Σε νέα παρέμβαση για το ζήτημα των funds, των τραπεζών και των κόκκινων δανείων προχώρησε από τις Βρυξέλλες ο ευρωβουλευτής Νικόλας Φαραντούρης, καταθέτοντας ερώτηση με αίτημα γραπτής απάντησης προς τον Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Πρόκειται για την τέταρτη κατά σειρά πρωτοβουλία του, με αντικείμενο αυτή τη φορά τη διαφάνεια στις τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων που συνοδεύονται από κρατικές εγγυήσεις.
Ο Έλληνας ευρωβουλευτής ζητά να αποκαλυφθούν οι πραγματικοί δικαιούχοι πίσω από επενδυτικά κεφάλαια τα οποία, όπως επισημαίνει, λειτουργούν μέσω εξωχώριων ή παρένθετων εταιρειών, διαχειρίζονται δάνεια δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ και προχωρούν σε πλειστηριασμούς κατοικιών Ελλήνων πολιτών. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο ελληνικό σχήμα «Ηρακλής», με τον Νικόλα Φαραντούρη να υπογραμμίζει ότι οι αποπληρωμές των τιτλοποιημένων δανείων καλύπτονται από κρατικές εγγυήσεις, δηλαδή από χρήματα των φορολογουμένων, γεγονός που διασφαλίζει την είσπραξη των ποσών από τα funds και τους τελικούς ιδιοκτήτες τους ανεξαρτήτως έκβασης.
Στο πλαίσιο της ερώτησής του, ο ευρωβουλευτής ζητά την εφαρμογή της αρχής της διαφάνειας και τη δημοσιοποίηση των πραγματικών δικαιούχων των Εταιρειών Ειδικού Σκοπού που συμμετέχουν στις τιτλοποιήσεις, στο δημόσιο μητρώο της Τράπεζα της Ελλάδος.
Διευκρινίζεται ότι ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός δεν αποτελεί τον άμεσο επόπτη των funds ή των Εταιρειών Ειδικού Σκοπού που αποκτούν τα δάνεια μετά την ολοκλήρωση των τιτλοποιήσεων. Η εποπτεία των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων (servicers), καθώς και η τήρηση και ενημέρωση των μητρώων πραγματικών δικαιούχων, εμπίπτουν κυρίως στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών και, στην ελληνική περίπτωση, της Τράπεζας της Ελλάδος και των αρμόδιων αρχών για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ωστόσο, ο SSM διατηρεί θεσμικό ρόλο και ευθύνη να απαιτεί αυξημένη διαφάνεια όταν οι τιτλοποιήσεις συνδέονται με κρατικές εγγυήσεις, όταν ανακύπτει ζήτημα συστημικού κινδύνου για το τραπεζικό σύστημα ή όταν τίθεται θέμα συμμόρφωσης με το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο για την εποπτεία και την πρόληψη του ξεπλύματος χρήματος.
Στο κείμενο της ερώτησης Φαραντούρη επισημαίνεται ότι από το 2021 ξεκίνησε η μαζική τιτλοποίηση μη εξυπηρετούμενων δανείων των ελληνικών τραπεζών, με τη μεταβίβασή τους σε επενδυτές μέσω Εταιρειών Ειδικού Σκοπού και με την παροχή κρατικών εγγυήσεων στο πλαίσιο του σχήματος HAPS. Όπως τονίζεται, η ταυτότητα των επενδυτών είναι εξαιρετικά δύσκολο να εντοπιστεί, καθώς χάνεται σε ένα πλέγμα συνδεδεμένων νομικών προσώπων που συχνά καταλήγει σε εξωχώριες δομές, παρά το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία για την τραπεζική εποπτεία και την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες προβλέπει ότι οι πραγματικοί δικαιούχοι σχημάτων που επωφελούνται από κρατικές εγγυήσεις πρέπει να είναι πλήρως διαπιστώσιμοι από τις αρμόδιες αρχές.
Με δεδομένο ότι η διαφάνεια αποτελεί βασικό πυλώνα της εποπτείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Νικόλας Φαραντούρης καλεί τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό να διευκρινίσει αν έχει εντοπίσει και επαληθεύσει τους πραγματικούς δικαιούχους των Εταιρειών Ειδικού Σκοπού, ποια μέτρα λαμβάνει για τη συμμόρφωση με τις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις διαφάνειας στις τιτλοποιήσεις με κρατικές εγγυήσεις και ποιες πρωτοβουλίες προτίθεται να αναλάβει ώστε να διασφαλιστεί η δημοσιοποίησή τους στο εθνικό μητρώο.
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, οι μεγαλύτεροι πιστωτές και διαχειριστές οφειλών έκλεισαν το 2025 με αυξημένη δραστηριότητα ρυθμίσεων μέσω του Εξωδικαστικού Μηχανισμού. Τον Δεκέμβριο πραγματοποιήθηκαν περισσότερες από 1.460 ρυθμίσεις κόκκινων δανείων, με μέσο ποσοστό αποδοχής αιτημάτων κοντά στο 80%, εξέλιξη που αποδίδεται στις βελτιώσεις του πλαισίου και στα πιο ρεαλιστικά εισοδηματικά κριτήρια που υιοθετήθηκαν.
Παράλληλα, τα αναλυτικά στοιχεία Νοεμβρίου 2025 για τις διμερείς ρυθμίσεις δείχνουν ότι οι τέσσερις μεγαλύτεροι servicers, doValue, CEPAL, Intrum και QQuant, διατηρούν θετική δυναμική. Τον συγκεκριμένο μήνα προχώρησαν σε ρυθμίσεις ύψους 356 εκατ. ευρώ, που αφορούσαν περίπου 5.700 οφειλέτες, με πάνω από τις μισές περιπτώσεις να σχετίζονται με στεγαστικά δάνεια. Οι διμερείς ρυθμίσεις εμφανίζονται σαφώς πιο εύκολες σε σχέση με τις πολυμερείς, οι οποίες αφορούν κατά κανόνα επιχειρηματικά δάνεια και συχνά απορρίπτονται λόγω πολυπλοκότητας, παλαιότερων αθετήσεων ή έλλειψης βιωσιμότητας.
Τον Δεκέμβριο, τον μεγαλύτερο αριθμό αποδοχών αιτημάτων κατέγραψαν η doValue με 242 ρυθμίσεις, η CEPAL με 218, η Intrum με 192 και η Eurobank με 162, με ποσοστά εγκρισιμότητας που κυμάνθηκαν από 82% έως και 97%. Ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά έγκρισης σημείωσαν η Intrum και η QQuant, ενώ αξιοσημείωτο είναι ότι 414 δανειολήπτες απέφυγαν πλειστηριασμό την τελευταία στιγμή, αποδεχόμενοι το μέτρο της προκαταβολής και προχωρώντας σε ρύθμιση της οφειλής τους.
Σε ετήσια βάση, το 2025 υποβλήθηκαν συνολικά 10.484 αιτήσεις ρύθμισης από ευάλωτα νοικοκυριά, εκ των οποίων 8.017 ήταν ολοκληρωμένες. Από αυτές, 5.889 κρίθηκαν επιτυχείς, συμπεριλαμβανομένων 321 περιπτώσεων ΑμεΑ, με ποσοστό εγκρισιμότητας που ξεπέρασε το 70%.



























