργά αναπτυσσόμενος καρκίνος, που μπορεί να μην έχει συμπτώματα, αλλά μπορεί να ανιχνευθεί με ένα τεστ Παπανικολάου σε αντίθεση με τον καρκίνο του ενδομητρίου που δεν ανιχνεύεται με το τεστ αυτό. Επιπρόσθετα, ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας σχεδόν πάντα προκαλείται από μόλυνση με τον ιό των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV), ενώ ο καρκίνος του ενδομητρίου όχι.
Επίσης, η πλειονότητα των γυναικών που διαγιγνώσκονται με καρκίνο του τραχήλου της μήτρας είναι ηλικίας μεταξύ 35 και 44 ετών, ενώ εκείνες με καρκίνο του ενδομητρίου αρκετά μεγαλύτερες, κατά μέσο όρο άνω των 55-60 ετών.
Ποιες είναι οι διαθέσιμες θεραπείες για τον καρκίνο του ενδομητρίου;
Η θεραπεία του καρκίνου του ενδομητρίου είναι καταρχάς χειρουργική. Η ακτινοθεραπεία και η χημειοθεραπεία που εφαρμόζονται μετά από τη χειρουργική επέμβαση ονομάζονται επικουρικές (adjuvant) θεραπείες, που σημαίνει ότι εφαρμόζονται σε συνδυασμό με τη χειρουργική επέμβαση.
Η χειρουργική επέμβαση περιλαμβάνει την αφαίρεση της μήτρας, των δύο σαλπιγγικών σωλήνων και των ωοθηκών. Η αφαίρεση της μήτρας ονομάζεται υστερεκτομή και η αφαίρεση των δύο σαλπίγγων και των ωοθηκών ονομάζεται αμφοτερόπλευρη σαλπιγγοωοθηκεκτομή, ή διμερής σαλπιγγο-ωοθηκεκτομή. Ταυτόχρονα ο ειδικός Γυναικολόγος-Ογκολόγος θα προβεί σε έκπλυση της της περιτοναϊκής κοιλότητας, αν δεν υπάρχει ήδη ελεύθερο περιτοναϊκό υγρό, με σκοπό την αναζήτηση πιθανών ελεύθερων στην κοιλιακή χώρα καρκινικών κυττάρων.
Σε ορισμένους ιστολογικούς τύπους (π.χ. ορώδης, διαυγοκυτταρικός, καρκινοσάρκωμα) απαιτείται και η αφαίρεση του επιπλόου ( η λεγόμενη επιπλεκτομή) από την περιτοναική κοιλότητα. Ταυτόχρονα απαραίτητη θεωρείται η αφαίρεση λεμφαδένων που ρυθμίζουν τη λεμφική ροή του οργάνου της μήτρας. Ωστόσο η συστηματική αφαίρεση όλων των πυελικών και παρααορτικών λεμφαδένων, που είναι μακροσκοπικά μη διογκωμένοι σε ασθενείς με καρκίνο του ενδομητρίου χαμηλού ρίσκου (Στάδιο Ια, βαθμός κακοήθειας 1 ή 2, τύπου Ι ενδομητριοειδούς καρκίνου) δεν είναι πλέον ενδεδειγμένη.
Αντίθετα η χρησιμότητα του λεμφαδένα φρουρού είναι πλέον μη αμφισβητήσιμη, έτσι ώστε σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες ESMO-ESGO-ESTRO η διερεύνηση των λεμφαδενικών μεταστάσεων με την τεχνική του λεμφαδένα – φρουρού να είναι απολύτως ογκολογικά ασφαλής. Η χρήση του πράσινου ινδοκυανίνης (ICG) είναι μια ευρέως αποδεκτή τεχνική για την εντόπιση κι αφαίρεση του φρουρού λεμφαδένα στον καρκίνο του ενδομητρίου.
Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, τα υπάρχοντα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η χρήση του φρουρού λεμφαδένα, σχετίζεται με παρόμοια ογκολογικά αποτελέσματα, όπως η συστηματική λεμφαδενεκτομή αλλά και με σημαντική μείωση των επιπλοκών.
Ποιες είναι οι πιθανότητες επιβίωσης για γυναίκες με καρκίνο του ενδομητρίου;
Η Διεθνής Εταιρεία Γυναικολογίας και Μαιευτικής (FIGO) αναφέρει ότι όσες διαγιγνώσκονται με καρκίνο του ενδομητρίου σταδίου 1 πριν ο καρκίνος εξαπλωθεί εκτός της μήτρας, έχουν σχετικό ποσοστό πενταετούς επιβίωσης μεταξύ 85% και 95%. Η επιβίωση για τον καρκίνο του ενδομητρίου σταδίου 3 ή 4 εξαρτάται από το πόσο επιτυχής ήταν η χειρουργική επέμβαση και πόσος όγκος έπρεπε να μείνει πίσω μετά την επέμβαση. Η FIGO αναφέρει ότι το ποσοστό πενταετούς επιβίωσης του απομακρυσμένου (τελικού σταδίου) καρκίνου του ενδομητρίου είναι μόλις 17%. Η έγκαιρη ανίχνευση του καρκίνου του ενδομητρίου συνεπώς είναι άκρως σημαντική για την επιβίωση μιας ασθενούς.
Επηρεάζει ο καρκίνος ενδομητρίου την αναπαραγωγική ικανότητα;
H διάγνωση μιας νεότερης γυναίκας με καρκίνο του ενδομητρίου μπορεί να έχει αρνητικό αντίκτυπο στην ικανότητα ενός ζευγαριού να συλλάβει. Η υπογονιμότητα είναι μια κατάσταση που συχνά συνδέεται με αυτή τη μορφή κακοήθειας. Άλλωστε το 5% περίπου των ασθενών με καρκίνο του ενδομητρίου είναι κάτω των 40 ετών, πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβατικές ογκολογικές προσεγγίσεις θα οδηγούσαν σε απώλεια γονιμότητας- συνεπώς, είναι σημαντικό να γνωρίζουν οι ασθενείς τις πιθανές θεραπευτικές προσεγγίσεις σχετικά με τη διατήρηση της γονιμότητάς τους και την εκπλήρωση του οικογενειακού τους προγραμματισμού.
Νέα συστήματα ταξινόμησης με βάση τη μοριακή τυποποίηση έχουν αναπτυχθεί για να παρέχουν προγνωστικά πληροφορίες και τον προγραμματισμό της επικουρικής θεραπείας. Αυτά τα δεδομένα πρέπει να αξιολογηθούν από έναν έμπειρο γυναικολόγο-ογκολόγο για να προχωρήσει η ασθενής στην κατάλληλη θεραπεία και στη διατήρηση της γονιμότητας, εφόσον αυτό επιτρέπεται από την μοριακή κατηγορία του όγκου. Έτσι, λοιπόν, μετά τη διάγνωση, οι ασθενείς θα πρέπει να παραπέμπονται σε κέντρο υπογονιμότητας το συντομότερο δυνατόν για να συμβουλευτούν έναν έμπειρο ειδικό σε θέματα ογκογονιμότητας.
Παράγοντες που καθορίζουν την πιο κατάλληλη μέθοδο για τη διατήρηση της γονιμότητας είναι η ηλικία, η κατάσταση της υγείας, το προηγούμενο ιστορικό γονιμότητας, ο προγραμματισμός της θεραπείας για τον καρκίνο, και ο διαθέσιμος χρόνος για την έναρξη του καρκίνου θεραπείας. Εάν η καθυστέρηση της χειρουργικής επέμβασης κατά 2 έως 6 εβδομάδες είναι αποδεκτή, η κρυοσυντήρηση ωαρίων ή/και εμβρύων είναι μια συνήθης μέθοδος για τη διατήρηση της γονιμότητας σε υποψήφιες ασθενείς για χειρουργική επέμβαση. Κατά συνέπεια, οι ασθενείς αυτοί είναι υποψήφιοι για εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF) μετά από ελεγχόμενη διέγερση των ωοθηκών.
Ευχαριστούμε θερμά τον Δρ. Παναγιώτη Σκλαβούνο, Μαιευτήρα-Γυναικολόγο, Γυναικολόγο-Ογκολόγο για τις επιστημονικές πληροφορίες.
























