Από τις εκδόσεις «ΤΟΠΟΣ» κυκλοφορεί το νέο βιβλίο του ομότιμου καθηγητή Πανεπιστημίου Κύρκου Δοξιάδη «Φασισμός και καπιταλισμός- Η ολοκλήρωση μιας σχέσης».
Τα «Παιχνίδια Εξουσίας» δημοσιεύουν ένα απόσπασμα από το πρώτο μέρος του βιβλίου:
Ο εγγενής αυταρχισµός του καπιταλισµού
Ο σύγχρονος καπιταλισµός φαίνεται πως λειτουργεί µε αυτό που στη χαρτοπαιξία αποκαλείται διπλή µπλόφα. Σε πάρα πολλούς τοµείς της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, παρουσιάζει ένα ακραιφνώς φασιστικό πρόσωπο. Ο περισσότερος κόσµος, ακόµα και στην Αριστερά, σκέφτεται: «Μα δεν µπορεί ο καπιταλισµός όντως να ταυτίζεται µε τον φασισµό». Κι όµως, ταυτίζεται. Φιλοδοξία του βιβλίου αυτού είναι να συµβάλει στην προσπάθεια να χαλάσουµε τη διπλή µπλόφα του σύγχρονου καπιταλισµού.
Ας αρχίσουµε µε µια παραλλαγή της γνωστής ρήσης του Νίκου Πουλαντζά: Ο καπιταλισµός είναι αυταρχικός ή δεν είναι καπιταλισµός.[1]
Η παραπάνω διατύπωση, που µπορεί στις αποπροσανατολισµένες µέρες µας να φαίνεται υπερβολικά προκλητική, δεν λέει και τίποτα το φοβερά καινούργιο. Ήδη ο Marx και ο Engels το 1848, στο ιδρυτικό κείµενο της µαρξιστικής ιδεολογίας αλλά και της µαρξιστικής κοινωνικής θεωρίας, είχαν πει:
Οι µάζες των εργατών […] [ό]χι µόνον είναι δούλοι της αστικής τάξης, του αστικού κράτους, αλλά ακόµα υποδουλώνονται καθηµερινά και κάθε στιγµή από τη µηχανή, από τον επόπτη και προπαντός απ’ τον κάθε αστό εργοστασιάρχη. Και αυτός ο δεσποτισµός είναι τόσο πιο µικροπρεπής, µισητός και εξοργιστικός, όσο πιο ανοιχτά διακηρύσσει ως σκοπό του το κέρδος.[2]
Στο αποκαλυπτικότατο αυτό απόσπασµα παρατηρούµε τον εντοπισµό κάποιων θεµελιωδών χαρακτηριστικών του καπιταλισµού εν γένει, τα οποία ήταν ήδη εµφανή την εποχή που γράφτηκε το Κοµµουνιστικό µανιφέστο, αλλά που στη σύγχρονη εποχή έχουν καταστεί ακόµα εµφανέστερα.
Πρώτον, συνταύτιση του αστικού κράτους, δηλαδή του κράτους της καπιταλιστικής κοινωνίας, µε την αστική τάξη, δηλαδή µε την τάξη των καπιταλιστών. Ο Marx και ο Engels τότε ακόµη δεν είχαν αναπτύξει το θεωρητικό σχήµα βάσης-εποικοδοµήµατος. Η αδιάρρηκτη ενότητα κράτους και καπιταλιστικής εκµετάλλευσης προκύπτει εδώ κατά τρόπο συγκεκριµένο: Ο εργάτης είναι εξαναγκασµένος από τον κρατικό θεσµό να αποδέχεται τη σχέση εκµετάλλευσης – δηλαδή την εργασιακή σχέση µε τους όρους που έχει θέσει ο καπιταλιστής. Το κράτος παρέχει τη δυνατότητα στον καπιταλιστή να τον απολύσει αν δεν τηρεί τους όρους του.
∆εύτερον, άµεση πολιτικοποίηση των ίδιων των εργασιακών σχέσεων. Ο εργάτης είναι υποχρεωµένος να υφίσταται καθηµερινά τη σχέση υποδούλωσης µέσα στο ίδιο το εργοστάσιο, από τον καπιταλιστή, τους προϊσταµένους του και τις µηχανές. Οι σχέσεις υποδούλωσης και πάλι είναι συγκεκριµένες. Από τον καπιταλιστή, επειδή γι’ αυτόν δουλεύει. Από τον επόπτη-προϊστάµενο, επειδή εκείνος τον ελέγχει αν δουλεύει όπως πρέπει. Και από τα µηχανήµατα, διότι η δουλειά του συνίσταται αναγκαστικά στον χειρισµό τους.
Και τρίτον, κάτι που είναι ιδιαίτερα εµφανές στην εποχή του νεοφιλελευθερισµού: Ολόκληρη αυτή η σχέση εκµετάλλευσης/υποδούλωσης, αυτός ο «δεσποτισµός», καταξιώνεται ηθικά από τον άµεσα δεδηλωµένο στόχο του καπιταλιστή, που είναι το κέρδος. Στο όνοµα του δικαιώµατος της ατοµικής ιδιοκτησίας (των µέσων παραγωγής), ο καπιταλιστής «ασκεί το δικαίωµά του» να βγάζει κέρδος από την επιχείρησή του, που σηµαίνει να εκµεταλλεύεται τον εργάτη.
∆εν θα ήταν αυθαίρετο να θεωρήσουµε ότι σε αυτό το µικρό απόσπασµα όπου περιγράφεται η καπιταλιστική σχέση εκµετάλλευσης έχουµε µια πρώτη θεωρητική επεξήγηση των τριών επιπέδων του κοινωνικού σχηµατισµού:
Πολιτικό επίπεδο: Κράτος και κρατική καταπίεση.
Οικονοµικό επίπεδο: Εργασιακή σχέση ή σχέση παραγωγής.
Ιδεολογικό επίπεδο: Ηθική καταξίωση της σχέσης εκµετάλλευσης.
Θα έπρεπε επί πλέον να σηµειώσουµε ότι εδώ η πολιτική µε την ευρεία έννοια είναι παρούσα και στα τρία επίπεδα. Στο πολιτικό (µε τη στενή έννοια) επίπεδο, στο επίπεδο του κράτους, ο Marx και ο Engels χρησιµοποιούν τον όρο «δούλοι» (της αστικής τάξης και του αστικού κράτους). Στο οικονοµικό, στο επίπεδο της παραγωγής, µιλάνε για «υποδούλωση» (από τη µηχανή, τον επόπτη και τον εργοστασιάρχη). Και στο ιδεολογικό, ο όρος είναι «δεσποτισµός». Πρόκειται για τις τρεις βασικές εκφάνσεις του καπιταλιστικού αυταρχισµού: κρατικός, οικονοµικός και ιδεολογικός αυταρχισµός. Ο Marx και ο Engels, ιδρύοντας τη θεωρία του ιστορικού υλισµού και ταυτόχρονα τη ριζοσπαστική αριστερή, δηλαδή αντικαπιταλιστική ιδεολογία, ασκούν κριτική στον καπιταλισµό από τη σκοπιά της πιο ριζοσπαστικής εκδοχής της πολιτικής φιλοσοφίας του ∆ιαφωτισµού. Και αυτή είναι η λογική που διατρέχει ολόκληρο το Κοµµουνιστικό µανιφέστο. Χωρίς αυτό να αναιρεί καθόλου τη σπουδαιότητα του πολιτικοοικονοµικού έργου του Marx και ιδίως του Κεφαλαίου, θα πρέπει να σηµειώσουµε πως συχνά παραβλέπεται το γεγονός ότι η στάση των ιδρυτών της µαρξιστικής θεωρίας απέναντι στον καπιταλισµό είναι βαθύτατα πολιτική. ∆εν αναλύουν τον καπιταλισµό ως ακόµα ένα οικονοµικό σύστηµα θεωρητικοποιώντας κατόπιν το πολιτικό και ιδεολογικό «εποικοδόµηµα» που το αναπαράγει.
Σε αυτό το µικρό απόσπασµα, όπως και σε άλλα σηµεία του Μανιφέστου, είναι σαφές ότι αντιµετωπίζουν τον καπιταλισµό ως ένα σύστηµα αυταρχικής εξουσίας. Το οποίο είναι βέβαια πρώτιστα οικονοµικό, δεδοµένου ότι στηρίζεται στην επαναστατική µετατροπή των µέσων παραγωγής που επήλθε µε τη Βιοµηχανική Επανάσταση, αλλά επεκτείνει και στηρίζει άµεσα τον αυταρχισµό του και στα άλλα δύο επίπεδα του κοινωνικού σχηµατισµού κατά τρόπο συγκεκριµένο. Το κράτος στην καπιταλιστική κοινωνία επιβάλλει βίαια τη θεµελιώδη κοινωνική ανισότητα που προκύπτει απ’ την κατοχή των µέσων παραγωγής από λίγους ιδιώτες. Η κυρίαρχη ιδεολογία του κέρδους, που είναι εγγενής στην ίδια την καπιταλιστική σχέση εκµετάλλευσης, καθιστά και ηθικά/υποκειµενικά αποδεκτή την εν λόγω ανισότητα. Αυτό σηµαίνει ότι ο ίδιος ο καπιταλισµός ως αυταρχικό σύστηµα εξουσίας ενυπάρχει ήδη εξ αρχής στο πολιτικό και στο ιδεολογικό επίπεδο – δεν έρχονται αυτά τα δύο επίπεδα κατόπιν εορτής για να τον αναπαραγάγουν. ∆εν θα υπήρχε καπιταλισµός χωρίς την κρατική/θεσµική εξασφάλιση της ατοµικής ιδιοκτησίας των µέσων παραγωγής και χωρίς την ηθική αποδεκτότητα του ιδιωτικού κέρδους ως υπέρτατης αξίας.
Η σχέση αυτονοµίας µεταξύ των επιπέδων συνίσταται στο ότι προφανώς υπάρχουν τοµείς των κρατικών θεσµών και της ιδεολογίας που δεν σχετίζονται άµεσα µε τον καπιταλισµό. Και πάλι όµως εκεί η σχέση είναι ιστορικά συγκεκριµένη. Ανάλογα µε την ιστορική περίοδο και τις εκάστοτε κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, τούτοι οι µη εγγενώς καπιταλιστικοί τοµείς του κράτους και της ιδεολογίας άλλοτε ενίσχυαν και άλλοτε περιόριζαν τον καπιταλιστικό αυταρχισµό. Ποτέ όµως δεν αναιρούσαν ούτε στο ελάχιστο τον εγγενώς αυταρχικό πυρήνα του κρατικού θεσµού της ατοµικής ιδιοκτησίας των µέσων παραγωγής, της οικονοµικής σχέσης καπιταλιστή/εργαζοµένου και της ιδεολογικής καταξίωσης του κέρδους.
Σε προηγούµενο βιβλίο µου έχω παρουσιάσει αναλυτικά την άποψή µου ότι ο νεοφιλελευθερισµός δεν είναι απλώς µια σύγχρονη παραλλαγή του καπιταλισµού αλλά η πιο γνήσια εκδοχή του. [3] Ιστορικά, δεν είναι τυχαίο ότι ο νεοφιλελευθερισµός έχει συνδυαστεί µε τα πιο ανελεύθερα καθεστώτα της παγκόσµιας µεταπολεµικής ιστορίας του καπιταλισµού. Το πρώτο νεοφιλελεύθερο «πείραµα» έλαβε χώρα στη Χιλή του Πινοτσέτ, και δεν θα ήταν καθόλου αυθαίρετο να επισηµάνουµε ότι επί Θάτσερ στη Βρετανία και επί Ρέιγκαν στις Ηνωµένες Πολιτείες άρχισε η µεγάλη αυταρχική στροφή των αναπτυγµένων καπιταλιστικών κοινωνιών. Σχηµατικά, η θέση µου για την (όποια) θετική σχέση του καπιταλισµού µε τη δηµοκρατία είναι ότι επρόκειτο για µια µάλλον εξαιρετική κατάσταση, που διαµορφώθηκε εντός µιας συνθήκης όπου ο καπιταλισµός χρειάστηκε γύρω στους δύο αιώνες µετά τη Βιοµηχανική Επανάσταση για να επικρατήσει πλήρως.
Κατά τον 19ο αιώνα, η θετική σχέση του καπιταλισµού µε τη δηµοκρατία συνίστατο στο ότι ο καπιταλισµός δεν είχε ξεκαθαρίσει πλήρως τους λογαριασµούς του µε την απολυταρχία, και γι’ αυτό χρειαζόταν τη συµπαράσταση και τη συµµετοχή των λαϊκών µαζών στον αγώνα του για την οριστική κατάργηση της απολυταρχίας. Ήταν η εποχή που στο ιδεολογικό επίπεδο ο οικονοµικός και ο πολιτικός φιλελευθερισµός συνυπήρχαν αγαστά ακόµη. Και στο πολιτικό επίπεδο, δηλαδή στο κράτος, αυτό αντιστοιχούσε στο γεγονός ότι η κατοχύρωση της ατοµικής ιδιοκτησίας των µέσων παραγωγής αναγκαζόταν να συνυπάρχει µε την κατοχύρωση των στοιχειωδών δικαιωµάτων των πολιτών εν γένει, συµπεριλαµβανοµένων των λαϊκών τάξεων.
Κατά τον 20ό αιώνα, ή για την ακρίβεια κατά τον «σύντοµο 20ό αιώνα» της «εποχής των άκρων» σύµφωνα µε τον Eric Hobsbawm,[4] από την έναρξη του Α΄ Παγκοσµίου Πολέµου το 1914 µέχρι τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, υπήρχε το γνωστό «αντίπαλο δέος» του «υπαρκτού σοσιαλισµού». Το 1917 έγινε η Ρωσική Επανάσταση, και το 1945 άρχισε να υπάρχει το σοβιετικό µπλοκ των «λαϊκών δηµοκρατιών» της Ανατολικής Ευρώπης, αλλά είναι αλήθεια ότι οι συνθήκες που οδήγησαν σε αυτά ήταν εκείνες του Α΄ και του Β΄ Παγκοσµίου Πολέµου αντίστοιχα. Ο «υπαρκτός σοσιαλισµός» µπορεί ο ίδιος να µην υπήρξε ποτέ του δηµοκρατικός, αλλά ως «αντίπαλο δέος» (µία από τις «πονηριές της Ιστορίας») ωθούσε τις καπιταλιστικές χώρες να είναι δηµοκρατικές προκειµένου να πείθουν τον κόσµο για την ανωτερότητά τους.
Παράλληλα όµως, τούτη η δηµοκρατία, για να καθιστά επαρκώς αρεστό τον καπιταλισµό, έπρεπε να έχει και κοινωνικό περιεχόµενο. Εξ ου και η ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους. Και πάλι η κύρια ώθηση ήταν το «αντίπαλο δέος». Και πριν από την εγκαθίδρυση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισµού», υπήρχε το «αντίπαλο δέος» στο εσωτερικό των καπιταλιστικών χωρών. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο Μπίσµαρκ καθιέρωσε το πρώτο κοινωνικό κράτος υπό τον φόβο της επιρροής τού (αντικαπιταλιστικού τότε) Γερµανικού Σοσιαλδηµοκρατικού Κόµµατος. Και η «χρυσή εποχή» του δυτικοευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους ήταν βέβαια οι πρώτες δεκαετίες µετά τον Β΄ Παγκόσµιο Πόλεµο, όταν οι τεράστιες πληγές που είχαν ανοίξει στο κοινωνικό σώµα απειλούσαν επικίνδυνα την κοινωνική συνοχή των καπιταλιστικών χωρών και έπρεπε επειγόντως να επουλωθούν.
[1]. Νίκος Α. Πουλαντζάς, Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισµός, µτφρ. Γιάννης Κρητικός, Θεµέλιο, Αθήνα 2008, σ. 378-379: «[Ο] σοσιαλισµός θα είναι δηµοκρατικός ή δεν θα είναι σοσιαλισµός».
[2]. Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς, Το µανιφέστο του Κοµµουνιστικού Κόµµατος, µτφρ. Γιώργος Κόττης, Θεµέλιο, Αθήνα 1999, σ. 55-56.
[3]. Κύρκος ∆οξιάδης, Νεοφιλελευθερισµός και νεοτερική εξουσία: Καπιταλισµός, βιοπολιτική, ακροδεξιά, νήσος, Αθήνα 2021, σ. 62-65.
[4]. Eric Hobsbawm, Age of Extremes: The Short Twentieth Century 1914-1991, Abacus, Λονδίνο 1995.



























