Σε μια αποκαλυπτική συζήτηση στο Podcast «Συναντήσεις στο Σύνταγμα» του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Τσάτσου, ο μέχρι πρότινος επικεφαλής της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ), Χρήστος Ράμμος, μίλησε στον καθηγητή Ξενοφώντα Κοντιάδη με αφοπλιστική ειλικρίνεια για τα έξι χρόνια θητείας του, την εμπλοκή της Αρχής στο σκάνδαλο των υποκλοπών, τις επιθέσεις που δέχθηκε και τη βαθιά κρίση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα.
Ακούστε το Podcast
Ο Χρήστος Ράμμος δεν μάσησε τα λόγια του. Από την υποστελέχωση και υποχρηματοδότηση των ανεξάρτητων αρχών έως την πολιτική και θεσμική στοχοποίησή του κατά τη διάρκεια των ελέγχων στην ΕΥΠ, ο πρώην πρόεδρος της ΑΔΑΕ παρουσίασε με ψυχραιμία αλλά και ανησυχία τη διαχρονική απαξίωση της ανεξαρτησίας των ελεγκτικών μηχανισμών της Πολιτείας.
«Η ΑΔΑΕ δεν είναι όργανο διεκπεραιωτικό, δεν υπακούει σε πολιτικές επιταγές, δεν φιλτράρει την αλήθεια για να είναι ευχάριστη», σημείωσε, τονίζοντας ότι από τη στιγμή που ανέλαβε την προεδρία της αρχής, έγινε προφανές ότι η ανεξαρτησία ενοχλεί. Η αποκορύφωση ήρθε το καλοκαίρι του 2022, όταν αποκαλύφθηκε η παρακολούθηση του Νίκου Ανδρουλάκη. Παρά τις σαφείς ενδείξεις και την κινητοποίηση της ΑΔΑΕ, ο Ράμμος περιγράφει ένα θεσμικό περιβάλλον ασφυκτικό, εχθρικό προς κάθε προσπάθεια διαφάνειας.
Η αντίδραση της αρχής υπήρξε άμεση: στάλθηκαν κλιμάκια ελέγχου και δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στις καταγγελίες. Πολλές αποδείχθηκαν αβάσιμες, αλλά αρκετές επιβεβαιώθηκαν. Στο μεταξύ, ο δημόσιος λόγος δηλητηριάστηκε από απειλητικά δημοσιεύματα και φραστικές επιθέσεις. Όπως τόνισε, «υπήρξε δολοφονία χαρακτήρα». Παρά τη νομική ακρίβεια των παρεμβάσεών του, δεν υπήρξε ποτέ τεκμηριωμένη νομική αμφισβήτηση των ενεργειών του.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο ίδιος, το 2021 υπογράφηκαν πάνω από 15.000 διατάξεις για παρακολουθήσεις για λόγους εθνικής ασφάλειας, ενώ την επόμενη χρονιά ο αριθμός αυτός μειώθηκε. Το θεσμικό κενό ήταν εξόφθαλμο: οι διατάξεις δεν περιείχαν αιτιολογία για την παρακολούθηση, παρότι η ευρωπαϊκή νομολογία απαιτεί να προκύπτει από τον φάκελο ο λόγος για την άρση του απορρήτου. Όπως είπε χαρακτηριστικά, «δεν μπορεί ένας εισαγγελέας να αποφασίζει χωρίς καμία τεκμηρίωση».
Η στάση της Βουλής, τόσο στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας όσο και στην εξεταστική επιτροπή για τις υποκλοπές, απογοήτευσε βαθιά τον Ράμμο. Αν και εκλήθη τρεις ή τέσσερις φορές και κατέθεσε πλήρως τα στοιχεία που διέθετε, η υποδοχή που έλαβε από την πλειοψηφία ήταν, όπως είπε, «μη θεσμική». «Ήθελαν να περιορίσω τη μαρτυρία μου σε μια τυπική διαδικασία. Δεν είχα καμία πρόθεση να συμβάλλω σε ένα θεσμικό θέατρο σκιών», δήλωσε με πικρία.
Σκληρή ήταν και η επίθεση που δέχθηκε για τις καταθέσεις του στην PEGA και τη LIBE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Όταν κατηγορήθηκε ότι «διεθνοποιεί» εσωτερικά ζητήματα, υπενθύμισε ότι δεν πήγε αυτοβούλως αλλά ύστερα από επίσημη κλήση, ενώ τόνισε το αυτονόητο: «Δεν απαγορεύεται στους Έλληνες πολίτες να καταθέτουν σε όργανα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου». Η αντίδραση αυτή, όπως σχολίασε, υποκρύπτει δυσανεξία στην εξωτερική λογοδοσία.
Αναφέρθηκε επίσης με έντονη κριτική στη γνωμοδότηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου, ο οποίος έκρινε ότι η ΑΔΑΕ δεν έχει αρμοδιότητα ελέγχου όταν πρόκειται για παρακολουθήσεις εθνικής ασφάλειας. Ο Ράμμος κατήγγειλε ότι η γνωμοδότηση συνοδευόταν από έμμεσες απειλές περί κατασκοπείας και αποκάλυψης κρατικών μυστικών, ενώ επισήμανε το θεσμικό ατόπημα: «Δεν προβλέπεται να γνωμοδοτεί για ανεξάρτητες αρχές».
Σημαντική στιγμή για τον ίδιο υπήρξε και η αιφνιδιαστική, νυχτερινή αντικατάσταση μελών της ΑΔΑΕ λίγο πριν από συνεδρίαση κατά την οποία θα επιβάλλονταν πρόστιμα στην ΕΥΠ για μη συνεργασία. Κατά τον Ράμμο, η επίκληση στρογγυλοποίησης προς τα πάνω για να θεωρηθεί επαρκής η πλειοψηφία ήταν ευθεία παραβίαση του Συντάγματος. Η μεταγενέστερη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας να απορρίψει την αίτηση ακύρωσης του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών με το αιτιολογικό ότι δεν έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τον ίδιο, «ανοίγει την πόρτα στη θεσμική ατιμωρησία».
Η συζήτηση δεν περιορίστηκε στο παρελθόν. Ο Ράμμος εξέφρασε βαθιά ανησυχία για τη νέα Αρχή Κυβερνοασφάλειας, η οποία περιόρισε τις αρμοδιότητες της ΑΔΑΕ χωρίς καμία διαβούλευση. Όπως αποκάλυψε, ούτε για τον νόμο 5002/2022, που αφορά άμεσα τη λειτουργία της αρχής, ζητήθηκε ποτέ η γνώμη της. Επέμεινε στην ανάγκη εκσυγχρονισμού του λειτουργικού νόμου της ΑΔΑΕ, ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στις νέες τεχνολογικές προκλήσεις, όπως ο εντοπισμός spyware.
Έθεσε επίσης σοβαρά ζητήματα σχετικά με τη διαδικασία ενημέρωσης των παρακολουθούμενων προσώπων. Αυτή έχει αφαιρεθεί από την ΑΔΑΕ και ανατέθηκε σε τριμελές όργανο όπου τα δύο μέλη είναι οι ίδιοι οι εισαγγελείς που διέταξαν και επικύρωσαν την άρση. Η ανεξαρτησία του οργάνου αυτού, όπως είπε, είναι αμφισβητήσιμη.
Ολοκληρώνοντας, ο Χρήστος Ράμμος διατύπωσε μια ζοφερή εικόνα για τη σημερινή κατάσταση του κράτους δικαίου: «Οι ανεξάρτητες αρχές είναι αποδεκτές όσο δεν ενοχλούν. Όταν γίνονται δυσάρεστες, η εμπειρία δείχνει ότι δεν έχουν καμία προστασία. Αλλά η αποστολή τους είναι να γίνονται δυσάρεστες όταν το επιβάλλει το Σύνταγμα».























