Όχι μια, όχι δυο αλλά 42 βιομηχανικές χημικές ενώσεις εντοπίστηκαν στο ανθρώπινο σπέρμα, σε μια ανακάλυψη που ανοίγει ξανά τη συζήτηση για το πώς το περιβάλλον και ο σύγχρονος τρόπος ζωής επηρεάζουν την ανδρική γονιμότητα.
Γιατί τελικά, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι κληρονομούμε, αλλά και σε τι εκτιθέμεθα.
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, 1 στους 6 ανθρώπους παγκοσμίως θα αντιμετωπίσει κάποια στιγμή στη ζωή του πρόβλημα υπογονιμότητας. Στους άνδρες, το ποσοστό φτάνει έως και το 11,4% στην αναπαραγωγική ηλικία, με την αύξηση των περιστατικών να καταγράφεται ταχύτερα σε σχέση με τις γυναίκες.
Ενδεικτικά, μια μετα-ανάλυση 185 μελετών που αφορούσαν 42.935 άνδρες έδειξε μια σημαντική συνολική μείωση των συγκεντρώσεων σπέρματος κατά 52,4% τα τελευταία 200 χρόνια στους άνδρες στη Δύση. Μια λίστα παραγόντων του τρόπου ζωής και του περιβάλλοντος έχουν ενοχοποιηθεί για τις αλλοιώσεις της ποιότητας του σπέρματος, όπως το κάπνισμα, η κακή διατροφή, η χαμηλή σωματική δραστηριότητα και η έκθεση σε χημικές τοξικές ουσίες.
Ο σύγχρονος τρόπος ζωής έχει αυξήσει τον αριθμό των συνθετικών χημικών ουσιών που απελευθερώνονται στο περιβάλλον στις οποίες, κατά συνέπεια, εκτίθενται οι άνθρωποι σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους.
Η νέα μελέτη που πραγματοποιήθηκε από το Ινστιτούτο Περιβαλλοντικής Διάγνωσης και Μελετών Νερού (IDAEA-CSIC) στη Βαρκελώνη σε συνεργασία με το Εθνικό Ινστιτούτο Αγρονομικής και Περιβαλλοντικής Έρευνας (INRAE) της Γαλλίας και το Universitat Rovira i Virgili, στην Ταραγόνα της Ισπανίας ρίχνει περισσότερο φως σε αυτή τη «χημική έκθεση» του οργανισμού μας.
Ο πληθυσμός της μελέτης επιλέχθηκε από τη διεθνή πολυκεντρική, εγκάρσια μελέτη κοόρτης “Led-Fertyl- Lifestyle and environmental determinants associated with seminogram and other parameters related to male fertility” (Τρόπος ζωής και περιβαλλοντικοί παράγοντες που καθορίζουν το σπερμογράφημα και άλλες παράμετροι που σχετίζονται με την ανδρική γονιμότητα).
Η μελέτη περιλάμβανε 48 υγιείς άνδρες ηλικίας 18-40 ετών που επιλέχθηκαν τυχαία από το σύνολο των 200 συμμετεχόντων στη Led-Fertyl, με διαθέσιμα βιολογικά δείγματα και μετρημένα αποτελέσματα.
Οι επιστήμονες ανέλυσαν δείγματα αίματος, ούρων και σπέρματος και από τους 48 υγιείς άνδρες, ελέγχοντας περισσότερες από 2.000 ενώσεις που συναντώνται στην καθημερινότητα και εντόπισαν στο σπέρμα τους 42 χημικές ουσίες, αριθμό αντίστοιχο με εκείνον που βρέθηκε στα ούρα τους, ενώ στο αίμα τους ανιχνεύθηκαν 48.
Η νέα έρευνα αξιοποίησε μια πρωτοποριακή μέθοδο φασματομετρίας μάζας υψηλής ανάλυσης, ικανή να προσδιορίζει με εξαιρετική ακρίβεια, δηλαδή με απόκλιση μικρότερη από 0,001 ατομικές μονάδες μάζας, τη χημική ταυτότητα χιλιάδων ουσιών.
Ένα πολύπλοκο κοκτέιλ ουσιών
Τα αποτελέσματα, που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Exposome, αποκαλύπτουν ένα πολύπλοκο «κοκτέιλ» ουσιών που περιέχει τεχνητά γλυκαντικά, εντομοκτόνα, συστατικά τροφίμων, φαρμακευτικά κατάλοιπα και δείκτες κατανάλωσης καπνού, αλλά και ενώσεις PFAS (υπερφθοριωμένες και πολυφθοριωμένες αλκυλιωμένες ουσίες), γνωστές και ως «αιώνια χημικά». Πρόκειται για μια ομάδα χιλιάδων συνθετικών χημικών ουσιών που αντέχουν στη διάσπαση στο περιβάλλον και στον άνθρωπο, οι οποίες χρησιμοποιούνται ευρέως από τη δεκαετία του 1950 για τις αδιάβροχες και αντικολλητικές τους ιδιότητες σε προϊόντα όπως αντικολλητικά σκεύη, αδιάβροχα ρούχα, χαρτιά συσκευασίας τροφίμων και αφρούς πυρόσβεσης.
Σύμφωνα με τη μελέτη, ορισμένες από αυτές τις ουσίες συσχετίστηκαν με χαμηλότερη ποιότητα σπέρματος. Το τεχνητό γλυκαντικό ακεσουλφάμη, η δισφαινόλη S (που χρησιμοποιείται σε πλαστικά και ρητίνες), το εντομοκτόνο-αντιπαρασιτικό Nitenpyram και συγκεκριμένες επιφανειοδραστικές ουσίες της βιομηχανίας φάνηκε να συνδέονται με μειωμένο αριθμό σπερματοζωαρίων αλλά και με αλλοιώσεις στη μορφολογία και τη συγκέντρωσή τους.
Παράλληλα, το φωσφορικό τριαιθύλιο, ένα επιβραδυντικό φλόγας που συναντάται συχνά σε οικοδομικά υλικά, οχήματα και ηλεκτρονικές συσκευές, συσχετίστηκε με μικρότερο όγκο σπέρματος.
Οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν σχέση αιτίου-αποτελέσματος. Ωστόσο, ενισχύουν την ένδειξη ότι η χρόνια έκθεση σε πολλαπλές χημικές ουσίες μπορεί να επηρεάζει τη σπερματογένεση και, κατ’ επέκταση, την ανδρική αναπαραγωγική ικανότητα.
Η έρευνα αυτή συγκαταλέγεται στις πρώτες μελέτες κλίμακας εκθεσιώματος που εστιάζουν στο σπερματικό πλάσμα αξιοποιώντας ταυτόχρονα αντίστοιχα δείγματα ούρων και αίματος. Παρότι το σπερματικό πλάσμα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη χημική βιοπαρακολούθηση, οι περισσότερες επιδημιολογικές μελέτες μέχρι σήμερα βασίζονταν κυρίως σε αίμα ή ούρα, ανάλογα με τη χημική φύση των εξεταζόμενων ουσιών. Ωστόσο οι ερευνητές υποδεικνύουν το σπερματικό πλάσμα φαίνεται να αποτελεί εξαιρετικά χρήσιμη «βιολογική μήτρα» για τη μελέτη του εκθεσιώματος, του συνόλου δηλαδή των περιβαλλοντικών επιδράσεων που δέχεται ο οργανισμός σε όλη τη διάρκεια της ζωής.
Το ζήτημα δεν περιορίζεται μόνο στις χημικές ενώσεις. Πρόσφατες έρευνες έχουν εντοπίσει ακόμη και μικροπλαστικά στο σπερματικό υγρό, εντείνοντας τις ανησυχίες για τη διάχυτη παρουσία ρύπων στο ανθρώπινο σώμα.
Συνολικά, τα ευρήματα δείχνουν ότι το σπερματικό πλάσμα είναι ευάλωτο σε επιμόλυνση από ένα ευρύ φάσμα περιβαλλοντικών χημικών ουσιών, από βιοκτόνα και συστατικά προϊόντων προσωπικής φροντίδας έως φαρμακευτικές και βιομηχανικές ενώσεις.




























