Το Πανεπιστήμιο Rice στο Χιούστον έκανε μια ηχηρή παρέμβαση στη συζήτηση για το πώς πρέπει να ξανασκεφτούμε την παγκόσμια ανάπτυξη στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, θέτοντας τον ανθρώπινο εγκέφαλο στο επίκεντρο της οικονομίας.
Στις 21 Ιανουαρίου, στο πλαίσιο της ετήσιας συνάντησης του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός της Ελβετίας ανακοίνωσε την ίδρυση της Global Brain Economy Initiative (GBEI), μιας πρωτοβουλίας που αντιμετωπίζει την υγεία του εγκεφάλου και τις εγκεφαλικές δεξιότητες ως καθοριστικό αναπτυξιακό κεφάλαιο για τον 21ο αιώνα.
Η πρωτοβουλία εδρεύει στο Rice και υλοποιείται σε συνεργασία με το University of Texas Medical Branch και το Davos Alzheimer’s Collaborative. Έρχεται μάλιστα σε πλήρη ευθυγράμμιση με τη νέα έκθεση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ και του McKinsey Health Institute με τίτλο: «The Human Advantage: Stronger Brains in the Age of AI» (Το Ανθρώπινο Πλεονέκτημα: Ισχυρότεροι Εγκέφαλοι στην Εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης), την οποία συνυπογράφει ο Harris Eyre, ένας από τους βασικούς επιστημονικούς εμπνευστές του εγχειρήματος. Ο Eyre είναι Ανώτερος Ερευνητής για την Υγεία του Εγκεφάλου και την Κοινωνία στο Baker Institute for Public Policy του Rice και Ανώτερος Σύμβουλος για τις Νευροεπιστήμες στο Γραφείο Καινοτομίας του ίδιου πανεπιστημίου.
Η κεντρική ιδέα της πρωτοβουλίας GBEI είναι η ανάδειξη του λεγόμενου «brain capital» ενός όρου που περιλαμβάνει τόσο την εγκεφαλική υγεία όσο και τις ανθρώπινες δεξιότητες ως βασικό περιουσιακό στοιχείο για τις οικονομίες του μέλλοντος.
Καθώς η τεχνητή νοημοσύνη μετασχηματίζει ριζικά τους χώρους εργασίας και ο παγκόσμιος πληθυσμός γερνά, η στρατηγική του Rice επιχειρεί να συνδέσει τη νευροεπιστήμη με την οικονομική πολιτική, προκειμένου να ενισχυθούν η μακροπρόθεσμη ανάπτυξη, η ανθεκτικότητα του εργατικού δυναμικού και η κοινωνική ευημερία.
Υπό την καθοδήγηση του Eyre, η Global Brain Economy Initiative φιλοδοξεί να αναδείξει το «brain capital» ως θεμέλιο της σύγχρονης οικονομίας. Ο όρος περιλαμβάνει τόσο την εγκεφαλική υγεία όσο και δεξιότητες όπως η προσαρμοστικότητα, η ενσυναίσθηση και η σύνθετη επίλυση προβλημάτων, στοιχεία που καμία μηχανή δεν μπορεί να αντικαταστήσει πλήρως. Όπως τονίζει η ηγεσία του Rice, η δύναμη του πανεπιστημίου βρίσκεται ακριβώς στη διασύνδεση της έρευνας με την πραγματική ζωή, μετατρέποντας τη γνώση σε πρακτικές λύσεις για κοινωνίες και οικονομίες που δοκιμάζονται.
Η πρωτοβουλίας δεν θα μείνει στη θεωρία. Το σχέδιο προβλέπει τη μετατροπή της επιστημονικής γνώσης σε εφαρμόσιμες πολιτικές και σε εργαλεία για κυβερνήσεις, εργοδότες και επενδυτές, αντιμετωπίζοντας τις ανισότητες που υπάρχουν σήμερα στη στήριξη της εγκεφαλικής υγείας στην εκπαίδευση, στην εργασία, στην υγειονομική περίθαλψη και στη δημόσια πολιτική. Από τη δημιουργία κοινών πλαισίων και μετρήσιμων δεικτών, μέχρι πιλοτικά προγράμματα που βελτιώνουν τη γνωστική υγεία και την απόδοση του εργατικού δυναμικού, η πρωτοβουλία φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως παγκόσμιος κόμβος συντονισμού και δράσης.
Ήδη από τον πρώτο χρόνο λειτουργίας της, η Global Brain Economy Initiative σχεδιάζει να χαράξει μια διεθνή ερευνητική ατζέντα, να δοκιμάσει στρατηγικές «brain economy» σε επιλεγμένες περιοχές και να παρουσιάσει ένα πλαίσιο που θα καθοδηγεί χρηματοδότες και χρηματοπιστωτικούς φορείς. Παράλληλα, θα προωθήσει πολιτικές για την εγκεφαλική οικονομία σε κορυφαία διεθνή φόρα, από τις συνόδους G7 και G20 έως τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.
Η σημασία αυτής της στροφής αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στα ευρήματα της έκθεσης του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η εφαρμογή δοκιμασμένων παρεμβάσεων για την εγκεφαλική υγεία θα μπορούσε να ανακτήσει πάνω από 260 εκατομμύρια έτη ζωής προσαρμοσμένα στην αναπηρία και να αποφέρει οικονομικά οφέλη ύψους 6,2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων έως το 2050. Την ίδια στιγμή, οι παθήσεις που σχετίζονται με τον εγκέφαλο αποτελούν ήδη ένα από τα μεγαλύτερα βάρη στο πεδίο της υγείας παγκοσμίως, σε όλες τις ηλικίες.
Μέσα από αυτή την πρωτοβουλία, το Rice επιχειρεί να γεφυρώσει την επιστήμη του εγκεφάλου με την οικονομία, την εργασία και τις επενδύσεις, αξιοποιώντας και το έργο του Rice Brain Institute, αλλά και συνεργασίες σε τοπικό επίπεδο, όπως το Project Metis στο Χιούστον. Εκεί, πανεπιστήμια, μεγάλες επιχειρήσεις και οργανισμοί υγείας δοκιμάζουν στην πράξη το πώς μια πόλη μπορεί να κάνει μετάβαση σε ένα μοντέλο ανάπτυξης που βασίζεται στον ανθρώπινο νου.
Το μήνυμα που εκπέμπεται από το Νταβός είναι αισιόδοξο αλλά και απαιτητικό, καθώς πιο δυνατοί εγκέφαλοι σημαίνουν πιο ανθεκτικές κοινωνίες. Επενδύοντας στην εγκεφαλική υγεία και στις ανθρώπινες δεξιότητες, οι κοινωνίες δεν προσαρμόζονται απλώς στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά χτίζουν τις βάσεις για βιώσιμη ανάπτυξη, ανθεκτικότητα και κοινή ευημερία.




























