Με αιχμή την προειδοποίηση ότι «η εποχή της γεωπολιτικής αθωότητας έχει τελειώσει», ο Κυριάκος Πιερρακάκης κάλεσε την Ευρώπη να κινηθεί «γρήγορα και συντονισμένα» απέναντι σε μια «ανησυχητική και βαθιά κρίση» που, όπως τόνισε, δοκιμάζει μια ήδη εύθραυστη διεθνή τάξη και φέρνει τις επιπτώσεις της μέχρι τις ευρωπαϊκές ακτές. Μιλώντας στο Forum της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, παρουσία της προέδρου Nadia Calviño, ανέδειξε τον ρόλο της ΕΤΕπ ως «ακρογωνιαίου λίθου της επενδυτικής ικανότητας της Ευρώπης» και ως εργαλείου που μπορεί να μετατρέψει τη συλλογική φιλοδοξία σε έργα με απτό αποτύπωμα.
Ο υπουργός περιέγραψε την κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή ως κρίση με άμεσες και μετρήσιμες οικονομικές συνέπειες, υπογραμμίζοντας ότι η περιοχή βρίσκεται στον πυρήνα των παγκόσμιων ενεργειακών ροών και κρίσιμων εμπορικών διαδρόμων. «Οι τιμές της ενέργειας αυξάνονται» και «το κόστος μεταφορών και ασφάλισης ανεβαίνει», σημείωσε, προσθέτοντας ότι το πραγματικό μέγεθος του πλήγματος θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια της αβεβαιότητας και το πώς αυτή θα επηρεάσει τις ναυτιλιακές ροές, τις εφοδιαστικές αλυσίδες και την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Στο επίκεντρο της παρέμβασής του έθεσε την ανάγκη ευρωπαϊκής κυριαρχίας, την οποία χαρακτήρισε όχι πλέον αφηρημένη επιδίωξη αλλά «προϋπόθεση για την οικονομική επιβίωση και τη θεσμική ισχύ». Όπως ανέφερε, αυτό σημαίνει ικανότητα απορρόφησης εξωτερικών κραδασμών, ενεργειακή ασφάλεια, προστασία της παραγωγικής βάσης και έγκαιρη, συλλογική και αποφασιστική δράση. Προειδοποίησε, μάλιστα, ότι «σε περιόδους κρίσης ο χρόνος δεν είναι ποτέ ουδέτερη μεταβλητή», ζητώντας αίσθηση κατεπείγοντος στις ευρωπαϊκές αποφάσεις.
Παράλληλα, έστρεψε το βλέμμα στις μακροπρόθεσμες προκλήσεις, υποστηρίζοντας ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει «δομικό πρόβλημα ανταγωνιστικότητας», καθώς η παραγωγικότητα υστερεί επί χρόνια και το χάσμα με τις Ηνωμένες Πολιτείες έχει διευρυνθεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Ειδική αναφορά έκανε και στις δημογραφικές πιέσεις, εκτιμώντας ότι έως το 2040 το ευρωπαϊκό εργατικό δυναμικό μπορεί να μειώνεται σχεδόν κατά δύο εκατομμύρια άτομα ετησίως, εξέλιξη που καθιστά αδύνατη την ανάπτυξη με τους όρους του παρελθόντος και μεταφέρει το βάρος στην αύξηση της παραγωγικότητας μέσω καινοτομίας, επενδύσεων και αποτελεσματικότερης κατανομής κεφαλαίου.
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης υπογράμμισε ότι η Ευρώπη δεν στερείται αποταμιεύσεων, αλλά υστερεί στη διοχέτευσή τους προς στρατηγικές επενδύσεις. Ανέφερε ότι οι Ευρωπαίοι αποταμιεύουν περίπου 1,4 τρισ. ευρώ ετησίως, μεγάλο μέρος των οποίων παραμένει σε χαμηλής απόδοσης καταθέσεις, την ώρα που οι ανταγωνιστές επενδύουν περισσότερο σε τεχνολογίες αιχμής. Παρέθεσε επίσης συγκριτικά στοιχεία για την υστέρηση της ΕΕ σε έρευνα και ανάπτυξη και στη χρηματοδότηση venture capital, τονίζοντας ότι αυτά μεταφράζονται στην ικανότητα των ευρωπαϊκών εταιρειών να αναπτύσσονται και στην ισχύ της Ευρώπης να θέτει πρότυπα αντί να τα υιοθετεί.
Σε αυτό το πλαίσιο, χαρακτήρισε την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων κρίσιμη διαρθρωτική μεταρρύθμιση που έχει καθυστερήσει, ενώ στάθηκε και στην ανάγκη εκσυγχρονισμού των υποδομών μέσω των οποίων κινείται το κεφάλαιο. Ειδικά για την ΕΤΕπ και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων, σημείωσε ότι δεν λειτουργούν μόνο ως δανειστές, αλλά ως «οικοδόμοι ευρωπαϊκής οικονομικής δυναμικότητας» που μειώνουν τον επενδυτικό κίνδυνο, δημιουργούν πρότυπα και προσελκύουν ιδιωτικά κεφάλαια, γεφυρώνοντας τις αποταμιεύσεις με την ανάγκη για επενδυτική κλίμακα.
Κομβικό μέρος της ομιλίας του αφιέρωσε στην ψηφιακή χρηματοδότηση, την οποία περιέγραψε ως δομικό μετασχηματισμό στον τρόπο άντλησης, κατανομής, διακανονισμού και εποπτείας του κεφαλαίου. Υποστήριξε ότι τεχνολογίες όπως οι DLT μπορούν να μειώσουν τριβές και κόστος σε εκκαθάριση και διακανονισμό και να επιταχύνουν διασυνοριακές πληρωμές, ενώ το tokenisation μπορεί να διευκολύνει ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνδέοντάς τες με ευρύτερες βάσεις επενδυτών σε όλη την Ευρώπη. Επέμεινε, ωστόσο, ότι η ψηφιακή χρηματοδότηση δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη διαρθρωτική ενοποίηση, αλλά πρέπει να τη συμπληρώσει, ώστε ενοποίηση και εκσυγχρονισμός να προχωρούν μαζί.
Ταυτόχρονα, προειδοποίησε για τους κινδύνους, με πρώτο τον κατακερματισμό των αγορών σε εθνικά «σιλό» και δεύτερο τη μεταβλητότητα και την αστάθεια που έχουν αναδείξει τα κρυπτο-περιουσιακά στοιχεία και τα stablecoins, υπογραμμίζοντας ότι ο κυβερνοκίνδυνος είναι συστημικός. «Η καινοτομία χωρίς εμπιστοσύνη δεν μπορεί να αναπτυχθεί σε κλίμακα», τόνισε, σημειώνοντας ότι η εμπιστοσύνη οικοδομείται με κανόνες, εποπτεία και αξιόπιστη εφαρμογή.
Αναφερόμενος στην ευρωπαϊκή στρατηγική για τις πληρωμές, έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο ψηφιακό ευρώ ως πρωτοβουλία ενίσχυσης της νομισματικής κυριαρχίας και της ανθεκτικότητας των ευρωπαϊκών συστημάτων πληρωμών, επισημαίνοντας το χρονοδιάγραμμα μετάβασης σε επόμενο στάδιο τεχνικής εργασίας και την προοπτική πιλοτικής εφαρμογής το 2027, εφόσον το νομοθετικό πλαίσιο συμφωνηθεί εντός του 2026, με πιθανή έκδοση γύρω στο 2029. Κατά τον ίδιο, το διακύβευμα είναι βαθιά γεωπολιτικό: η Ευρώπη δεν πρέπει να αναθέσει αλλού τα θεμέλια της αρχιτεκτονικής των πληρωμών της, καθώς η χρηματοπιστωτική υποδομή λειτουργεί ως εργαλείο κυριαρχίας σε μια εποχή τεχνολογικού ανταγωνισμού.
Κλείνοντας, περιέγραψε ως «επιτυχία» μια Ευρώπη όπου οι αποταμιεύσεις δεν μένουν αδρανείς ενώ οι καινοτόμοι αναζητούν κεφάλαια, όπου οι εταιρείες μπορούν να αναπτύσσονται διασυνοριακά με την ίδια ευκολία που δραστηριοποιούνται εντός ενός κράτους-μέλους και όπου η τεχνολογία μειώνει το κόστος και διευρύνει τις ευκαιρίες χωρίς να υπονομεύει τη σταθερότητα. Σε αυτό το μοντέλο, υπογράμμισε, θεσμοί όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων παραμένουν κεντρικοί ως επιταχυντές επενδύσεων και πυλώνες εμπιστοσύνης, σε μια στιγμή που —όπως είπε— η Ευρώπη πρέπει να επιλέξει την κατεύθυνση που θα χτίσει τα θεμέλια του επόμενου κύματος ευημερίας.






























