Η κυβέρνηση ζυγίζει, πλέον, κατά πόσο η στάση της στο διεθνές πεδίο μπορεί να συνδεθεί ευρύτερα με τις επιλογές Τραμπ χωρίς αυτή να θέτει ταυτόχρονα σε κίνδυνο τις συμμαχίες της χώρας με την Ευρώπη και τις αρχές της.
«Πρόβα τζενεράλε» και αρχή του σχετικού προβληματισμού υπήρξε η δήλωση του Κ. Μητσοτάκη όταν κλήθηκε να πάρει θέση για την απροκάλυπτη απαγωγή του Ν. Μαδούρο από την Προεδρική κατοικία του στο Καράκας την ώρα που κοιμόταν. Η περίφημη φράση «δεν είναι η ώρα να σχολιαστεί η νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών» ξένισε, όπως αναμενόταν, την αντιπολίτευση. Αιφνιδίασε, όμως, και πολλά κυβερνητικά στελέχη -ακόμη και στενούς συνεργάτες του Πρωθυπουργού.
Όλοι διέκριναν μία ποιοτική στροφή στα λόγια του Έλληνα πρωθυπουργού. Και όλοι παρατήρησαν ότι ο Κ. Μητσοτάκης έσπευσε πολύ γρήγορα να τοποθετηθεί περίπου θετικά απέναντι στην αμερικανική επιχείρηση που καταργούσε κανόνες, αψηφώντας ανοιχτά κάθε έννοια Διεθνούς Δικαίου. Κι αυτό, ενώ υπήρχε και ο χρόνος και η δυνατότητα η ελληνική κυβέρνηση να τηρήσει κάποιες αποστάσεις, καλυπτόμενη πίσω από τη γενική τοποθέτηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Σε τεντωμένο σχοινί
Το ερώτημα που προκύπτει, ωστόσο, είναι μέχρι ποιου σημείου θα μπορέσει ο Έλληνας πρωθυπουργός να βαδίσει πάνω στο τεντωμένο σχοινί των διεθνών σχέσεων όπως τις διαμορφώνουν οι χειρισμοί του πλανητάρχη. Και, βέβαια, με ποιο κόστος. Τόσο εσωτερικά, όσο και στο πεδίο της διεθνούς παρουσίας της Ελλάδας και της κυβέρνησής της. Πολύ περισσότερο, όταν, ήδη, ο Πρόεδρος της Γαλλίας Μακρόν, όπως και ο Πρόεδρος της Γερμανίας Στάινμαγερ έδωσαν το σήμα της αντεπίθεσης στις επιλογές του Αμερικανού ηγέτη.
Κανείς ακόμη δεν γνωρίζει αν ο Κ. Μητσοτάκης θα θελήσει ή θα μπορέσει, τελικά, να ακολουθήσει μέχρι τέλους τους ξέφρενους ρυθμούς του νέου αμερικανικού δόγματος που βασίζονται εν πολλοίς στον «νόμο του ισχυρότερου». Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι ο παράγοντας Τραμπ καθίσταται βασικός συντελεστής και για τις εξελίξεις και μέσα στη χώρα μας. Συντελεστής ο οποίος πιθανόν θα επηρεάσει τις ισορροπίες εντός των τειχών της Ν. Δ και έναν ενδεχόμενο ανασχηματισμό. Ενώ αναμφίβολα θα ρίξει και τη σκιά του στον δρόμο προς τις εκλογές και την επόμενη ημέρα στην κυβερνώσα παράταξη.
Ποια πρόσωπα εγκρίνονται από τις ΗΠΑ
Ήδη, στο παρασκήνιο οι όποιες συζητήσεις για πρόσωπα και θέσεις, πέραν των άλλων κριτηρίων, περνούν και από το φίλτρο του φιλοαμερικανισμού. Δεν είναι, κρυφό, άλλωστε, ότι η κυβέρνηση έχει από καιρό αποφασίσει ότι τα εθνικά συμφέροντα της χώρας υπηρετούνται καλύτερα από την Συμμαχία με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Μέχρι στιγμής , οι υπουργοί που φέρεται να χαίρουν εκτίμησης από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού είναι ο υπουργός Άμυνας Ν. Δένδιας, ο υπουργός Οικονομικών Κ. Πιερρακάκης, ο υπουργός Ενέργειας Στ. Παπασταύρου και ο υπουργός Υγείας Άδ. Γεωργιάδης.
Εκλογικά σενάρια
Δεν είναι τυχαίο ότι ο καθένας με τον τρόπο του προσπαθεί να ανεβάσει τις μετοχές του στο ενδοκυβερνητικό χρηματιστήριο – παίζοντας και το χαρτί του Αμερικανικού παράγοντα - είτε στοχεύοντας σε έναν επόμενο ανασχηματισμό, είτε σε ένα εκλογικό αδιέξοδο.
Κάτι το οποίο αφορά κυρίως τους υπουργούς-«δελφίνους» που φιλοδοξούν να διαδεχθούν τον Κ. Μητσοτάκη στο τιμόνι της Ν.Δ. ή να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε μία ενδεχόμενη κυβέρνηση συνεργασίας εάν η Ν.Δ. πέσει κάτω από το 25% και τεθεί από την αντιπολίτευση ζήτημα αλλαγής ηγεσίας στη Ν.Δ. προκειμένου να σχηματιστεί κυβέρνηση.
Το δόγμα Τραμπ και ο ανασχηματισμός
Αλλά και ενόψει ενός πιθανού ανασχηματισμού δεν είναι τυχαίο ότι στις εισηγήσεις που δέχεται ο πρωθυπουργός είναι να επιστρέψει ο Γ. Γεραπετρίτης στο Μαξίμου προκειμένου να ενισχυθεί το πρωθυπουργικό επιτελείο και να πάρει το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Εξωτερικών ο Στ. Παπασταύρου που θεωρείται ότι πέτυχε στην αποστολή του να προσελκύσει την Chevron και να συνάψει σημαντικές ενεργειακές συμφωνίες με τις ΗΠΑ. Συμφωνίες που κατοχυρώνουν την Ελλάδα γεωστρατηγικά και ενεργειακά στην νοτιοανατολική Μεσόγειο. Κυρίως απέναντι στην Τουρκία που θα σκεφθεί δύο φορές παραπάνω να προκαλέσει την χώρα μας δεδομένης της Αμερικανικής ομπρέλας που δημιουργείται στην περιοχή για να προστατέψει τα δικά της ενεργειακά συμφέροντα.




























