Ήταν 3 του Σεπτέμβρη του 1974, όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου ανακοίνωσε την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ.
Σήμερα, 51 χρόνια μετά από την ιστορική εκείνη μέρα για την πολιτική πορεία της Ελλάδας, πραγματοποιούνται εκδηλώσεις στο Ζάππειο για τον εορτασμό της επετείου της Ιδρυτικής Διακήρυξης του ΠΑΣΟΚ με διάφορες ομιλίες και θεματικές ενώ το παρών θα δώσουν σημαντικές προσωπικότητες. Η βραδιά θα κλείσει με την ομιλία του Νίκου Ανδρουλάκη, ενώ θα ακολουθήσει συναυλία με τον Κώστα Μακεδόνα.
Η ομιλία Ανδρουλάκη
{https://www.youtube.com/watch?v=K_GMznWFJIw}
Δείτε όσα προηγήθηκαν
{https://www.youtube.com/watch?v=7_NUEFOofrs}
Δείτε εικόνες από την εκδήλωση του ΠΑΣΟΚ







Χαιρετισμός Γιάννη Βαρδακαστάνη, Γραμματέα Κ.Ο.Ε.Σ στην εκδήλωση της 3ης Σεπτέμβρη
«Φίλες και φίλοι,
Συντρόφισσες και σύντροφοι,
Πολίτες της Αθήνας,
Σας καλωσορίζουμε σήμερα στο Ζάππειο, σε αυτήν την ιστορική επέτειο – την 51η επέτειο ίδρυσης του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος.
Η 3η Σεπτέμβρη δεν είναι μια απλή ημερομηνία. Είναι ένα ορόσημο στη σύγχρονη Ιστορία της Ελλάδας. Είναι η μέρα που η πολιτική απέκτησε ξανά νόημα για τον πολίτη, η μέρα που η κοινωνία μίλησε με τη φωνή της Δημοκρατίας, της Ισότητας, της Δικαιοσύνης.
Όταν το 1974 ο Ανδρέας Παπανδρέου και οι συνοδοιπόροι του ίδρυσαν το ΠΑΣΟΚ, έφεραν στην πρώτη γραμμή τις γενιές της Εθνικής Αντίστασης, του “114” και των Λαμπράκηδων, του αντιδικτατορικού αγώνα. Άνοιξαν τον δρόμο της 3ης Ελληνικής Δημοκρατίας.
Από τότε μέχρι σήμερα, το ΠΑΣΟΚ υπήρξε το πραγματικό Κίνημα Αλλαγής. Μεταμόρφωσε τη χώρα, έδωσε φωνή στους μη προνομιούχους, στάθηκε δίπλα στους αδύναμους, στήριξε τα άτομα με αναπηρία.
Το ΠΑΣΟΚ δημιούργησε τη μεσαία τάξη και ανέδειξε τη δύναμή της σε θεμέλιο της κοινωνικής συνοχής και της ανάπτυξης.
Το Πατριωτικό ΠΑΣΟΚ, που υπερασπίστηκε την εθνική ανεξαρτησία και τα συμφέροντα της πατρίδας.
Το Υπεύθυνο ΠΑΣΟΚ, που πήρε δύσκολες αποφάσεις στις πιο κρίσιμες ώρες για το μέλλον της Ελλάδας.
Το Προοδευτικό ΠΑΣΟΚ, που έφερε θεσμούς, δικαιώματα, μεταρρυθμίσεις και κοινωνική δικαιοσύνη.
Σήμερα, 51 χρόνια μετά, οι αρχές της ιδρυτικής μας διακήρυξης – εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία, κοινωνική απελευθέρωση – είναι πιο επίκαιρες από ποτέ.
Το ΠΑΣΟΚ καλείται ξανά, με σοβαρότητα, υπευθυνότητα και σχέδιο, να απαντήσει στο μεγάλο αίτημα της κοινωνίας: την ανάγκη για πολιτική αλλαγή.
Φίλες και φίλοι,
Συντρόφισσες και σύντροφοι, Σας καλώ να κρατήσουμε ζωντανό το μήνυμα της 3ης Σεπτέμβρη – όχι ως ανάμνηση, αλλά ως δέσμευση.
Και με αυτή τη δέσμευση, καλώ στο βήμα τον Πρόεδρο του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος, έναν ηγέτη που αναδείχθηκε από τα σπλάχνα της Παράταξης.
Τάσος Γιαννίτσης: Πολιτικές υπερβάσεις απέναντι στην εθνική-υπαρξιακή απειλή
Θα ξεκινήσω με τρεις διαπιστώσεις:
Πρώτον, η δημογραφική εικόνα της χώρας δεν μας αξίζει. Το τίμημα που ήδη σήμερα πληρώνουμε δεν προέκυψε από κάποια απρόβλεπτα εξωγενή αίτια. Αποτελεί τον αθροιστικό λογαριασμό της πολιτικής αδιαφορίας και αναποτελεσματικότητας στα μηνύματα SOS που εκπέμπονταν, ιδίως τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Δημογραφικό, γήρανση και συρρίκνωση εργατικού δυναμικού, δείχνουν μια κοινωνία και ένα πολιτικό σύστημα με ισχυρά συμπτώματα αδράνειας και αυταρέσκειας, που αδυνατεί να αποτρέψει ή να μετριάσει ένα τόσο ισχυρό κίνδυνο και τις συνέπειές του. Η γήρανση, βεβαίως, δεν είναι μόνο ελληνικό πρόβλημα. Όμως, πλέον, η Ελλάδα ανήκει, στις 12 χώρες στον πλανήτη με υπεργήρανση.
Δεύτερον, δημογραφικό και γήρανση εκδηλώνονται σε μια χώρα, η οποία διολισθαίνει, όχι προς τα πίσω, αλλά, ακόμα χειρότερα, προς τα εμπρός, προς ένα νέο σύνολο καταστάσεων, που συνδέονται με όλο και πιο ευάλωτες και επικίνδυνες τάσεις. Όταν ο Έλον Μασκ φτάνει να σημειώσει ότι η «Ελλάδα πεθαίνει», εκπέμπει ένα μήνυμα ασύλληπτα βαρύ. Αργά, αλλά σταθερά, διολισθαίνουμε προς συνθήκες που επηρεάζουν με προβληματικό τρόπο όλες τις μεγάλες εθνικές μας εξελίξεις, και που για να ανατραπούν, χρειάζεται μια γενική κοινωνική και πολιτική εγρήγορση.
Η οικονομική κρίση του 2009 έπαιξε καταλυτικό ρόλο. Οδήγησε στη φυγή εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων και επηρέασε σοβαρά και τη γεννητικότητα. Βλέπουμε σήμερα πόσο μια κρίση στην οποία με ελαφρότητα οδηγηθήκαμε, έχει επιπτώσεις, οι οποίες, τολμώ να πω, είναι πολύ πιο βαριές και από την οικονομική και πολιτική κατάρρευση που βιώσαμε. Η διολίσθηση αυτή είναι, πάντως, και αποτέλεσμα του πολιτικού αρνητισμού να καθορίσει και να υπηρετήσει ένα πλέγμα μεγάλων στόχων, οι οποίοι θα εμπνεύσουν σοβαρές παρεμβάσεις, θα ωθήσουν την κοινωνία προς τα εμπρός, και θα εκφράσουν μεγάλες εθνικές προτεραιότητες, όπως σε τρεις σημαντικές προγενέστερες φάσεις της μεταπολίτευσης. Ένας τέτοιος στόχος δεν μπορεί να είναι αν τα πλεονάσματα του προϋπολογισμού θα είναι 1,8% ή 2,3% του ΑΕΠ.
Τρίτον, το πρόβλημα της γήρανσης του πληθυσμού συνδέεται ευθέως με επτά, τουλάχιστον, μεγάλα προβλήματα, χωρίς την παράλληλη αντιμετώπιση των οποίων, κάθε πολιτική παρέμβαση θα έχει πολύ περιορισμένα αποτελέσματα:
Α) Την υπογεννητικότητα. Η ανακοίνωση για κλείσιμο 766 σχολείων σε μια χρονιά, λόγω απουσίας μαθητών είναι το πιο οδυνηρό μήνυμα που θα μπορούσε να υπάρξει για το θέμα. Πληγώνει βαθιά. Παραπέμπει στο «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Πηνελόπης Δέλτα, 115 χρόνια μετά την πρωτοδημοσίευσή του.
Β) Τη χαμηλή πολιτική προτεραιότητα στην αντιμετώπιση των προβλημάτων των νέων ηλικιών. Οι δρόμοι στις πόλεις μας έχουν γεμίσει από χιλιάδες νέους ανθρώπους, που αισθάνονται τυχεροί να κάνουν τον ντελιβερατζή σε περιστασιακές, παραοικονομικές και σωματικά επικίνδυνες δραστηριότητες. Τι σκέψεις θα κάνουν αυτοί για οικογένεια, παιδιά, αξίες και κοινωνική αλληλεγγύη;
Γ) Τις ευκαιρίες του ελληνικού δυναμικού ηλικίας κάτω των 40 ετών να βρει εργασία στο εξωτερικό, σε συνδυασμό με τις αναιτιολόγητα χαμηλές μισθολογικές αμοιβές και τα προβλήματα στέγασης των νέων εργαζόμενων.
Δ) Μια γενικευμένη διαφθορά στον τρόπο λειτουργίας της κοινωνίας και της πολιτικής, που απογοητεύει και απομακρύνει ιδίως το νεότερο και πιο μορφωμένο πληθυσμό και όσους θέλουν να κρατήσουν ένα επίπεδο αξιοπρέπειας.
Ε) Την ιδεοληπτική και μυωπική μη-αντιμετώπιση του μεταναστευτικού ζητήματος στη χώρα και την προβληματική αντιμετώπιση όσων μεταναστών και των παιδιών τους έχουν εγκατασταθεί και ενσωματωθεί εδώ και χρόνια στον ελληνικό χώρο.
ΣΤ) Τη γενικευμένη χαμηλή παραγωγικότητα του παραγωγικού μας συστήματος, που επηρεάζει ευθέως τις συνθήκες εργασίας και το επίπεδο αμοιβής Ελλήνων εργαζόμενων και μεταναστών.
Ζ) Την αναποτελεσματικότητα, τις αλλοπρόσαλλες προσεγγίσεις της πολιτικής και την αδιαφορία των διαφόρων μορφών εξουσίας για το πρόβλημα: της κρατικής εξουσίας, της εξουσίας των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, ακόμα και της εξουσίας της κοινωνίας.
Ο συνδυασμός των παραγόντων αυτών έχει οδηγήσει, ώστε η χώρα να έχει ένα πληθυσμιακό έλλειμμα εκατοντάδων χιλιάδων προσώπων. Πόσων; Περίπου 600 χιλ σε σχέση με το συνολικό πληθυσμό που είχε το 2011 και περίπου 1 εκατομ. σε σχέση με τον ενεργό πληθυσμό, αντίστοιχα.
Θα αναφερθώ πιο αναλυτικά σε ορισμένα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά:
Α) Μεταξύ 2011 και 2023 οι γεννήσεις υπολείπονται των θανάτων κατά 390 χιλ. άτομα.
Β) Η φυγή προς το εξωτερικό στα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, υπολογίζοντας όσους επέστρεψαν (αν και τα διαθέσιμα μεγέθη δεν είναι διόλου ασφαλή), ενδεικτικά, φτάνει τα 250-300 χιλ άτομα. Ως λόγοι της φυγής αυτής αναφέρονται η αδυναμία εξεύρεσης εργασίας, ιδίως στα πεδία ειδίκευσης όσων αναζητούν εργασία, οι μη ικανοποιητικές αμοιβές και συνθήκες εργασίας, η απωθητική επίδραση παραγόντων που συνδέονται με συνολικότερες αδυναμίες των θεσμών και του τρόπου λειτουργίας της κοινωνίας μας (π.χ. έλλειψη αξιοκρατίας, έντονα στοιχεία συναλλαγής, απουσία ικανοποιητικών προοπτικών, κ.α.). Το θέμα των αμοιβών, όμως, δεν αρκεί. Σημασία έχουν και οι υποδομές για την οικογένεια, για την οργάνωση της ζωής (μεταφορές, ασφάλεια, σχέσεις με Δημόσιο κ.α.), ο βαθμός ικανοποίησης από το συνολικότερο τρόπο λειτουργίας μιας κοινωνίας, όχι μόνο από στατική, αλλά και από δυναμική οπτική, δηλαδή τις προοπτικές στο επίπεδο διαβίωσης και οι προοπτικές που δίνει η πολιτική στην κοινωνία.
Γ) Ο ενεργός πληθυσμός, δηλαδή οι ηλικίες 15-65 ετών, μειώθηκε κατά 350 χιλ. άτομα.
Δ) Οι κακές συνθήκες εργασίας των προσωρινών μεταναστών, που πλέον προτιμούν θέσεις εργασίας σε άλλες χώρες (ή και στις δικές τους πλέον), με πιο ικανοποιητικές αμοιβές και περιβάλλον εργασίας. Είναι γνωστές σε όλους οι έντονα υποβαθμισμένες συνθήκες διαμονής και εργασίας που προσφέρονται στον κόσμο αυτό, που κάνει απωθητική την απασχόληση στην Ελλάδα. Ο αριθμός των αλλοδαπών για εποχική εργασία σε αγροτικές, κατασκευαστικές ή τουριστικές εργασίες φαίνεται να έχει μειωθεί κατά περίπου 150 χιλ. άτομα. Η συρρίκνωση αυτή του αριθμού των προσωρινών μεταναστών δεν αφορά το δημογραφικό, αλλά δημιουργεί πρόβλημα στην αγορά εργασίας και στην παραγωγική διαδικασία.
Ε) Στους αριθμούς αυτούς να προσθέσουμε και 500 χιλ. περίπου ανέργους, που αποτελούν αναξιοποίητο δυναμικό και επηρεάζουν περιοριστικά την παραγωγή και την οικονομική μεγέθυνση.
Η Ελλάδα πλέον χάνει σε όλα τα πεδία του δημογραφικού. Χάνει στα πρόσωπα υψηλής εξειδίκευσης, που αποτελούν το κατ΄ εξοχήν αναπτυξιακό κεφάλαιο της χώρας, χάνει και στα πρόσωπα χαμηλής εξειδίκευσης, που αδυνατεί να συγκρατήσει ή να προσελκύσει. Χάνει και γενικότερα, καθώς το πρόβλημα της γήρανσης δεν είναι αριθμητικό ή πρόβλημα ισοζυγίου μεταναστευτικών ροών και γεννήσεων. Θέτει, επίσης, το τεράστιο ζήτημα της γλώσσας, της ιστορικής συνέχειας, συνείδησης, των πολιτισμικών δεσμών κατοίκων και χώρας, των αξιών και της συνεκτικής πορείας μας ως έθνος.
Επιπλέον, σήμερα, η Ελλάδα αντιμετωπίζει στην περιοχή της και προβλήματα γεωπολιτικής φύσης. Εκτιμάται, ότι γύρω στο 2050, στην Ελλάδα θα έχει μειωθεί ο πληθυσμός από 10,5 εκατ. σε λιγότερο από 8 εκατ., ενώ στην γειτονική Τουρκία θα έχει αυξηθεί κατά 10 εκατομμύρια περίπου, όσος δηλαδή είναι ο σημερινός συνολικός ελληνικός πληθυσμός. Οι προεκτάσεις αυτής της προοπτικής για την οικονομία και τη χώρα είναι εξαιρετικά ανησυχητικές.
Οι διαπιστώσεις αυτές υπογραμμίζουν την ανάγκη υπερβατικής κινητοποίησης και ιεραρχήσεων:
Να αποφασίσουμε ότι θα απαντήσουμε ουσιαστικά στην πρόκληση. Δεν είναι θέμα να πάρουμε κάποια επιφανειακά μέτρα που θα ανακυκλώνουμε κάθε 2-3 χρόνια, όταν θα έχει φανεί -για άλλη μια φορά- ότι ήταν αναποτελεσματικά. Η μεγάλη δυσκολία δεν είναι μόνο η αλλαγή αυτή καθ’ αυτή, αλλά και ο πολύς χρόνος για να πετύχει κανείς ένα τέτοιο στόχο, και η ανάγκη για συνέχεια από διαδοχικές κυβερνήσεις. Η εξέλιξη στο δημογραφικό δείχνει εκκωφαντικά, ότι το παίγνιο των επιφανειακών κινήσεων τελείωσε από καιρό, και όχι μόνο στο δημογραφικό.
Μεταξύ των υπαρκτών προβλημάτων του δημογραφικού και του τρόπου που λειτουργεί η πολιτική και η οικονομία υπάρχουν στενές διασυνδέσεις και αλληλεξαρτήσεις. Για να αντιμετωπιστεί το δημογραφικό -και κάθε άλλο σύνθετο και κρίσιμο πρόβλημα- σημαντικό ρόλο έχει η ενεργοποίηση των μηχανισμών ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας σε όλη την οικονομία -ιδιωτική και δημόσια. Υπάρχει; Το αντίθετο συμβαίνει. Όσο διάστημα η «Πραγματική Πολιτική» (ΠΠ) θα ρίχνει το βάρος σε σχήματα τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ -με κάθε παραλλαγή τους- και η διαφθορά και τα εύκολα και υψηλά εισοδήματα τέτοιου τύπου θα κερδίζουν απέναντι στα εισοδήματα από την παραγωγική διαδικασία, η πραγματικότητα θα επιβαρύνεται. Πλέον, χρειάζεται αλλαγή παραδείγματος. Το σύνθημα δεν είναι «γεννάτε γιατί χανόμαστε». Είναι «να ξυπνήσουμε γιατί χανόμαστε», και όχι μόνο στο δημογραφικό. Θέλει το κράτος να αλλάξει τον τρόπο λειτουργίας των δημόσιων φορέων, θέλει να αναβαθμίσει το σύστημα υγείας και τα Πανεπ/μια; Θέλει να βελτιώσει την ασφάλεια των πολιτών που κάθε μέρα πλήττεται ή τις συνθήκες ζωής των πιο επιβαρυμμένων στρωμάτων της κοινωνίας; Η απάντηση που δίνει η ίδια η πραγματικότητά μας είναι μονοσήμαντη: δεν θέλει, δεν ξέρει, δεν αντέχει τέτοιες αλλαγές.
Συχνά αναφέρεται, ότι τα κενά στην αγορά εργασίας μπορεί να καλυφθούν αν περισσότερος γυναικείος πληθυσμός επιλέξει ή αναγκαστεί να εργαστεί. Η εικόνα όμως δείχνει κάτι άλλο. Ότι μεταξύ 2007 και 2024 οι εργαζόμενες γυναίκες αυξήθηκαν κατά 33 χιλιάδες, ενώ ο εργαζόμενος ανδρικός πληθυσμός μειώθηκε κατά 365 χιλιάδες. Με άλλα λόγια η κρίση έπληξε περισσότερο όσους αμείβονταν με μεγαλύτερους μισθούς, αναγκάζοντας το γυναικείο πληθυσμό να αντισταθμίσει τη μείωση του οικογενειακού εισοδήματος. Κανένα περίεργο, ότι η γεννητικότητα συρρικνώθηκε. Όταν λόγω χαμηλών αμοιβών εργασίας, πιέζεται τμήμα του γυναικείου πληθυσμού να μετατοπιστεί στην αγορά εργασίας χωρίς μορφές κοινωνικής υποστήριξης, η γεννητικότητα πλήττεται ακόμα περισσότερο .
Σε τελική ανάλυση, η πολιτική για το δημογραφικό δεν είναι συνάρτηση μόνο κάποιων μορφών χρηματικής δαπάνης, αλλά της πολιτικής ικανότητας και βούλησης να δημιουργήσει ένα συνολικό περιβάλλον, στο οποίο θα είναι βελτιωμένα, όχι απλώς κάποια αριθμητικά δεδομένα, αλλά βασικές σχέσεις και αξίες που αγγίζουν ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας. Αναπόφευκτα, θα ήταν σωστό, να προσθέσουμε «στο κάδρο» των κρίσιμων παραγόντων και τα οικονομικά-κοινωνικά αποτελέσματα της «συνολικής διακυβέρνησης». Αν μια κοινωνία χαρακτηρίζεται από τρόπους λειτουργίας που οδηγούν σε ισχνές αναπτυξιακές και συνολικές επιδόσεις ή κρίσεις, σε αδιαφανείς συναλλαγές και σε σοβαρές εισοδηματικές ανισότητες, οι κοινωνικές και άλλες συνέπειες θα είναι αυτές που βλέπουμε.
Συνεπώς, πέρα από το να αλλάζουμε για 30η φορά επιδόματα και φορολογίες, πρέπει να κάνουμε αλλαγές στην ίδια την πραγματικότητα που απογοητεύει τον κόσμο και που απλώνεται όλο και περισσότερο γύρω μας και δεν επηρεάζει μόνο το δημογραφικό. Σε παλαιότερες εποχές ήταν η φτώχεια ή οι δύσκολες πολιτικές συνθήκες στη χώρα που επηρέασαν την εξωτερική μετανάστευση και το δημογραφικό. Σήμερα, είναι οι σημαντικές αδυναμίες σε ό,τι αφορά στη διακυβέρνηση της χώρας, στο παραγωγικό της σύστημα και στο κοινωνικο-πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο καλείται να λειτουργήσει ένας εργαζόμενος πολίτης.
Η σημερινή εκδήλωση, σε μια τόσο συμβολική ημερομηνία, καταλαβαίνω, ότι θέλει να δώσει το μήνυμα ότι για το ΠΑΣΟΚ το δημογραφικό αποτελεί εθνική προτεραιότητα, όχι με τη συνήθη έννοια του όρου. Ας μην μείνει η περίοδος της κρίσης που περάσαμε ως η απαρχή της παρακμής της χώρας μας. Ας γίνει η εκδήλωση αυτή, η αφετηρία για ένα «άλμα προς το αύριο», που δεν θα αφορά μόνο το ΠΑΣΟΚ, αλλά και το σύνολο του πολιτικού μας συστήματος.
Κατερίνα Καζάνη: Η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει να χάνει πληθυσμό και να γερνά χωρίς μέλλον
«Το δημογραφικό δεν είναι πρόβλημα του αύριο. Είναι η μεγαλύτερη πρόκληση του σήμερα. Και αφορά όλους μας.
Δεν είναι απλώς ένας αριθμός. Είναι το αν θα συνεχίσουν να είναι ζωντανές οι γειτονιές αν θα έχουμε σχολεία γεμάτα παιδιά και αν η περιφέρειά μας θα μείνει ζωντανή.
Η Ελλάδα γερνάει, οι γεννήσεις μειώνονται δραματικά. Οι νέοι φεύγουν στο εξωτερικό για να βρουν προοπτική.
Από το 2011, κάθε χρόνο οι θάνατοι είναι περισσότεροι από τις γεννήσεις. Το 2024 είχαμε νέο ιστορικό χαμηλό: μόλις 69.675 γεννήσεις. Μέσα σε 14 χρόνια χάσαμε πάνω από μισό εκατομμύριο ανθρώπους μόνο από τη φυσική μείωση του πληθυσμού. Αυτή είναι η αλήθεια.
Και είναι ώρα να την αντιμετωπίσουμε με σχέδιο, με τόλμη και με ευθύνη.
Ο δείκτης γονιμότητας βρίσκεται στο 1,26. Το 1980 ήταν 2,23 – πάνω κι από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σήμερα, μαζί με την Ιταλία και την Ισπανία, βρισκόμαστε στον πάτο της Ευρώπης.
Κι όμως, οι Έλληνες θέλουν να κάνουν οικογένεια.
Έρευνες δείχνουν ότι ιδανικά θα ήθελαν 2,6 παιδιά. Το 39% θέλει δύο, το 28% τρία. Κι όμως ο δείκτης μένει καθηλωμένος στο 1,26. Αυτό δείχνει το χάσμα ανάμεσα στην επιθυμία και στην πραγματικότητα, στο «θέλω» και το «μπορώ».
Αυτό το χάσμα το δημιουργούν οι συνθήκες της ζωής, το κόστος στέγης, οι δουλειές χωρίς προοπτική, η ακρίβεια, ο φόβος ότι «αν λείψω για να μεγαλώσω το παιδί, θα μείνω πίσω στη δουλειά».
Και εδώ μπαίνει το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να μπορεί να φτιάξει την οικογένεια που θέλει, χωρίς να εμποδίζεται από οικονομικούς, κοινωνικούς ή θεσμικούς φραγμούς.
Την ίδια ώρα, σύμφωνα με τη Eurostat: Το 78% των Ελλήνων 20–29 ετών ζει ακόμα με τους γονείς του – το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε.
Η στέγαση είναι βασικός παράγοντας. Τα νοικοκυριά δαπανούν κατά μέσο όρο 35% του εισοδήματός τους για στέγη, όταν ο μέσος όρος στην Ευρώπη είναι 19,2%.
Πώς να ανεξαρτητοποιηθούν οι νέοι, όταν δεν μπορούν να βρουν προσιτή στέγη;
Το δημογραφικό χτυπά πιο έντονα την ελληνική περιφέρεια. Περιοχές που κάποτε έσφυζαν από ζωή, σήμερα μετρούν με το ζόρι λίγες γεννήσεις κάθε χρόνο. Σχολεία κλείνουν, χωριά ερημώνουν, κοινότητες φθίνουν.
Η κυβέρνηση διαφημίζει ως λύση ένα μπόνους 10.000 ευρώ για οικογένειες που θα εγκατασταθούν στο Σουφλί το Διδυμότειχο ή την Ορεστιάδα. Όμως όλοι γνωρίζουμε ότι αυτό δεν αρκεί.
Γιατί κανείς δεν θα επιλέξει να μείνει μόνιμα εκεί, αν δεν μπορεί να βρει προσιτή στέγη, αν παλεύει με την ακρίβεια σε τρόφιμα και καύσιμα, αν δεν ξέρει πώς θα πληρώσει τη θέρμανση τον χειμώνα. Αν δεν υπάρχουν γιατροί στα νοσοκομεία, αν δεν υπάρχουν δάσκαλοι στα σχολεία και δουλειές με προοπτική.
Η περιφέρεια δεν μπορεί να κρατηθεί ζωντανή με πρόσκαιρα μπόνους. Κρατιέται με πραγματικές υποδομές, με υπηρεσίες και κίνητρα για να μείνουν οι νέοι.
Και ακόμα περιμένουμε το «εθνικό σχέδιο» για το δημογραφικό από την Κυβέρνηση. 6 χρόνια διακυβέρνησης της ΝΔ και έχουμε μείνει στις εξαγγελίες.
Μόνο αποσπασματικά μέτρα, πρόχειρη νομοθέτηση και επικοινωνιακές πολιτικές.
Οι μισθοί αυξήθηκαν ελάχιστα, ενώ οι τιμές στο ρεύμα, στα καύσιμα, στα τρόφιμα εκτοξεύθηκαν.
Η ακρίβεια καταπίνει κάθε μικρή αύξηση πριν καν φτάσει στην τσέπη του εργαζόμενου.
Το εισόδημα περιορίζεται, η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων βρίσκεται στην προτελευταία θέση ανάμεσα στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης – 30 % χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στη στέγαση, το πρόγραμμα «Σπίτι μου» παρουσιάστηκε ως λύση. Αφορούσε όμως μόνο όσους έχουν την δυνατότητα να αγοράσουν σπίτι.
Και από αυτούς μόνο λίγοι κατάφεραν να ενταχθούν, μετά από μια πολύπλοκη διαδικασία, με αυστηρά χρονικά πλαίσια.
Ενώ το ίδιο το πρόγραμμα δημιούργησε στρεβλώσεις, εκτινάσσοντας ακόμη πιο ψηλά τις τιμές.
Κάθε χρόνο, οι γονείς βιώνουν την αγωνία πώς θα σπουδάσουν τα παιδιά τους. Τα ενοίκια είναι υψηλά, τα διαθέσιμα σπίτια είναι ελάχιστα, και πολλές οικογένειες δεν μπορούν να ανταποκριθούν οικονομικά.
Η κυβέρνηση φέρνει και το νέο νομοσχέδιο για την κοινωνική αντιπαροχή. Στην πραγματικότητα είναι μια μικρή τροποποίηση του νόμου του 2022 που ποτέ δεν εφαρμόστηκε. Μόνο και μόνο για να δώσουν την εντύπωση ότι κάτι κάνουν, ενόψει της ΔΕΘ.
Την ίδια στιγμή, άλλοι γονείς παλεύουν να βρουν μια θέση σε βρεφονηπιακό σταθμό. Κάποιοι έχασαν το voucher, επειδή τα εισοδηματικά κριτήρια δεν έχουν αναπροσαρμοστεί. Και όσοι τελικά το εξασφαλίσουν πολλές φορές δεν υπάρχει θέση να το αξιοποιήσουν. Και κανείς δεν εξηγεί τι συμβαίνει με αυτά τα ποσά που τελικά μένουν αναξιοποίητα.
Οικογένειες χάνουν το επίδομα παιδιού επειδή πήραν μια αύξηση 50 ευρώ στον μισθό τους. Είναι δυνατόν; Η οικογένεια δεν στηρίζεται έτσι. Έτσι τιμωρείται.
Το πρόγραμμα του προσωπικού δεσμεύσεις… βοηθού, που θα έπρεπε να είναι βασικό εργαλείο στήριξης για τα άτομα με αναπηρία, παραμένει μετέωρο. Δεν έχουμε πιάσει τον στόχο που είχε τεθεί, και το ερώτημα είναι τι θα γίνει με την καθολική εφαρμογή του. Γιατί οι άνθρωποι με αναπηρία δεν μπορούν να περιμένουν άλλο – χρειάζονται ουσιαστική στήριξη, σήμερα.
Η χώρα συνεχίζει να αιμορραγεί. Το επίδομα γέννησης δεν είναι κίνητρο. Καμία γυναίκα και κανένα ζευγάρι δεν θα αποφασίσει να κάνει παιδί για ένα εφάπαξ βοήθημα.
Οι δομές φροντίδας ηλικιωμένων είναι ελάχιστες και η κατ’ οίκον βοήθεια περιορισμένη. Μια κοινωνία που αφήνει πίσω την τρίτη ηλικία, δεν έχει μέλλον.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, αντί να δώσει απαντήσεις, λειτουργεί με αλαζονεία. Με σκάνδαλα, με υποκλοπές, με εργαλειοποίηση των θεσμών.
Το κράτος λειτουργεί σαν λάφυρο για «ημετέρους», όχι σαν στήριγμα του πολίτη. Αυτή δεν είναι πολιτική. Είναι αδιέξοδο.
Για το ΠΑΣΟΚ, το δημογραφικό δεν είναι μια θεωρητική συζήτηση για το μέλλον. Είναι το πιο άμεσο και πιεστικό ζήτημα του παρόντος. Γιατί αφορά τα παιδιά που θα γεννηθούν, τις οικογένειες που θα χτίσουν το μέλλον τους, τις κοινότητες που θα μείνουν ζωντανές.
Δεν είναι τυχαίο ότι το 2017, με πρωτοβουλία της αείμνηστης Πρόεδρου μας, Φώφης Γεννηματά συγκροτήθηκε η Διακομματική Επιτροπή της Βουλής για το Δημογραφικό, που κατέληξε σε συγκεκριμένες προτάσεις.
Η Φώφη Γεννηματά πίστευε βαθιά ότι το δημογραφικό είναι ζήτημα εθνικής επιβίωσης και αφιέρωσε προσωπική ενέργεια και πολιτικό κεφάλαιο για να μπει στην πρώτη γραμμή της πολιτικής μας ατζέντας.
Κι όμως, αυτό το πόρισμα παραμένει στο «συρτάρι».
Το ΠΑΣΟΚ, έχει καταθέσει συγκεκριμένες λύσεις.
Το ΠΑΣΟΚ κατέθεσε τροπολογία για την καθιέρωση επιδόματος μητρότητας στις αυτοαπασχολούμενες, τις ελεύθερες επαγγελματίες και τις αγρότισσες. Στο τέλος η κυβέρνηση αναγκάστηκε να την υιοθετήσει.
Το ΠΑΣΟΚ πριν λίγους μήνες κατέθεσε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα για το στεγαστικό.
Σήμερα παρουσιάζουμε το πρόγραμμά μας για το δημογραφικό. Η προσέγγισή μας είναι ολιστική, ρεαλιστική και εφαρμόσιμη.
Ένα πρόγραμμα που δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να στηριχθεί πραγματικά η επιθυμία απόκτησης παιδιού.
Μέσα από πολιτικές εναρμόνισης οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής, μέσα από πολιτικές στήριξης της οικογένειας και της ενεργούς γήρανσης, μέσα από την ενίσχυση της περιφερειακής ανάπτυξης, μέσα από την δημιουργία ευκαιριών ώστε να επιστρέψουν οι νέοι από το εξωτερικό.
Αγγίζει κάθε πλευρά της καθημερινότητας — την εκπαίδευση, τη στέγαση τον πολιτισμό, τον αθλητισμό, την κοινωνική πολιτική και την ισότητα.
Το πρόγραμμά μας δεν γράφτηκε πίσω από κλειστές πόρτες. Χτίστηκε με συνεργασία, με διάλογο, με ανοιχτά αυτιά και καθαρούς στόχους.
Είναι αποτέλεσμα διαβούλευσης με τους τομείς του ΠΑΣΟΚ, με φορείς, με ειδικούς, με επιστήμονες αλλά και με τους ίδιους τους πολίτες. Τους ευχαριστώ όλους που συνέβαλαν σε αυτή την προσπάθεια και ιδιαίτερα τους πολίτες που κατέθεσαν τις αγωνίες τους και τις ιδέες τους.
Μόνο έτσι μπορούμε να στηρίξουμε την οικογένεια. Να κρατήσουμε ζωντανή την περιφέρεια. Να δώσουμε σιγουριά στους νέους.
Σε αυτήν τη συλλογική πορεία θέλω να ευχαριστήσω ξεχωριστά: Τον Λευτέρη Καρχιμάκη και την Έφη Μπέκου, για την άψογη συνεργασία μας, καθώς και τους σημερινούς μας ομιλητές.
Και φυσικά όλους εσάς που είστε σήμερα εδώ. Με την παρουσία σας δείχνετε ότι το ζήτημα αυτό μας αφορά όλους.
Και βέβαια, αμέσως μετά, θα ακούσουμε αναλυτικά το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ για το δημογραφικό από τον Πρόεδρό μας, τον Νίκο Ανδρουλάκη.
Το δημογραφικό είναι η μεγαλύτερη πρόκληση. Αλλά είναι και η μεγαλύτερη ευκαιρία. Να ξαναδώσουμε εμπιστοσύνη. Να ξαναφέρουμε ελπίδα. Να ξαναχτίσουμε προοπτική.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει να χάνει πληθυσμό. Δεν μπορεί να γεράσει χωρίς μέλλον. Η Ελλάδα χρειάζεται αλλαγή. Χρειάζεται σχέδιο.
Πενήντα ένα χρόνια ΠΑΣΟΚ σημαίνουν αγώνες για δικαιοσύνη, για κοινωνική πρόοδο, για μια Ελλάδα πιο δίκαιη, πιο ισχυρή, πιο ανθρώπινη.
Το ΠΑΣΟΚ είναι ένα κόμμα που στεκόταν πάντα δίπλα στην κοινωνία. Που έμαθε να αλλάζει μαζί της. Που δεν φοβήθηκε να συγκρουστεί για να πάει τη χώρα μπροστά.
Το ΠΑΣΟΚ έχει αποδείξει ότι ξέρει να στηρίζει τον άνθρωπο, να δίνει φωνή στους μη προνομιούχους, να χτίζει προοπτική για τις επόμενες γενιές.
Η ημέρα αυτή είναι μια αφετηρία, ένα νέο ξεκίνημα με αξίες, όραμα και αξιοπρέπεια.
Η πολιτική αλλαγή είναι στο χέρι μας».
Θεματική Εκδήλωση για το Δημογραφικό
Το νέο δημογραφικό τοπίο της χώρας, οι νέες ανάγκες που δημιουργεί η γήρανση του πληθυσμού, καθώς και οι πολιτικές που πρέπει να αναληφθούν για την ανάσχεση του δημογραφικού μαρασμού της χώρας και τη στήριξη της οικογένειας, συζητήθηκαν στη θεματική εκδήλωση για το Δημογραφικό, στο πλαίσιο του εορτασμού της 3ης του Σεπτέμβρη.
Ο καθηγητής Βύρων Κοτζαμάνης, Διευθυντής Ερευνών Ινστιτούτου Ερευνών Μελετών Δημογραφίας ΙΔΕΜ συνόψισε τις αλλαγές στο δημογραφικό τοπίο της χώρας από τη δεκαετία του ’50. «Έχουμε υπερσυγκέντρωση στον χώρο, καθώς το 50% του πληθυσμού έχει συγκεντρωθεί σε λιγότερο από το 2% της επιφάνειας και το 57% σε 100 μονάχα από τους 14.000 οικισμούς της χώρας. Επίσης, τα τελευταία 20 χρόνια, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής στην Ελλάδα είναι χαμηλότερη σε σχέση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Οι άλλοι πάνε σαν λαγοί, εμείς σαν χελώνες», είπε χαρακτηριστικά.
Έθιξε, δε, το ζήτημα της μείωσης των γεννήσεων, αφού όσο γεννήθηκαν το 1935 έκαναν κατά μέσο όρο τα 1.000 ζευγάρια 2.150 παιδιά, όσοι γεννήθηκαν τη δεκαετία του ‘60 έκαναν τα 1.000 ζευγάρια 2.000 παιδιά, ενώ οι νέοι που γεννήθηκαν το ‘80 θα κάνουν τα 1.000 ζευγάρια μόλις 1.450 παιδιά. Αναφερόμενος στην αύξηση των ηλικιών άνω των 65, που προσεγγίζουν το 23% του πληθυσμού, ο κ. Κοτζαμάνης τόνισε: «Έχουμε και μια γήρανση μέσα στη γήρανση. Το ειδικό βάρος των 85 και πάνω σε αυτή την κατηγορία έχει αυξηθεί συνταρακτικά. Δηλαδή σήμερα σχεδόν 1 στους 4 είναι από 65 ετών και πάνω και εξ αυτών 1 στους 5 είναι από 85 ετών και πάνω». Προσδιόρισε την Άρτα, την Πρέβεζα, την Ευρυτανία, τη Φθιώτιδα, τη Φωκίδα ως τους πιο «γερασμένους» νομούς της χώρας, όπου πάνω από 1 στους 3 είναι άνω των 65 ετών.
Ως αποτέλεσμα, τα τελευταία 13 χρόνια, η χώρα μας είναι αντιμέτωπη με μία μείωση του πληθυσμού κατά 720.000, εκ των οποίων 510.000 είναι περισσότεροι θάνατοι από τις γεννήσεις. «Η ζυγαριά γεννήσεις και θάνατοι δεν μπορεί να γίνει θετική στην επόμενη 50ετία», ξεκαθάρισε ο κ. Κοτζαμάνης, τονίζοντας την ανάγκη να περιοριστεί η ψαλίδα των 60.000 θανάτων πάνω από τις γεννήσεις ετησίως.
«Πρέπει να ληφθούν ριζικά μέτρα για να αναστραφεί η τάση των νέων ζευγαριών να κάνουν λιγότερα παιδιά από τους γονείς τους. Μπορούμε να περιορίσουμε το έλλειμα στις 50.000. Θέλει μέτρα πολιτικής, από μόνο του δεν γίνεται. Επίσης, θα πρέπει να έχουμε ένα θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο, με την επιστροφή νέων που έχουν φύγει από τη χώρα μας και μια λελογισμένη εισροή αλλοδαπών που θα πρέπει να ενσωματωθούν στη χώρα μας. Συνολικά, θέλουμε γύρω στο 1,5 εκατ. στα επόμενα 35 χρόνια», κατέληξε.
Θέτοντας τη διάσταση των περιφερειακών διαφοροποιήσεων της δημογραφικής αλλαγής, ο δρ. Δημογραφίας και κύριος Ερευνητής του ΕΚΚΕ, Παύλος Μπαλτάς, τόνισες πως «τα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν για το δημογραφικό δεν μπορούν να είναι οριζόντια». Έφερε ως παράδειγμα τις περιφέρειες Δυτικής Μακεδονίας και Στερεάς Ελλάδας, όπου βάσει των στοιχείων των τελευταίων απογραφών, η μείωση του πληθυσμού είναι στο -10% και -7% αντίστοιχα, όταν ο εθνικός μέσος όρος είναι -3%, ενώ η Κρήτη διατήρησε τον πληθυσμός (+0,2%) και το Νότιο Αιγαίο τον αύξησε κατά 6%.
Ο κ. Μπαλτάς κατέταξε την ένταση της δημογραφικής αλλαγής σε τρεις τύπου: τα μεγάλα αστικά κέντρα που συγκεντρώνουν τον νεανικό πληθυσμό, στις αγροτικές περιοχές όπου έχουμε το φαινόμενο του αποπληθυσμού της υπαίθρου και τις απομακρυσμένες περιοχές που αντιμετωπίζουν προβλήματα ακραίας γήρανσης.
«Τα μέτρα και οι πολιτικές θα πρέπει να προσαρμοστούν στις ανάγκες κάθε περιοχής. Αλλού αυτά θα είναι ανακουφιστικά, ώστε όσοι βρίσκονται εκεί να μην νιώθουν αποκομμένοι από το κράτος, την πρόνοια, τις παροχές υγείας, αλλού θα πρέπει να γίνει προσπάθεια αναγέννησης των αγροτικών περιοχών, με συγκράτηση του πληθυσμού. Ενώ στα αστικά κέντρα θα πρέπει να αντιμετωπιστούν η χαμηλή γονιμότητα και η μεγάλη γήρανση», σημείωσε.
Τόνισε, ακόμα, πως τα μέτρα πέρα από αναστροφής, θα πρέπει να είναι και προσαρμογής στην πραγματικότητα. Δεδομένου ότι βαδίζουμε προς μια κοινωνία στην οποία ο 1 στους 3 θα είναι άνω των 65 ετών το 2050, αυτό δημιουργεί ειδικές ανάγκες στο σύστημα υγείας, στις υποδομές, στην πολεοδόμηση κ.α.
Παρουσιάζοντας ορισμένα από τα συμπεράσματα της έρευνας για το τι πιστεύουν οι Έλληνες, η Διευθύντρια Ερευνών της διαΝΕΟσις, Φαίη Μακαντάση, εστίασε στο fertility gap, με τον γενικό πληθυσμό να απαντά 2,6 στο «πόσα παιδιά θα θέλατε να κάνετε» και οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία 2,4, δηλαδή ένα παιδί περισσότερο από αυτό που κάνουν.
Ως προς τους ανασταλτικούς παράγοντες, «η συντριπτική πλειοψηφία αναφέρει τις οικονομικές δυσκολίες και την ανασφάλεια, ενώ δεύτερη έρχεται η έλλειψη σχετικών υποδομών», όπως ανέφερε, σχολιάζοντας πως η επίδραση των επιδοματικών πολιτικών είναι μόνο οριακή. «Είναι ξεκάθαρο -και πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε άπαντες- πως αυτό που έχει αλλάξει είναι ο τρόπος ζωής», υπογράμμισε.
Ειδικότερα, οι νέοι προσδιορίζουν ως σημαντικότερα προβλήματα τις χαμηλές αποδοχές, την ανεργία και η αδυναμία εύρεσης προσιτής στέγης, που επηρεάζουν την πρόθεση τεκνοποίησης. Ειδική αναφορά έκανε η κυρία Μακαντάση στις δημογραφικές προβολές για τον οικονομικά ενεργό πληθυσμού της χώρας, που εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 1 εκατ. ως το 2050, επηρεάζοντας άμεσα την οικονομική ανάπτυξη της χώρας.
«Οι δύο σύγχρονες τάσεις οικογενειακής πολιτικής είναι το τέλος του ματερναλισμού, δηλαδή πώς η ενεργός συμμετοχή του πατέρα στην ανατροφή των παιδιών οδηγεί στις δεύτερες και τρίτες γεννήσεις, και η Σκανδιναβοποίηση, δηλαδή γενναιόδωρες άδειες και στους δύο γονείς», ανέφερε. Και συμπλήρωσε: «Για να πετύχουμε την εναρμόνιση οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής χρειαζόμαστε πρωτίστως μια μεγάλη στήριξη στην προσχολική αγωγή. Είναι η πιο παραμελλειμένη βαθμίδα εκπαίδευσης στην Ελλάδα, με τη μεγαλύτερη συμβολή στις κοινωνικές ανισότητες» κατέληξε.
Η συντονίστρια της συζήτησης και Γραμματέας Τομέα Πρόνοιας, Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, Έφη Μπέκου, υπογράμμισε συνοψίζοντας ότι «το δημογραφικό δεν είναι ένα θέμα ούτε αριθμών ούτε στατιστικών, αλλά είναι ένα ζήτημα νέου παραγωγικού μοντέλου της χώρας και μιας νέας κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας που ακουμπάει ζητήματα διακυβέρνησης, ισότητας και δικαιοσύνης».




























