Το ερώτημα προκύπτει από τις ίδιες τις δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Το 2022 υποστήριζε ότι κανείς δεν εγγυάται πως η μείωση του ΦΠΑ θα περάσει στον τελικό καταναλωτή.
Το 2023 επέμενε ότι οι προηγούμενες μειώσεις στον καφέ και στις μεταφορές δεν είχαν οδηγήσει σε αντίστοιχη πτώση των τιμών.
Το 2024 επαναλάμβανε ότι το αποτέλεσμα μιας οριζόντιας μείωσης είναι αμφίβολο.
Το 2025, από το βήμα της ΔΕΘ, προειδοποιούσε ότι η μείωση θα μπορούσε να καταλήξει σε έμμεση επιδότηση μεσαζόντων και επιχειρήσεων.
Και στη Βουλή, πάλι το 2025, σε συζήτηση για την ακρίβεια, το είπε ακόμη πιο καθαρά: «Οι μειώσεις ΦΠΑ κατά κανόνα δεν τις καρπώνεται ο καταναλωτής. Τις καρπώνεται ο έμπορος».
Τη Δευτέρα, όμως, ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε μείωση του ΦΠΑ στα προϊόντα περιόδου από 24% σε 13 ως μια μικρή οικονομική ελάφρυνση για τις γυναίκες.
Η στοχευμένη μείωση ασφαλώς διαφέρει από μια οριζόντια παρέμβαση στο σύνολο της αγοράς.
Αλλά ο μηχανισμός μετακύλισης του φόρου στην τελική τιμή παραμένει ο ίδιος.
Τι διασφαλίζει, λοιπόν, ότι αυτή τη φορά η μείωση θα φτάσει στις καταναλώτριες και δεν θα απορροφηθεί από την αγορά;
Το ερώτημα είναι ρητορικό γιατί η απάντηση είναι προφανής: Η κυβέρνηση δεν μειώνει τον ΦΠΑ για να μοιράζει επιδόματα από το υπερπλεόνασμα που προκύπτει από τους έμμεσους φόρους συνητρώντας τον πελατειασμό. Αλλά κάνει μια εξαίρεση όταν το κρίνει ψηφοθηρικά αναγκαίο...
Α.
























