Νέοι, γυναίκες, καθώς και άτομα που προέρχονται από κατώτερα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα υπο-εκπροσωπούνται στην ελληνική Βουλή. Αποκαλυπτικά είναι τα ευρήματα της μελέτης του Ινστιτούτου Friedrich-Ebert «Ποιος δεν έχει έδρα στη Βουλή». Μια Βουλή που κυριαρχείται από άνδρες μεγαλύτερων ηλικιών, με υψηλό κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο.
Η μελέτη, που δημοσιεύει σήμερα, Τετάρτη, η «Εφημερίδα των Συντακτών», επικεντρώνεται στο σώμα της Βουλής που συγκροτήθηκε μετά τις εκλογές του Ιουνίου 2023 και απαντά σε τέσσερα βασικά ερωτήματα: Ποια είναι τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των εκλεγμένων αντιπροσώπων του ελληνικού λαού; Ποιο είναι το κοινωνικό τους υπόβαθρο και η επαγγελματική τους απασχόληση; Ποιος είναι ο ρόλος των νέων και των γυναικών στη σημερινή Βουλή; Και πώς συγκρίνεται η κατάσταση αυτή με άλλα ευρωπαϊκά κοινοβούλια;
Ηλικία: Απουσιάζουν οι κάτω των 30, πλειοψηφία οι άνω των 60
Σε σχέση με την ηλικιακή σύνθεση, υπο-εκπροσωπούνται οι νέοι και υπερ-εκπροσωπούνται οι μεγαλύτερες ηλικίες.
Σε γενικές γραμμές, οι πρόσφατες εθνικές εκλογές συνοδεύτηκαν από την απουσία εκλογής βουλευτών κάτω των 30 ετών.
Επίσης, η ηλικιακή ομάδα 30-39 ετών αποτελεί τη μειοψηφία του Κοινοβουλίου, με μόλις 25 κοινοβουλευτικούς.
Όσον αφορά την ηλικιακή ομάδα 40-49 ετών, εκπροσωπείται από 81 βουλευτές (28,8%).
Οι βουλευτές ηλικίας 60 ετών και άνω αποτελούν την πλειοψηφία και, σε συνδυασμό με την ανεπαρκή ή και μηδαμινή εκπροσώπηση των νεότερων ηλικιακών ομάδων, καταδεικνύουν ότι η Βουλή αντιμετωπίζει μια μακροχρόνια ανισορροπία στην εκπροσώπηση, όσον αφορά την ηλικιακή διάσταση.
Τα υψηλότερα ποσοστά σε νεότερους βουλευτές (30-39 ετών) καταγράφουν οι κοινοβουλευτικές ομάδες της Νέας Αριστεράς και του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, με 18,2% και 14,3% αντίστοιχα, ενώ Πλεύση Ελευθερίας και Νίκη δεν έχουν βουλευτές αυτής της ηλικιακής κατηγορίας.
Κάτι παραπάνω από το ένα τρίτο της κοινοβουλευτικής δύναμης του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ ανήκει στην ηλικιακή ομάδα 40-49 ετών, ενώ το 34% των βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας είναι 50-59 ετών. Επίσης, ένας σημαντικός αριθμός βουλευτών του ΚΚΕ και της Νέας Αριστεράς ανήκουν στην ηλικιακή κατηγορία των 60 ετών και άνω.
Γυναίκες: Υπο-εκπροσώπηση αλλά υψηλό εκπαιδευτικό προφίλ
Στις βουλευτικές εκλογές του 2023 εξελέγησαν 69 γυναίκες (23%). Όπως παρατηρεί η Τζένη Μαυροπούλου, υποψήφια διδάκτωρ στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, το γεγονός αυτός έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με τη διάταξη του εκλογικού νόμου περί ποσόστωσης, που υποχρεώνει τα πολιτικά κόμματα να συμπεριλάβουν στα ψηφοδέλτιά τους γυναίκες τουλάχιστον κατά 40%.
Οι κοινοβουλευτικές ομάδες κομμάτων με αριστερόστροφο ή και κεντροαριστερό προσανατολισμό χαρακτηρίζονται από υψηλότερα επίπεδα έμφυλης ισορροπίας. Πιο συγκεκριμένα, το 50% των βουλευτών της Πλεύσης Ελευθερίας είναι γυναίκες, ενώ ακολουθούν η Νέα Αριστερά με 45,5%, ο ΣΥΡΙΖΑ με 29,6%, το ΚΚΕ με 28,6% και το ΠΑΣΟΚ με 25,8%.
Όσον αφορά τη ΝΔ, η κοινοβουλευτική της ομάδα περιλαμβάνει 30 βουλεύτριες (19,3%).
Τέλος, η εκπροσώπηση των γυναικών στις κοινοβουλευτικές ομάδες της Ελληνικής Λύσης και της Νίκης είναι από πολύ χαμηλή έως και ανύπαρκτη.
Εκπαίδευση: «Δημοκρατία των διπλωματών»
Εστιάζοντας στο εκπαιδευτικό επίπεδο, η συντριπτική πλειοψηφία του κοινοβουλευτικού προσωπικού χαρακτηρίζεται από ανώτατα ακαδημαϊκά προσόντα, ένα φαινόμενο που αναφέρεται στη «δημοκρατία των διπλωματών», λόγω της αυξανόμενης εκλογής βουλευτών με πανεπιστημιακό πτυχίο.
Μόνο πέντε βουλευτές (1,8%) έχουν ολοκληρώσει έναν κύκλο μεταδευτεροβάθμιας μη τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ το 98,2% από αυτούς διαθέτει ανώτατη ακαδημαϊκή εκπαίδευση.
Ογδόντα βουλευτές (28,8%) διαθέτουν πτυχίο, 138 βουλευτές (49,6%) έχουν αποκτήσει μεταπτυχιακό, ενώ 55 βουλευτές (19,8%) έχουν ολοκληρώσει διδακτορικές σπουδές.
Κοινωνική σύνθεση: Όσο υψηλότερη η κοινωνική τάξη, τόσο πιθανότερη η εκλογή
Στο σκέλος της κοινωνικής σύνθεσης, η συντριπτική πλειοψηφία των βουλευτών ανήκει στην ανώτερη τάξη. Σε γενικές γραμμές, τα ευρήματα καταδεικνύουν την υπερ-εκπροσώπηση της ανώτερης τάξης, καθώς και την υπο-εκπροσώπηση τόσο της κατώτερης τάξης όσο και της εργατικής τάξης.
Πιο συγκεκριμένα, 255 βουλευτές (87%) ανήκουν στην ανώτερη τάξη, ενώ 20 βουλευτές (6,9%) προέρχονται από την κατώτερη τάξη και 18 βουλευτές (6,1%) θεωρούνται μέρος της εργατικής τάξης.
Η πλειοψηφία των βουλευτών της εργατικής τάξης φαίνεται να ανήκει σε πολιτικά κόμματα όπως το ΚΚΕ και η Ελληνική Λύση.
Αντίστοιχα, διαπιστώνεται ότι η πλειοψηφία των βουλευτών που ανήκουν στην κατώτερη τάξη αποτελούν μέλη των κοινοβουλευτικών ομάδων του ΣΥΡΙΖΑ, της Πλεύσης Ελευθερίας και της Νίκης.
Πάντως, οι κοινοβουλευτικές ομάδες των αριστερόστροφων και δεξιόστροφων κομμάτων δεν φαίνεται να διαφέρουν από εκείνες των συστημικών κομμάτων, όσον αφορά την κοινωνική τους σύνθεση.
Εστιάζοντας στη διερεύνηση της επαγγελματικής σύνθεση της ανώτερης τάξης, διαπιστώνεται ότι η πλειοψηφία των βουλευτών είναι δικηγόροι (66), ενώ ακολουθούν οι γιατροί (31), οι τεχνικοί εμπειρογνώμονες (29), οι καθηγητές πανεπιστημίου (29), τα κομματικά και πολιτικά στελέχη (20) και οι δημοσιογράφοι (19).
Το σκαλοπάτι της αυτοδιοίκησης
Οι 105 από τους 300 βουλευτές κατείχαν αξιώματα τοπικής-περιφερειακής αυτοδιοίκησης πριν από την είσοδό τους στο εθνικό Κοινοβούλιο.
Με άλλα λόγια, κάτι παραπάνω από το ένα τρίτο των βουλευτών διέθεταν τοπικά/περιφερειακά αξιώματα, δηλαδή είχαν διατελέσει δήμαρχοι, περιφερειάρχες ή και μέλη δημοτικού/περιφερειακού συμβουλίου, γεγονός που καταδεικνύει ότι η προγενέστερη εμπειρία στην τοπική αυτοδιοίκηση διευκολύνει την είσοδο στην κοινοβουλευτική αρένα.
Συμπέρασμα
Σκιαγραφώντας το προφίλ του τυπικού βουλευτή του ελληνικού Κοινοβουλίου του 2023, συνάγεται το συμπέρασμα ότι πρόκειται για έναν «πολιτικό καριέρας», ο οποίος είναι άνδρας και ανήκει στην ηλικιακή ομάδα των 60 ετών και άνω. Διαθέτει ανώτατο εκπαιδευτικό επίπεδο και προέρχεται από την ανώτερη κοινωνική τάξη, έχοντας προηγούμενη θητεία στην αυτοδιοίκηση.
Το σκηνικό αυτό απέχει πολύ από την περιγραφική αντιπροσώπευση του εκλογικού σώματος, που θα έπρεπε να αντανακλά, έστω και μερικώς, την κοινωνική πολυμορφία της χώρας. Ωστόσο, ιδανικό κοινοβούλιο με όρους κοινωνικο-δημογραφικής σύνθεσης δεν έχει υπάρξει, και το ελληνικό δεν θα μπορούσε να καταστεί εξαίρεση.
Παρ' όλα αυτά, η κρίση αντιπροσώπευσης δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για την εμφάνιση περαιτέρω μορφών αποκλεισμού και την καλλιέργεια δυσπιστίας απέναντι στον κοινοβουλευτικό θεσμό, γεγονός που –σύμφωνα με τη μελέτη– συνοδεύεται από την περαιτέρω αποξένωση των πολιτών από την πολιτική. Άρα, η λήψη μέτρων προς την επίτευξη της λεγόμενης περιγραφικής αντιπροσώπευσης είναι μια μέριμνα που οφείλει να λάβει έγκαιρα το πολιτικό σύστημα, πριν να είναι αργά.





























