Η Ντόρα Μπακογιάννη αναφέρθηκε εκτενώς στη στρατηγική σημασία των ελληνογαλλικών σχέσεων, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για μια «πολύ παλιά» και βαθιά συνεργασία με ιδιαίτερη βαρύτητα για την Ελλάδα. Όπως σημείωσε, η Γαλλία αποτελεί σήμερα τη μοναδική πυρηνική και ισχυρή στρατιωτική δύναμη στην Ευρώπη, γεγονός που ενισχύει τη σημασία της διμερούς αμυντικής συνεργασίας. Παράλληλα, έκανε λόγο για ουσιαστικές συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν, επισημαίνοντας ότι η Ευρώπη οφείλει να επενδύσει σε κοινές υποδομές, όπως η ανάπτυξη ενός ευρωπαϊκού αεροσκάφους 6ης γενιάς.
Αναφερόμενη στο μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η κα Μπακογιάννη τόνισε ότι η Ευρώπη δεν θα προχωρήσει ενιαία αλλά «σε κύκλους», με την αμυντική συνεργασία να αποτελεί βασική προτεραιότητα. Επισήμανε ότι το διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζεται από αυξανόμενο ανταγωνισμό με χώρες όπως η Κίνα και η Ρωσία, ενώ υπογράμμισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαδραματίζουν πλέον τον ίδιο ρόλο ασφάλειας για την Ευρώπη. Όπως είπε, η ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας αποτελεί «υποχρεωτική» επιλογή, παρά το γεγονός ότι βραχυπρόθεσμα οι ευρωπαϊκές χώρες συνεχίζουν να προμηθεύονται εξοπλισμούς, όπως τα F-35, από τις ΗΠΑ.
Για τις στρατιωτικές δαπάνες, η ίδια επεσήμανε ότι απαιτείται ενημέρωση των ευρωπαϊκών κοινωνιών και πολιτική βούληση, αναφέροντας ότι ο Εμανουέλ Μακρόν και ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρίσκονται «στην πρωτοπορία» αυτής της προσπάθειας, λόγω εμπειρίας και αξιοπιστίας στη διεθνή σκηνή.
Σχετικά με τη στάση της Ευρωπαίας Εισαγγελέως Λάουρα Κοβέσι, η κα Μπακογιάννη δήλωσε ότι έχει την πλήρη στήριξη της ελληνικής πλευράς στο θεσμικό της έργο, επισημαίνοντας τη σημασία ελέγχου των ευρωπαϊκών κονδυλίων. Ωστόσο, διατύπωσε επιφυλάξεις για δημόσιες παρεμβάσεις της, θέτοντας ερωτήματα σχετικά με τον τρόπο διαχείρισης συγκεκριμένων καταγγελιών και τις διαρροές που έχουν καταγραφεί. Συγκεκριμένα δήλωσε πως «Οι πολιτικές τοποθετήσεις της κας Κοβέσι καλύτερα να της έλειπαν».
Αναφορικά με το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, σημείωσε ότι οι υποψηφιότητες βουλευτών στις εκλογές κρίνονται ατομικά, ενώ το καταστατικό της Νέα Δημοκρατία προβλέπει ότι όλοι είναι υποψήφιοι εκτός αν υπάρχει καταδίκη. Υποστήριξε, επίσης, ότι η ταχεία προσφυγή στη Δικαιοσύνη είναι προς όφελος των ίδιων των πολιτικών, ώστε να αποσαφηνίζεται η θέση τους.
Σε ό,τι αφορά την πολιτική αντιπαράθεση, σχολίασε τη διαφωνία της με τον Ευάγγελος Βενιζέλος, τονίζοντας ότι ο διάλογος αποτελεί βασικό στοιχείο της δημοκρατίας και δεν πρέπει να ποινικοποιείται η έκφραση διαφορετικών απόψεων.
Για τις εσωκομματικές εντάσεις, υπερασπίστηκε τον Άκης Σκέρτσος, χαρακτηρίζοντάς τον «εξαιρετικό τεχνοκράτη» και αποδίδοντας την κριτική σε παρερμηνεία των θέσεών του, ενώ διαφώνησε με την ανάγνωση του Μάκης Βορίδης.
Παράλληλα, εξέφρασε την επιθυμία να δώσει το «παρών» στο συνέδριο της ΝΔ ο Κώστας Καραμανλής, υπογραμμίζοντας τη σημασία των συνεδρίων ως αφετηρία της προεκλογικής περιόδου.
Σχολιάζοντας τις διεργασίες στον ευρύτερο πολιτικό χώρο, ανέφερε ότι δεν διακρίνει σαφή προοπτική για ενδεχόμενο νέο κόμμα από τον Αντώνης Σαμαράς, ενώ εμφανίστηκε επικριτική για ενδεχόμενη επιστροφή του Αλέξης Τσίπρας με νέο πολιτικό φορέα, εκτιμώντας ότι θα ενισχύσει τον κατακερματισμό της κεντροαριστεράς.
Τέλος, προέβλεψε ότι η μάχη για τη δεύτερη θέση στις εκλογές θα είναι τριπλή, μεταξύ του Νίκος Ανδρουλάκης, του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού, ενώ για το ΠΑΣΟΚ σημείωσε ότι η πολιτική πρέπει να στηρίζεται στην πραγματικότητα, υπογραμμίζοντας τη μεγάλη δημοσκοπική απόσταση από τη Νέα Δημοκρατία.




























