Έντονους προβληματισμούς προκαλεί δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας Stuttgarter Zeitung, στο οποίο αποτυπώνεται η αποκαριδωτική εικόνα θαλάσσιας ρύπανσης στο βαθύτερο σημείο της Μεσογείου, το σημείο «Καλυψώ», ανοικτά της Πύλου στην Πελοπόννησο.
Μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Marine Pollution Bulletin κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τη θαλάσσια ρύπανση, αποκαλύπτοντας ότι τα απορρίμματα δεν περιορίζονται στην ακτογραμμή, αλλά εντοπίζονται και σε μεγαλύτερα βάθη.
Ερευνητική αποστολή, που έφτασε σε βάθος 5.109 μέτρων με το υποβρύχιο DSV Limiting Factor, αντί να καταγράψει παρθένα οικοσυστήματα, εντόπισε μεγάλη συγκέντρωση απορριμμάτων. Η πυκνότητά τους αγγίζει τα 26.715 αντικείμενα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά που έχουν καταγραφεί σε τέτοια βάθη.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι ο βυθός λειτουργεί ουσιαστικά ως τελικός αποδέκτης των απορριμάτων, καθώς τα θαλάσσια ρεύματα τα μεταφέρουν μακριά από τις ακτές. Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει πως οι επιπτώσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας δεν γνωρίζουν γεωγραφικά όρια.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι περίπου το 90% των ευρημάτων αποτελείται από πλαστικά, αναδεικνύοντας τη χρόνια αδυναμία περιορισμού της πλαστικής ρύπανσης, ειδικά στη Μεσόγειο.
Όπως εξηγεί ο ωκεανολόγος Μικέλ Κανάλς, τα ελαφριά υλικά, όπως τα πλαστικά, προέρχονται κυρίως από τις ακτές και μεταφέρονται σταδιακά προς τα βαθύτερα στρώματα. Εκεί κινούνται κοντά στον πυθμένα μέχρι να καλυφθούν από ιζήματα ή να διασπαστούν σε μικροπλαστικά, τα οποία τελικά εισέρχονται στην τροφική αλυσίδα.
Καθοριστικό ρόλο παίζει και η μορφολογία του θαλάσσιου πυθμένα, καθώς συγκεκριμένες περιοχές, όπως το σημείο «Καλυψώ», λειτουργούν σαν «παγίδες» που συγκρατούν τα απορρίμματα και ευνοούν τη συσσώρευσή τους. Αυτό εξηγεί γιατί σε ορισμένα σημεία το πρόβλημα εμφανίζεται ιδιαίτερα έντονο και αναμένεται να επιδεινωθεί με την πάροδο του χρόνου.
Παράλληλα, εντοπίζονται ενδείξεις ότι μέρος των απορριμμάτων προέρχεται και από δραστηριότητες πλοίων, γεγονός που αναδεικνύει ζητήματα ελέγχου και εφαρμογής των περιβαλλοντικών κανόνων στη ναυτιλία.
Συνολικά, τα ευρήματα ενισχύουν την εικόνα της Μεσογείου ως μιας ιδιαίτερα επιβαρυμένης «κλειστής» θάλασσας, όπου η ανθρώπινη δραστηριότητα —από τον τουρισμό έως τη ναυσιπλοΐα— ασκεί έντονες πιέσεις. Η διαπίστωση ότι ουσιαστικά δεν υπάρχει πλέον καθαρό σημείο αποτυπώνει τη σοβαρότητα της κατάστασης.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα αποκτά ξεχωριστή σημασία, καθώς επηρεάζει άμεσα το περιβάλλον, την οικονομία και τη δημόσια υγεία, αναδεικνύοντας την ανάγκη για πιο αποτελεσματικές πολιτικές πρόληψης και διαχείρισης της θαλάσσιας ρύπανσης.































