Μια νέα πειραματική θεραπεία δίνει ελπίδα για έναν από τους πιο επιθετικούς και δύσκολους στη θεραπεία καρκίνους: τον καρκίνο του παγκρέατος. Πρόκειται για το φάρμακο elraglusib, που αναπτύχθηκε στο Πανεπιστήμιο Northwestern, και σύμφωνα με νέα κλινική μελέτη μπορεί να αυξήσει σημαντικά την επιβίωση των ασθενών όταν χορηγείται σε συνδυασμό με τη συμβατική χημειοθεραπεία.
Ο καρκίνος του παγκρέατος θεωρείται από τους πιο θανατηφόρους τύπους καρκίνου, με τους περισσότερους ασθενείς να επιβιώνουν λιγότερο από έναν χρόνο μετά τη διάγνωση. Ωστόσο, σε μια τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή φάσης 2, οι ασθενείς που έλαβαν το elraglusib μαζί με χημειοθεραπεία είχαν διπλάσιες πιθανότητες να επιβιώσουν μετά από ένα έτος θεραπείας, σε σύγκριση με όσους έλαβαν μόνο χημειοθεραπεία. Επιπλέον, ο κίνδυνος θανάτου μειώθηκε κατά 38%.
Η μελέτη, που δημοσιεύεται στο επιστημονικό περιοδικό Nature Medicine, συγκαταλέγεται στις ελάχιστες της τελευταίας δεκαετίας που δείχνουν τόσο σαφές όφελος επιβίωσης σε ευρύ πληθυσμό ασθενών με μεταστατικό καρκίνο του παγκρέατος, ο οποίος αποτελεί την τρίτη αιτία θανάτου από καρκίνο στις ΗΠΑ.
Στην έρευνα συμμετείχαν 233 ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο παγκρέατος από 60 κέντρα σε 6 χώρες της Βόρειας Αμερικής και της Ευρώπης. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες από τις οποίες η μία έλαβε μόνο τη συνήθη χημειοθεραπεία, ενώ η άλλη τον ίδιο συνδυασμό χημειοθεραπείας με το elraglusib.
Οι ασθενείς που έλαβαν τη συνδυαστική θεραπεία έζησαν κατά μέσο όρο 10,1 μήνες, ενώ όσοι έλαβαν μόνο χημειοθεραπεία 7,2 μήνες. Αν και η διαφορά αυτή των περίπου τριών μηνών μπορεί να φαίνεται μικρή, εξηγείται εν μέρει από το γεγονός ότι στη μελέτη συμμετείχαν και ασθενείς με πολύ επιθετική εξέλιξη της νόσου, οι οποίοι δεν πρόλαβαν να ωφεληθούν.
Σε όσους όμως ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία, το όφελος ήταν εντυπωσιακό: Διπλάσιος αριθμός ασθενών που έλαβαν τη συνδυαστική θεραπεία με elraglusib ήταν ζωντανοί στον επόμενο χρόνο (44% έναντι 22%) και περίπου το 13% των ασθενών στην ίδια ομάδα ήταν ζωντανοί στα δύο χρόνια, σε σύγκριση με κανέναν από την ομάδα της χημειοθεραπείας.
Οι παρενέργειες της συνδυαστικής θεραπείας ήταν γενικά διαχειρίσιμες και παρόμοιες με αυτές της χημειοθεραπείας, αν και ελαφρώς συχνότερες. Οι πιο συνηθισμένες περιλάμβαναν χαμηλά επίπεδα λευκών αιμοσφαιρίων, κόπωση και παροδικές διαταραχές όρασης, οι οποίες ήταν αναστρέψιμες. Συνολικά, οι ερευνητές χαρακτήρισαν το προφίλ ασφάλειας του φαρμάκου ως αποδεκτό.
Πέρα από τους αριθμούς, η μελέτη έχει και μια έντονα ανθρώπινη διάσταση. Επειδή η κλινική δοκιμή ξεκίνησε πριν από περίπου 5 χρόνια στις ΗΠΑ, πολλοί από τους συμμετέχοντες έχουν πλέον χάσει τη μάχη με τη νόσο, όμως συγγενείς ασθενών που έζησαν σχεδόν δύο χρόνια μετά τη συμμετοχή τους στη δοκιμή μιλούν για τον χρόνο που κέρδισαν αλλά και για την αίσθηση σκοπού που τους έδωσε αυτή η λόγω συμμετοχή.
Η Donna Husar θυμάται πως ο σύζυγός της Matthew αποφάσισε να συμμετάσχει αμέσως μετά τη διάγνωση, ακολουθώντας τη συμβουλή συγγενή που εργαζόταν στην ογκολογία. Η οικογένεια πιστεύει ότι το φάρμακο τους χάρισε πολύτιμο χρόνο μαζί. Για την κόρη τους Madeline, η ύπαρξη της κλινικής δοκιμής αποτέλεσε μια αχτίδα ελπίδας μέσα στον φόβο που προκαλεί η διάγνωση ενός τόσο επιθετικού καρκίνου.
Παρόμοια εμπειρία περιγράφει και η Maria Lepowsky, της οποίας ο σύζυγος συμμετείχε επίσης στη μελέτη για περίπου δύο χρόνια. Όπως αναφέρει, το φάρμακο όχι μόνο παρέτεινε τη ζωή του, αλλά βελτίωσε και την ποιότητά της, επιτρέποντάς του να διατηρήσει την αυτονομία του για μεγάλο διάστημα.
Το elraglusib αναπτύχθηκε πριν από περίπου 15 χρόνια στα εργαστήρια του Northwestern και δρα με διαφορετικό τρόπο από τις κλασικές θεραπείες. Στοχεύει μια πρωτεΐνη που ονομάζεται GSK-3 beta, η οποία εμπλέκεται τόσο στην ανάπτυξη των όγκων όσο και στην καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος. Αντί να επιτίθεται άμεσα στα καρκινικά κύτταρα, φαίνεται να επηρεάζει το μικροπεριβάλλον του όγκου, δηλαδή το σύνολο των καρκινικών και ανοσολογικών κυττάρων και των ιστών γύρω τους, το οποίο στον καρκίνο του παγκρέατος λειτουργεί συχνά ως «ασπίδα» που εμποδίζει την ανοσολογική απόκριση.
Στη μελέτη, οι ασθενείς που έλαβαν το φάρμακο εμφάνισαν αύξηση των κυττάρων που καταπολεμούν τον καρκίνο εντός των όγκων τους, γεγονός που υποδηλώνει ότι το elraglusib μπορεί να επανενεργοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα. Επιπλέον, συγκεκριμένοι ανοσολογικοί δείκτες στο αίμα φάνηκε να σχετίζονται με μεγαλύτερη επιβίωση, κάτι που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο το φάρμακο να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό σε ασθενείς των οποίων το ανοσοποιητικό σύστημα είναι έτοιμο να ανταποκριθεί.
Οι ερευνητές σχεδιάζουν ήδη μια μεγαλύτερη κλινική μελέτη φάσης 3 για να επιβεβαιώσουν τα αποτελέσματα, ενώ εξετάζουν και τον συνδυασμό του φαρμάκου με άλλες νέες θεραπείες, με στόχο ακόμη μεγαλύτερο κλινικό όφελος.
Αν και απαιτείται περαιτέρω επιβεβαίωση, τα ευρήματα αυτά γεννούν συγκρατημένη αισιοδοξία σε έναν τομέα όπου οι θεραπευτικές επιλογές παραμένουν περιορισμένες και η ανάγκη για νέες λύσεις επιτακτική.





























