Στο νέο βιβλίο του Κώστα Γαβρόγλου, η Ψηφιακή Συνθήκη (ΨΣ) περιγράφεται ως ένα καθολικό καθεστώς που υπερβαίνει την Τεχνητή Νοημοσύνη και διαμορφώνει νέες σχέσεις εξουσίας, ιδιοκτησίας και ιδεολογίας. Το ίδιο είχε γίνει και στη διάρκεια του 19ου αιώνα όταν η καθολικότητα της Βιομηχανικής Επανάστασης υπερέβαινε τις εφαρμογές του ατμού και του ηλεκτρισμού. Τι είναι η ΨΣ και ποια τα χαρακτηριστικά της καθολικότητάς της, η πλατιά χρήση τεχνουργημάτων και η συμβιωτική σχέση ανθρώπων με αυτά, με επακόλουθο την αλλαγή συμπεριφοράς, αξιών, αντιλήψεων; Μέσα από παραδείγματα, αναδεικνύεται η ανατροπή καθιερωμένων εννοιών συγγραφής, ευθύνης και επιστημονικής συνεισφοράς, τα αδιέξοδα των ρυθμιστικών πλαισίων, ο μη ουδέτερος χαρακτήρας των τεχνολογιών, οι ενδεχομενικότητες, η ανάδυση νέων οντοτήτων (Big data), το μονοπωλιακό τους καθεστώς, o χαρακτήρας, η αυτοβελτίωση και η ανατροφοδότηση αλγορίθμων, οι στενοί δεσμοί ΨΣ με την πολιτική εξουσία, ο έλεγχος και η επιτήρηση της καθημερινότητας μας αλλά και οι δυνατότητες του ανοιχτού και ελεύθερου λογισμικού. Θεμελιώδες πρόβλημα είναι η κατανόηση του χαρακτήρα και της ιστορικότητας αυτής της νέας πραγματικότητας και αυτό δεν μπορεί να γίνει μέσα από μία εργαλειακή προσέγγιση, όπου καταγράφονται τα θετικά και τα αρνητικά της ΤΝ προσπαθώντας να ελαχιστοποιήσουμε τις μη ευεργετικές συνέπειές της. Όπως έγινε στη διάρκεια της Βιομηχανικής Επανάστασης, έτσι και σήμερα μετασχηματίζονται ο χαρακτήρας της εργασίας, οι δομές της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, η ζωή στις πόλεις, οι επικοινωνίες των πολιτών, και δημιουργούνται νέες κοινωνικές τάξεις.
Στη συνέχεια γίνεται μία συζήτηση για τις διάφορες όψεις του νέου οικοσυστήματος στα πανεπιστήμια και στα ερευνητικά κέντρα. Αυτό περιλαμβάνει τις μεταλλάξεις του έντυπου λόγου, τις μεταμορφώσεις της διδασκαλίας, τις νέες πραγματικότητες, μετά την εμφάνιση του ChatGPT και άλλων Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων, τις αναπροσαρμογές στις διαδικασίες παραγωγής νέας γνώσης, τις διεργασίες χρηματοδότησης της έρευνας, την υπονόμευση της ελευθερίας της έκφρασης, την αναδιάρθρωση των μηχανισμών δημοσιοποίησης των ερευνητικών αποτελεσμάτων και την ευρεία χρήση των ποσοτικών δεικτών ως κριτηρίων αποτίμησης της ποιότητας των πανεπιστημίων.
Το βιβλίο καταλήγει ότι η Ψηφιακή Συνθήκη υπονομεύει τη δημοκρατία μέσω επιτήρησης, συγκέντρωσης ισχύος και αποδυνάμωσης των συλλογικών θεσμών. Τα πανεπιστήμια, ως χώροι κριτικής σκέψης, βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της σύγκρουσης. Η επιθετική πολιτική του νεοφιλελευθερισμού εναντίον των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών πηγάζει και από το γεγονός πως η διεκδίκηση και κατασκευή χώρων συγκρουσιακής συνύπαρξης στα πανεπιστήμια και στα ερευνητικά κέντρα απειλεί την αναπαραγωγή εξουσιαστικών δομών και ένα ανεξέλεγκτο συντηρητισμό στη διοίκηση αυτών των θεσμών. Ζητούμενο παραμένει η αντίσταση στις απειλές που υφίστανται οι ζωτικοί χώροι στους οποίους καλλιεργούνται οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες και, ταυτόχρονα, η οργανική σύνδεση των νέων ερευνητών με τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα.

























