Κανείς δεν φαντάζεται ότι 30 μέτρα κάτω από το έδαφος, κατά μήκος ενός ήσυχου αγροτικού δρόμου στην ύπαιθρο του Κεντ στη νοτιοανατολική Αγγλία υπάρχει μια εγκατάσταση υψηλής τεχνολογίας cloud computing που φυλάει το πιο πολύτιμο αγαθό της εποχής μας,τα ψηφιακά δεδομένα.
Αυτό το υπόγειο κέντρο δεδομένων βρίσκεται σε ένα πρώην πυρηνικό καταφύγιο της δεκαετίας του 1950 που λειτουργούσε ως κέντρο διοίκησης και ελέγχου του δικτύου ραντάρ της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου το καταφύγιο αγοράστηκε από μια εταιρεία διαδικτυακής ασφάλειας για να χρησιμοποιηθεί ως ένα εξαιρετικά ασφαλές κέντρο δεδομένων. Σήμερα ο χώρος ανήκει στον όμιλο Cyberfort, έναν πάροχο υπηρεσιών κυβερνοασφάλειας και είναι ένα από τα πολλά καταφύγια σε όλο τον κόσμο που επαναχρησιμοποιούνται πλέον ως data centers.
Ένα άλλο πρώην αντιαεροπορικό καταφύγιο που στεγάζει κέντρο δεδομένων βρίσκεται στους λόφους του Γκουιτζόου στην Κίνα και έχει σχεδιαστεί σύμφωνα με τα υψηλότερα πρότυπα πολιτικής αεράμυνας. Η διαχειρίστρια εταιρεία έχει ανοίξει σήραγγες τουλάχιστον 30.000 τετραγωνικών μέτρων μέσα σε έναν λόφο ύψους 100 μέτρων, συνδυάζοντας νέες ανασκαφές με φυσικά σπήλαια.
Αντίστοιχα, εγκαταλελειμμένα σοβιετικά κέντρα διοίκησης και ελέγχου στο Κίεβο, όπως το Colocall,το πρώτο κέντρο δεδομένων της Ουκρανίας ή εγκαταλελειμμένα καταφύγια του Υπουργείου Άμυνας στις ΗΠΑ, όπως το Blubird Underground Datacenter έχουν όλα αναδιαμορφωθεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες ως χώροι αποθήκευσης δεδομένων που «αντέχουν», όπως και το Pionen, ένα πρώην καταφύγιο στη Στοκχόλμη, το οποίο έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον των ΜΜΕ τις τελευταίες δύο δεκαετίες επειδή μοιάζει με την high teck ‘φωλιά’ ενός κακού στις ταινίες του James Bond.
Με τον ίδιο τρόπο, το συγκρότημα Mount10 AG ή αλλιώς Ελβετικό «Fort Knox» έχει «θάψει» τις δραστηριότητές του στις Ελβετικές Άλπεις, ενώ η εταιρεία διαχείρισης πληροφοριών της εποχής του Ψυχρού Πολέμου Iron Mountain λειτουργεί ένα υπόγειο κέντρο δεδομένων 10 λεπτά από το κέντρο του Κάνσας Σίτι και άλλο ένα σε ένα πρώην ορυχείο σε 6500 μ. βάθος στο Μπόγιερς της Πενσυλβάνια.
Επίσης, η Εθνική Βιβλιοθήκη της Νορβηγίας αποθηκεύει τις ψηφιακές βάσεις δεδομένων της σε ορεινούς θόλους νότια του Αρκτικού Κύκλου, ενώ ένα ανθρακωρυχείο στο Σβάλμπαρντ, γνωστό ως Arctic World Archive (AWA) μετατράπηκε σε data center από την εταιρεία Piql.
«Η πρόοδος των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών κατέστησε δυνατή την παραγωγή, διαχείριση, ολοκλήρωση, αποθήκευση και μεταφορά τεράστιων όγκων δεδομένων, καθώς και τη δυνατότητα ανάλυσής τους για την εξαγωγή της αξίας που αυτά κρύβουν. Δημιουργήθηκε έτσι μια αλυσίδα αξίας που αφορά τόσο την έρευνα σε όλα τα επιστημονικά πεδία όσο και τις επιχειρήσεις και τους δημόσιους οργανισμούς. Συνέπεια αυτού είναι οι μεγάλες επενδύσεις στις υποδομές για τα μεγάλα δεδομένα. Η σημασία που δίνεται στις υποδομές που προορίζονται για τη φιλοξενία των δεδομένων είναι ενδεικτική της αξίας τους. Τα δεδομένα είναι πλέον commodity (προϊόν) κατ’ αναλογία με το χρυσό, κι επομένως είναι δικαιολογημένη η τάση της επένδυσης σε μεγάλες και ασφαλείς υποδομές», σχολιάζει ο Καθηγητής Επιστήμης Υπολογιστών στο Πανεπιστήμιο Κρήτης που ηγείται του Εργαστηρίου Πληροφοριακών Συστημάτων στο Ινστιτούτο Πληροφορικής του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ) στην Κρήτη, Δημήτρης Πλεξουσάκης.
Όπως ακριβώς οι σπόροι που φυλάσσονται στο Παγκόσμιο Θησαυροφυλάκιο Σπόρων υπόσχονται να βοηθήσουν στην ανοικοδόμηση της βιοποικιλότητας μετά από μια μελλοντική κατάρρευση, τα ψηφιοποιημένα αρχεία που αποθηκεύονται στους χώρους που περιγράφηκαν παραπάνω υπόσχονται να βοηθήσουν στην επανεκκίνηση κυβερνήσεων, εταιρειών και επιχειρήσεων μετά από πιθανή κατάρρευσή τους.
«Το γεγονός ότι τα δεδομένα είναι πολύτιμα δεν αποτελεί έκπληξη, καθώς το επιχειρηματικό μοντέλο των μεγάλων εταιρειών (π.χ. Google) βασίζεται ακριβώς σε αυτό. Επίσης, οι πιο παραδοσιακές εταιρείες επικεντρώνονται όλο και περισσότερο στην αξιοποίηση του πλούτου των δεδομένων τους. Αυτό συνδέεται στενά με την άνθηση της τεχνητής μοημοσύνης, επειδή χωρίς δεδομένα ή με πολύ μικρά σύνολα δεδομένων ή με ανεπαρκή αριθμό συνόλων δεδομένων ή με δεδομένα κακής ποιότητας δεν μπορούμε να επιτύχουμε τίποτα. Η τεχνητή νοημοσύνη βασίζεται κυρίως στη διαθεσιμότητα πολλών δεδομένων καλής ποιότητας», προσθέτει ο Δρ. Αλέξανδρος Σταματάκης, κάτοχος έδρας ERA (European Research Area) στην Υπολογιστική Βιοποικιλότητα στο Ινστιτούτο Πληροφορικής του ΙΤΕ.
{https://www.youtube.com/watch?v=vv1QR2VNwdw}
Δεδομένα, ο «Νέος Χρυσός»…
«Νέος χρυσός; Όχι και τόσο νέος! Η αξία των δεδομένων ήταν πάντα δεδομένη στη ψηφιακή εποχή…ίσως των καλών δεδομένων. Η αξία τους πολλαπλασιάστηκε από τότε που αντιληφθήκαμε τι μπορούμε να επιτύχουμε τεχνικά όταν τα δεδομένα έγιναν διαθέσιμα μέσω του ίντερνετ, όπου και τα επεξεργαστήκαμε μέσω τεχνητής νοημοσύνης με ηθικά ή και με όχι τόσο ηθικά μέσα», σημειώνει ο Καθηγητής τεχνητής νοημοσύνης στο Ινστιτούτο ψηφιακών παιχνιδιών του πανεπιστημίου της Μάλτας και συνιδρυτής της humanfeedback.ai, μιας εταιρίας που εξειδικεύεται στην συλλογή και επεξεργασία δεδομένων για ανθρωποκεντρική τεχνητή νοημοσύνη, Γεώργιος Ν. Γιαννακάκης.
Τα καταφύγια δεδομένων αποτελούν αρχιτεκτονικές αντανακλάσεις πολιτισμικών ανησυχιών. Τα πυρηνικά καταφύγια κάποτε αντανακλούσαν τους υπαρξιακούς φόβους για τον ατομικό πόλεμο, ενώ τα σημερινά καταφύγια δεδομένων αντανακλούν μια νέα υπαρξιακή απειλή που είναι ενδημική στην ψηφιακή κοινωνία, την τρομακτική προοπτική της απώλειας δεδομένων, η οποία φορτώνει την ανθρωπότητα με ένα επιπρόσθετο άγχος.
Σύμφωνα με μια μελέτη, η πιθανολογούμενη διαταραχή των ψηφιακών τεχνολογιών έχει βάλει τους παρόχους αποθήκευσης και τους χρήστες cloud σε μια «βασανιστική» αναμονή για απώλεια δεδομένων. Αυτή η αναμονή μεταφράζεται σε έναν συναισθηματικά ανήσυχο τρόπο ζωής απέναντι σε ένα πιθανό μέλλον τεχνολογικής αποτυχίας και σε ένα παρόν λήψης προληπτικών μέτρων για να διασφαλιστεί ότι οποιαδήποτε πλήγμα των συστημάτων δεν θα οδηγήσει σε απώλεια δεδομένων.
Σε προσωπικό επίπεδο η απώλεια ψηφιακών δεδομένων μπορεί να είναι μια καταστροφική εμπειρία. Εάν μια συσκευή καταρρεύσει, χακαριστεί ή κλαπεί χωρίς να υπάρχουν αντίγραφα ασφαλείας θα χαθούν πιθανώς πολύτιμες εργασίες ή αγαπημένες αναμνήσεις. Για κυβερνήσεις, εταιρείες και επιχειρήσεις, ένα σοβαρό συμβάν απώλειας δεδομένων, είτε μέσω κλοπής, διαγραφής, είτε βλάβης δικτύου, μπορεί να έχει σημαντικό αντίκτυπο στις λειτουργίες τους ή ακόμη και να οδηγήσει στην κατάρρευσή τους, όπως συμβαίνει σε εταιρείες υψηλού προφίλ όπως η Jaguar ή η Marks & Spencer που επηρεάστηκαν πρόσφατα από μεγάλης κλίμακας κυβερνοεπιθέσεις.
Εν μέσω αυξανόμενης γεωπολιτικής έντασης, οι υποδομές του διαδικτύου αποτελούν πλέον στόχο υψηλής αξίας, καθώς το «υβριδικό» ή «κυβερνοφυσικό» σαμποτάζ (όταν οι κυβερνοεπιθέσεις συνδυάζονται με φυσικές επιθέσεις) γίνεται ολοένα και πιο συχνό. Για αυτό επιχειρήσεις και οργανισμοί στρέφονται πλέον σε καταφύγια με την ελπίδα να αποφύγουν ένα σενάριο καταστροφής.
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου έχει επίσημα χαρακτηρίσει τα κέντρα δεδομένων ως μέρος των κρίσιμων εθνικών υποδομών της χώρας-μια κίνηση που της επιτρέπει να δικαιολογεί την κατασκευή πολλών περισσότερων τέτοιων ενεργοβόρων εγκαταστάσεων.
Η σημασία της φυσικής ασφάλειας του διαδικτύου αναδείχθηκε και από τον πόλεμο στην Ουκρανία, όπου οι επιθέσεις με drones και με άλλα μέσα σε ψηφιακές υποδομές διέκοψαν τη λειτουργία του. Οι ρωσικές επιθέσεις σε τοπικά κέντρα δεδομένων στην Ουκρανία οδήγησαν πολλούς οργανισμούς να μεταφέρουν για φύλαξη τα δεδομένα τους σε εγκαταστάσεις που βρίσκονται έξω από τη ζώνη των συγκρούσεων.
Καταστροφική η διακοπή των υπηρεσιών των data centers
Τον Ιούλιο του 2020 η διακοπή λειτουργίας της εταιρείας Cloudflare διάρκειας 27 λεπτών οδήγησε σε κατάρρευση της επισκεψιμότητας κατά 50% σε ολόκληρο τον κόσμο, διαταράσσοντας μεγάλες πλατφόρμες όπως το Discord, το Shopify, το Feedly και το Politico. Τον Ιούνιο του 2021, η διακοπή λειτουργίας της Fastly απενεργοποίησε ορισμένους από τους πιο δημοφιλείς ιστότοπους στον κόσμο, όπως τους Amazon, PayPal, Reddit και The New York Times. Τον Οκτώβριο του 2021, όταν «έπεσε» το Meta (Facebook, WhatsApp και Instagram) επηρεάστηκαν για αρκετές ώρες εκατομμύρια χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και εκατοντάδες επιχειρήσεις.
Ίσως η μεγαλύτερη αναταραχή μέχρι σήμερα σημειώθηκε τον Ιούλιο του 2024, όταν η διακοπή λειτουργίας του λογισμικού της CrowdStrike κατέστησε τα σούπερ μάρκετ, τα ιατρεία, τα φαρμακεία, τα αεροδρόμια, τα τρένα και τις τράπεζες (μεταξύ άλλων κρίσιμων υπηρεσιών) αδρανή. Αυτό περιγράφηκε από ορισμένους στον κλάδο ως «μία από τις μεγαλύτερες μαζικές διακοπές στην ιστορία της πληροφορικής» που έστειλε υπολογιστές σε όλο τον κόσμο σε μια ‘θανατηφόρα’ σπείρα επανεκκίνησης. Τέτοια συμβάντα μπορούν να πλήξουν για χρόνια τη φήμη των παρόχων κέντρων δεδομένων. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, το μέσο κόστος μιας τέτοιας μη προγραμματισμένης διακοπής λειτουργίας ενός κέντρου δεδομένων κυμαίνεται από 9.000 έως 17.000 $ ανά λεπτό!
Η γεωγραφική θέση ενός κέντρου δεδομένων είναι επίσης εξαιρετικά σημαντική για τους κανονισμούς προστασίας δεδομένων, αλλά και για την κοινωνία. Για να διασφαλιστεί η βέλτιστη λειτουργία των διακομιστών, τα κέντρα δεδομένων καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες νερού και ενέργειας, γεγονός που μπορεί να περιορίσει σημαντικά τη διαθεσιμότητα αυτών των πόρων για τους ανθρώπους που ζουν κοντά.
«Τα data centers έχουν μεγάλα κόστη και σημαντική περιβαλλοντική επιβάρυνση, οπότε η ερευνητική και τεχνολογική πρόκληση που προκύπτει είναι πως θα λειτουργήσουμε λιγότερο ενεργοβόρα συστήματα. Η εγκατάσταση μεγάλων κέντρων σε προστατευμένες περιοχές δεν γίνεται μόνο για λόγους ασφάλειας, αλλά και για λόγους εξοικονόμησης ενέργειας. Εγκατάσταση σε ψυχρότερες περιοχές σημαίνει μικρότερη κατανάλωση ενέργειας για ψύξη», λέει ο καθηγητής Πλεξουσάκης, ενώ ο καθηγητής Γιαννακάκης θεωρεί πως: «Το κόστος των τεράστιων αυτών data centers για το περιβάλλον είναι καθαρά πολιτική επιλογή».
«Υπάρχουν data center βαθιάς κατάψυξης όπου τα δεδομένα μένουν για πολλά χρόνια ως backup και γενικά χωρίς κατανάλωση ενέργειας (φανταστείτε μαγνητικές ταινίες όπως οι παλιές βιντεοκασέτες), υπάρχουν και άλλα τα οποία έχουν μια συνεχή αλληλεπίδραση με το cloud που σίγουρα ‘καίνε’ πολλή ενέργεια. Ίσως η χρήση των τοποθεσιών που περιγράφηκαν να είναι και ένας τρόπος μείωσης του ενεργειακού κόστους ψύξης», συμφωνεί ο Δρ Παναγιώτης Αλεξίου, που έστησε την πρώτη υποδομή Βιοπληροφορικής στο Πανεπιστήμιο της Μάλτας με επιχορήγηση ERA Chair.
Ένα μέσο κέντρο δεδομένων καταναλώνει περίπου 200 τεραβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας ετησίως. Σε παγκόσμιο επίπεδο αυτό αντιστοιχεί σε περίπου το 1% της συνολικής ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, ποσοστό μεγαλύτερο από τη συνολική κατανάλωση ενέργειας ορισμένων χωρών. Πολλές από αυτές τις εγκαταστάσεις τροφοδοτούνται από μη ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έτσι ο κλάδος των κέντρων δεδομένων αναμένεται να εκπέμπει 2,5 δισεκατομμύρια τόνους διοξειδίου του άνθρακα έως το 2030.
Για να ανταποκριθούν στις προσδοκίες για «αδιάλειπτα» επίπεδα υπηρεσιών, τα κέντρα δεδομένων βασίζονται σε μια σειρά από υποδομές δημιουργίας αντιγράφων ασφαλείας, οι οποίες επίσης καταναλώνουν ενέργεια που προέρχεται από ορυκτά καύσιμα. Για αυτόν τον λόγο το Green Web Foundation, ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός που εργάζεται για την απαλλαγή του διαδικτύου από τις εκπομπές άνθρακα έχει περιγράψει το διαδίκτυο ως τη «μεγαλύτερη μηχανή στον κόσμο που λειτουργεί με άνθρακα».
*Με στοιχεία από το WIRED
{https://www.youtube.com/watch?v=8GQ9JeroHfM}




























