Οι διασείσεις που παθαίνουμε όταν είμαστε παιδιά μπορεί να προκαλέσουν μακροπρόθεσμες αλλαγές στον εγκέφαλο. Τα ευρήματα μιας νέας μελέτης, που δημοσιεύθηκαν στο Experimental Neurology, μπορεί να συνεισφέρουν σημαντικά στην κατανόηση των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων των τραυματισμών στο κεφάλι στα παιδιά.
Η μελέτη με επικεφαλής τον Andre Obenaus, καθηγητή βιοϊατρικών επιστημών στην Ιατρική Σχολή του UC Riverside, στην Καλιφόρνια, χρησιμοποίησε προηγμένες εικόνες εγκεφάλου για να εντοπίσει τα αρχικά σημάδια τραυματισμών που, ενώ φαίνονταν πως είχαν υποχωρήσει, επέστρεψαν μήνες αργότερα ως πιο σοβαρή βλάβη της λευκής ουσίας.
Ο Obenaus εξήγησε ότι ακόμη και μία μόνο διάσειση νωρίς στη ζωή μας μπορεί να οδηγήσει σε διαρκείς αλλαγές στη λευκή ουσία, δηλαδή στις ίνες στον εγκέφαλό μας που χρησιμεύουν ως οδοί επικοινωνίας, ενδεχομένως αλλοιώνοντας τη δομή και τη λειτουργία του εγκεφάλου καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής μας. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν την ανάγκη για συνεχή παρακολούθηση και φροντίδα των παιδιών μετά από τραυματισμούς στο κεφάλι, είπε.
«Γνωρίζαμε ότι η λευκή ουσία είναι ευάλωτη μετά από τραυματική εγκεφαλική βλάβη», δήλωσε ο Obenaus. «Αυτό που έλειπε, ωστόσο, ήταν μια ολοκληρωμένη, μακροπρόθεσμη ματιά στο πώς έστω και μόνο μία διάσειση στην παιδική μας ηλικία επηρεάζει τον εγκέφαλο με την πάροδο του χρόνου. Τα ευρήματά μας καλύπτουν αυτό το κενό και δείχνουν ότι οι αλλαγές στον εγκέφαλο από τέτοιες διασείσεις μπορεί να μην είναι άμεσα εμφανείς, αλλά μπορούν να επανεμφανιστούν και να επιδεινωθούν με την πάροδο του χρόνου».
Στα πειράματά τους, ο Obenaus και οι συνάδελφοι του προκάλεσαν εγκεφαλική διάσειση σε ποντίκια και, στη συνέχεια, διεξήγαν μαγνητικές τομογραφίες σε επτά διαφορετικά σημεία, μέσα σε χρονικό διάστημα 18 μηνών, που είναι ο χρόνος όπου ζουν τα περισσότερα ποντίκια. Η ομάδα χρησιμοποίησε έναν ειδικό τύπο απεικόνισης, τη μαγνητική δεσμιδογραφία (Diffusion tensor imaging), η οποία χαρτογραφεί τη λευκή ουσία και ανιχνεύει μικροδομικές βλάβες, και διαπίστωσε ότι ο τραυματισμός διατάραξε τη φυσιολογική ανάπτυξη και την οργάνωση του μεσολόβιου, μιας ζωτικής οδού της λευκής ουσίας που συνδέει την αριστερή και τη δεξιά πλευρά του εγκεφάλου.
Αυτές οι αλλαγές επιδεινώθηκαν 18 μήνες μετά τον τραυματισμό. Οι ερευνητές παρατήρησαν πρώιμες διαταραχές σε μια βασική μέτρηση της λευκής ουσίας που ονομάζεται κλασματική ανισοτροπία, ένα μέτρο της ασυμμετρίας καθώς το υγρό κινείται μέσω του εγκεφάλου. Ενώ αυτές οι αλλαγές φάνηκαν να ομαλοποιούνται λίγο μετά τον τραυματισμό, σημαντική επιδείνωση επανεμφανίστηκε αργότερα στη ζωή, ιδιαίτερα μετά από πιο σοβαρές διασείσεις.
Σε ποντίκια που δεν είχαν τραυματιστεί, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η δομή της λευκής ουσίας έδειξε σταθερή και υγιή ανάπτυξη με την πάροδο του χρόνου. Αλλά σε ποντίκια που υπέστησαν διάσειση παρατήρησαν ένα πρώιμο πλατό στα χαρακτηριστικά διάχυσης της λευκής ουσίας. Ιδιαίτερα στην ομάδα με τους πιο σοβαρούς τραυματισμούς, διαπίστωσαν αλλαγές στις μετρήσεις απεικόνισης του εγκεφάλου με την ηλικία, υποδεικνύοντας μακροπρόθεσμη διαταραχή στη συνδεσιμότητα του εγκεφάλου.
«Αυτές οι επιδράσεις ήταν πιο έντονες στη μετωπιαία περιοχή του μεσολόβιου, η οποία εμπλέκεται σε πολλές βασικές γνωστικές λειτουργίες», δήλωσε ο Obenaus.
Στο τέλος της μελέτης, οι ερευνητές εξέτασαν τους εγκεφάλους για σημάδια φλεγμονής και εντόπισαν αξιοσημείωτες αλλαγές στη μικρογλοία, που είναι τα ανοσοκύτταρα του εγκεφάλου, και, σε μικρότερο βαθμό, στα αστροκύτταρα, τα οποία βοηθούν στη διατήρηση της λειτουργίας του εγκεφάλου. Η στατιστική τους ανάλυση συνέδεσε την ενεργοποίηση της μικρογλοίας με τις μακροπρόθεσμες αλλαγές στη λευκή ουσία, υποδηλώνοντας ότι η νευροφλεγμονή μπορεί να παίζει βασικό ρόλο στην καθυστερημένη εγκεφαλική βλάβη.
«Διαπιστώσαμε ότι το σχήμα και η συμπεριφορά της μικρογλοίας και των αστροκυττάρων είχαν αλλάξει σημαντικά σε ποντίκια που είχαν υποστεί διάσειση, γεγονός που υποδηλώνει ότι πυροδοτήθηκε μια σειρά βιολογικών αλλαγών που παρέμειναν πολύ μετά τον αρχικό τραυματισμό», δήλωσε ο Obenaus. «Αυτό δείχνει ότι μια διάσειση κατά την παιδική ηλικία δεν προκαλεί μόνο προσωρινά συμπτώματα, αλλά διαρκείς αλλαγές στη δομή του εγκεφάλου».
Παρόλο που η μελέτη διεξήχθη σε ποντίκια, τα ευρήματα προσεγγίζουν τα πρότυπα που παρατηρούνται στους ανθρώπους. Τα παιδιά και οι έφηβοι που υφίστανται διάσειση συχνά αναρρώνουν γρήγορα, αλλά η έρευνα δείχνει ολοένα και περισσότερο ότι η συνδεσιμότητα του εγκεφάλου και η γνωστική λειτουργία μπορούν να επιδεινωθούν χρόνια αργότερα.
«Η εργασία μας ενισχύει τη σημασία της μακροπρόθεσμης παρακολούθησης», δήλωσε ο Obenaus. «Για τα παιδιά που υφίστανται διάσειση δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι έχουν αναρρώσει πλήρως με βάση μόνο τα βραχυπρόθεσμα συμπτώματα. Οι ανεπαίσθητες αλλαγές μπορεί να χρειαστούν χρόνια για να εμφανιστούν και, μέχρι τότε, οι παρεμβάσεις μπορεί να είναι πιο δύσκολες».




























