Στην πλειονότητά τους οι προτάσεις αυτές θα μπορούσαν να υλοποιηθούν χωρίς συνταγματική αναθεώρηση, με απλή νομοθετική πρωτοβουλία, ή κινούνται σε λάθος κατεύθυνση- Υπάρχουν και ορισμένες προτάσεις που ήδη ο επιστημονικός και πολιτικός διάλογος έχει υιοθετήσει ως αναγκαίες.
Η πρόταση της κοινοβουλευτικής ομάδας της Νέας Δημοκρατίας (7.5.2026) υποβάλλεται σε μια περίοδο όξυνσης των πολιτικών συγκρούσεων με αφορμή ιδίως τις εξελίξεις στα σκάνδαλα των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων και του ΟΠΕΚΕΠΕ, για τα οποία κατατέθηκαν την περασμένη εβδομάδα προτάσεις σύστασης εξεταστικής επιτροπής και προανακριτικής επιτροπής αντίστοιχα. Πρόκειται άλλωστε για μία περίοδο που μπορεί να χαρακτηριστεί εν τοις πράγμασι ως προεκλογική, δεδομένου ότι η κυβέρνηση διανύει τον τελευταίο χρόνο της θητείας της.
Άρα η πρώτη παρατήρηση είναι ότι ενώ η κυβερνητική πλειοψηφία είχε τη δυνατότητα να υποβάλει τις προτάσεις της εδώ και ενάμιση χρόνο, όταν δηλαδή συμπληρώθηκε η πενταετία από την προηγούμενη αναθεώρηση του Συντάγματος, ωστόσο επέλεξε το συγκεκριμένο χρονικό σημείο το οποίο προσφέρεται μάλλον για ασκήσεις πολιτικής επικοινωνίας, εργαλειοποιώντας τη συνταγματική αναθεώρηση, παρά για νηφάλιο και εποικοδομητικό αναθεωρητικό διάλογο.
Ως προς την ουσία της πρότασης διαπιστώνεται κατ’ αρχάς ότι στην πλειονότητά τους οι προτάσεις αυτές θα μπορούσαν να υλοποιηθούν χωρίς συνταγματική αναθεώρηση, με απλή νομοθετική πρωτοβουλία, ή κινούνται σε λάθος κατεύθυνση. Ενδεικτικά:
Α. Αλυσιτελείς προτάσεις
· Τι προσθέτει στο άρθρο 21 η αναφορά της πρότασης σε «κρατική μέριμνα για προσιτή στέγη», όταν ήδη στο Σύνταγμά μας (άρθρο 21 παρ. 4) προβλέπεται ειδική φροντίδα του κράτους για την απόκτηση κατοικίας ή τη στέγαση, γεγονός που ουδεμία επίπτωση έχει στην όξυνση της στεγαστικής κρίσης;
· Πώς αξιολογείται η πρόταση στο άρθρο 24 που προβλέπει «λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής» και την «αποτελεσματική διαχείριση των υδάτινων πόρων» όταν η κυβέρνηση προωθεί τις γεωτρήσεις ορυκτών καυσίμων στα νότια της Κρήτης και στο Ιόνιο, που αποτελούν τη σοβαρότερη επιβάρυνση για το κλίμα και ταυτόχρονα εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους για το περιβάλλον;
· Τι σημαίνει στο άρθρο 29 η πρόταση ότι «τα κόμματα οφείλουν να οργανώνονται και να λειτουργούν με δημοκρατικό τρόπο», τη στιγμή που ήδη το Σύνταγμα προβλέπει ότι «η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος»;
· Τι σημαίνει η γενική και αόριστη διατύπωση για τη «θωράκιση του θεσμικού ρόλου του βουλευτή κατά την άσκηση της νομοθετικής και ελεγκτικής του αρμοδιότητας και κατά την επικοινωνία με την εκλογική του περιφέρεια»; Πρόκειται άραγε για την αλυσιτελή συνταγματοποίηση των άστοχων εξαγγελιών του πρωθυπουργού που αφορούν την καταπολέμηση των πελατειακών σχέσεων που αποδίδονται σε βουλευτές;
· Πώς διασφαλίζεται η προτεινόμενη «κατοχύρωση αρχών καλής νομοθέτησης», η οποία ήδη προβλέπεται στην νομοθεσία και καταστρατηγείται συστηματικά από την κυβέρνηση; Γιατί δεν κατοχυρώνεται ρητά η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου της εφαρμογής κανόνων καλής νομοθέτησης;
· Γιατί προτείνεται ότι «φόρος ή οποιοδήποτε άλλο οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος» όταν ήδη υπάρχει η πρόβλεψη αυτή στο άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος;
Β. Τροποποιήσεις σε εσφαλμένη κατεύθυνση
· Τι σημαίνει ότι «το εκλογικό σύστημα θα πρέπει να διασφαλίζει εύλογη “αναλογικότητα” και “κυβερνησιμότητα” της χώρας»; Πρόκειται στην ουσία για απαγόρευση θέσπισης ενός εκλογικού συστήματος απλής αναλογικής. Γιατί να αποκλειστεί όμως ένα αναλογικό σύστημα, αντί να προβλεφθεί επί παραδείγματι ότι δεν είναι συνταγματικά επιτρεπτός ο αποκλεισμός συνασπισμών κομμάτων από το εκλογικό μπόνους;
· Γιατί δεν ελήφθη υπόψη η κριτική που έχει ήδη ασκηθεί συστηματικά ως προς την πρόταση περί «λειτουργικού ασυμβιβάστου βουλευτή-υπουργού και προσωρινής αναπλήρωσης», καθώς και ως προς την πρόταση για «επανακαθορισμό της έννοιας της μονιμότητας»;
· Γιατί διατηρείται στο άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη των υπουργών η αρμοδιότητα της Βουλής να αποφασίζει για την άσκηση δίωξης, όταν ήδη έχει επιβεβαιωθεί ότι το συγκεκριμένο μοντέλο απέτυχε κατ’ επανάληψη;
Γ. Στην πρόταση περιλαμβάνονται πάντως και ορισμένες προτάσεις που ήδη ο επιστημονικός και πολιτικός διάλογος έχει υιοθετήσει ως αναγκαίες.
Ενδεικτικά:
· Η κατάργηση της δυνατότητας διάλυσης της Βουλής για εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας, δεδομένου ότι η δυνατότητα αυτή έχει αξιοποιηθεί με καταχρηστικό τρόπο κατ’ επανάληψη,
· η εισαγωγή κανόνων καλής διενέργειας των δημοψηφισμάτων,
· το δικαίωμα του εκλέγεσθαι στα 21,
· η δυνατότητα της επιστολικής ψήφου και για εκλογείς εντός της επικράτειας.
Από τις προηγούμενες παρατηρήσεις και τα ενδεικτικά παραδείγματα που παρατέθηκαν αναδεικνύεται η ελλιπέστατη επεξεργασία της πρότασης της Νέας Δημοκρατίας, η οποία δεν βασίζεται σε ένα συνεκτικό σχέδιο και σε συγκροτημένη συνταγματική πολιτική, αλλά με αποσπασματικό τρόπο περιλαμβάνει προτάσεις-ευχολόγια, ρυθμίσεις που ήδη περιλαμβάνονται στο Σύνταγμα, επικίνδυνες εμπνεύσεις όπως η άρση της μονιμότητας και η διατήρηση της αρμοδιότητας της Βουλής για την άσκηση ποινικής δίωξης των υπουργών, καθώς και παρεμβάσεις οι οποίες αφήνουν σκιές ως προς την τελική τους στόχευση. Με τη συγκεκριμένη πρόταση ως αφετηρία είναι αβέβαιο αν η αναθεωρητική πρωτοβουλία μπορεί να έχει αίσια έκβαση.
(Ο Ξενοφών Κοντιάδης είναι συνταγματολόγος, καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο)
































