Ο Αντώνης Μαυρόπουλος είναι γνωστός στους αναγνώστες του Dnews μέσω της τακτικής αρθρογραφίας του για τα θέματα τεχνητής νοημοσύνης και των κοινωνικο-πολιτικών επιπτώσεων της. Με το νέο του βιβλίο με τίτλο «Waste Side Stories Απόβλητοι – Απόβλητα – Μεταβολικά Ρήγματα», που κυκλοφορεί την Τετάρτη 22/4 από τις εκδόσεις Τόπος, ο Αντώνης Μαυρόπουλος λανσάρει ένα νέο τρόπο αφήγησης που συνδυάζει προσωπικά βιώματα με τις σκέψεις που αυτά πυροδοτούν και τις κοινωνικές – πολιτικές προεκτάσεις τους.
Στον πυρήνα του νέου του βιβλίου, ο συγγραφέας θέτει την ανάγκη να μιλήσουμε για την οικονομική και την περιβαλλοντική κρίση με έναν τρόπο ολιστικό που θα συνδέει την ιστορική, κοινωνική και οικονομική εξέλιξη με την εξέλιξη της περιβαλλοντικής κρίσης και τις ασκούμενες πολιτικές.
Να μερικά από τα ερωτήματα που τον απασχολούν: Τι κοινό έχουν η φαλαινοθηρία του 19ου αιώνα με τον πόλεμο στο Βιετνάμ και τη γενοκτονία στη Γάζα; Γιατί αυξάνεται διαρκώς ο πληθυσμός που ζει σε φαβέλες; Πως τα στρατόπεδα εγκλεισμού προσφύγων συνδέονται με τις χωματερές; Ποια είναι η κόκκινη γραμμή που οδηγεί από την παραγωγή λιπασμάτων σε εκατομμύρια θανάτους; Γιατί σπαταλάμε το ένα τρίτο των τροφίμων που παράγουμε ενώ αυξάνονται οι πεινασμένοι; Τι σημαίνει ότι πολιτική είναι η διαχείριση του ενεργειακού πλεονάσματος; Άραγε είχε δίκιο ο Βάλτερ Μπένγιαμιν που υποστήριζε ότι η επανάσταση θα είναι το φρένο και όχι η ατμομηχανή της ιστορίας;
Μέσα από δώδεκα κεφάλαια που πλέκουν προσωπικές ιστορίες, από ταξίδια σε όλο τον κόσμο, με σημειώσεις από δεκαπέντε ταξιδιωτικά σημειωματάρια, επιστημονική σκέψη και πολιτική - οικονομική ανάλυση, ο συγγραφέας βάζει πολλά και φαινομενικά ασύνδετα κομμάτια του παζλ στη θέση τους. Και έτσι ανασυνθέτει τον τρόπο που ο σύγχρονος καπιταλισμός και η δικτατορία του business as usual διαμορφώνουν έναν κόσμο που συστηματικά παράγει απόβλητους λαούς και ανθρώπους, αλλά και βουνά αποβλήτων.
Από τους επαγγελματίες συλλέκτες οστών στον «καπιταλισμό Mad Max», από τις χωματερές στα ομόλογα θανάτου, από τους Μοντέρνους Καιρούς του Τσάπλιν στο ναυάγιο του Τιτανικού, από τον Κωνσταντίνο Κονοφάγο στον Φριτζ Χάμπερ, το βιβλίο χαρτογραφεί τις κοινωνικές και πολιτικές ρίζες της γενικευμένης κρίσης που ζούμε και σκιαγραφεί ένα πιθανό μονοπάτι εξόδου.
Το βιβλίο αυτό δεν δίνει εύκολες απαντήσεις, θέτει όμως, προσεκτικά και με αναλυτική προσέγγιση, κρίσιμες ερωτήσεις, ανατρέποντας πολλές από τις καθιερωμένες βεβαιότητες. Πρόκειται για ένα βιβλίο-κολλάζ που διαβάζεται σαν ταξιδιωτική αφήγηση και αφήνει στο τέλος μια γλυκόπικρη, αλλά επίμονα αισιόδοξη επίγευση. Και είναι γραμμένο για όσους πιστεύουν ότι το να καταλαβαίνεις τον κόσμο είναι η πρώτη προϋπόθεση για να τον αλλάξεις.
Ακολουθεί η προδημοσίευση ενός χαρακτηριστικού αποσπάσματος από το βιβλίο.
«Τρία παράδοξα και ένα ρήγμα
Θα μπορούσα να γράψω πολλά ακόμα παραδείγματα, στο ίδιο ακριβώς μοτίβο. Ωστόσο, το μοτίβο καθαυτό είναι που έχει αξία. Πρόκειται για τη συστημική αποτυχία, με εθνικές, περιφερειακές και παγκόσμιες διαστάσεις, στην οποία καταλήγουν σχεδόν όλες οι μεγάλες προσπάθειες επίλυσης ή περιορισμού των δραματικών προβλημάτων που προκαλεί η περιβαλλοντική κρίση. Η συστημική αυτή αποτυχία αναδεικνύει τρία ενδιαφέροντα παράδοξα.
Το πρώτο παράδοξο είναι ότι όσο περισσότερο τα κράτη, οι πολυεθνικές και οι διεθνείς οργανισμοί ασχολούνται με την περιβαλλοντική κρίση και προσπαθούν να την οριοθετήσουν, τόσο περισσότερο αυτή επιδεινώνεται και γίνεται πιο ανεξέλεγκτη. Στις καλύτερες των περιπτώσεων, οι διεθνείς προσπάθειες και στόχοι επιβραδύνουν κάπως τον ρυθμό επιδείνωσης, χωρίς όμως να μπορούν να αναστρέψουν την πορεία των πραγμάτων. Στα χειρότερα σενάρια, όπως το σχετικό με τα ορυκτά καύσιμα, την ίδια ώρα που οι διεθνείς οργανισμοί διακηρύσσουν ότι πρέπει να φρενάρουμε, οι αγορές και οι πολυεθνικές που κρατάνε το τιμόνι πατάνε γκάζι και επιταχύνουν.
Το δεύτερο παράδοξο είναι η πλήρης αποσύνδεση της ανάπτυξης της αγοράς περιβαλλοντικών έργων και υπηρεσιών από τα πραγματικά αποτελέσματα. Για παράδειγμα, στον τομέα των στερεών αποβλήτων, που κατέχει το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς στις περιβαλλοντικές υπηρεσίες και έργα, ο τζίρος της παγκόσμιας αγοράς έχει δεκαπλασιαστεί μεταξύ 1990 και 2025 (από τα 125 δις στο 1,3 τρις δολάρια), αλλά η ανακύκλωση παραμένει καθηλωμένη κοντά στο 20% και μάλιστα με πτωτικές τάσεις μετά το 2015. Στο μεταξύ το ετήσιο λειτουργικό κόστος διαχείρισης στερεών αποβλήτων προβλέπεται να αυξηθεί κατακόρυφα, από 205,4 δις δολάρια ετησίως σήμερα σε περίπου 375,5 δις δολάρια το 2030. Στον τομέα της επεξεργασίας νερού και λυμάτων, η παγκόσμια αγορά έφτασε σε αξία 347-370 δις δολάρια (2024-2025) και προβλέπεται να ανέλθει στα 617-652 δις δολάρια μέχρι το 2032. Ο τομέας παρουσιάζει ρυθμό ανάπτυξης 6,5-7,5% ετησίως. Παρά την τεράστια αύξηση της παγκόσμιας αγοράς, κανένας από τους στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης για καθαρό νερό και αποχέτευση δεν βρίσκεται σε τροχιά επίτευξης μέχρι το 2030. Τα στοιχεία του 2022 δείχνουν ότι 2,2 δισεκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να στερούνται πρόσβασης σε ασφαλώς διαχειριζόμενο πόσιμο νερό και 3,5 δισεκατομμύρια άνθρωποι δεν έχουν πρόσβαση σε ασφαλώς διαχειριζόμενη αποχέτευση, ενώ σχεδόν 1,7 δισεκατομμύρια άνθρωποι πίνουν, λιγότερο ή περισσότερο, μολυσμένο νερό.
Το τρίτο παράδοξο είναι ότι εδώ και 50-60 χρόνια η περιβαλλοντική κρίση επιδεινώνεται, παρά το γεγονός ότι οι διαθέσιμες τεχνολογικές λύσεις πολλαπλασιάζονται εκθετικά και εκατοντάδες νέα εμπορικά προϊόντα και καινοτομίες μπαίνουν κάθε χρόνο και διεκδικούν το μερίδιό τους στην αγορά. Επομένως, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ιστορικά ότι η εξέλιξη και η μαζική χρήση των τεχνολογιών προστασίας του περιβάλλοντος μπορεί να αποτρέψει, ή έστω να επιβραδύνει σοβαρά, την κρίση. Αντίθετα, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των προσφερόμενων προϊόντων και υπηρεσιών έχει ως στόχο τη διαχείριση και τον μετριασμό των επιπτώσεων της περιβαλλοντικής κρίσης και όχι την αντιμετώπιση των αιτιών της. Είναι σαν να μη θέλουμε ή να μην μπορούμε να κλείσουμε τη βρύση που τρέχει και πλημμυρίζει το σπίτι, και να προσπαθούμε να περιορίσουμε την πλημμύρα με όλο και περισσότερες, πιο ακριβές και σύγχρονες σφουγγαρίστρες. Ακόμη κι αν τα καταφέρουμε για λίγο, το νερό δεν εξαφανίζεται, και η στάθμη του συνεχίζει να ανεβαίνει.
Το ερώτημα, λοιπόν, που προκύπτει είναι γιατί έχουμε αυτήν τη συστημική αποτυχία και τα παράδοξα που τη συνοδεύουν. Νομίζω ότι για μία ικανοποιητική απάντηση δεν είναι επαρκείς οι εξηγήσεις που προσφέρονται σχετικά με τις επιμέρους δυσκολίες και ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν π.χ. τις αγορές του νερού και των στερεών αποβλήτων. Ούτε και μπορούμε να κρυφτούμε πίσω από τα σοβαρά επιστημονικά ερωτήματα που μας βασανίζουν για την κλιματική αλλαγή και τη βιοποικιλότητα, καθώς και τις δυσκολίες να μεταφραστούν σύνθετα επιστημονικά προβλήματα σε εφαρμοσμένες πολιτικές. Και φυσικά, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν πολλές περιπτώσεις «πράσινου ξεπλύματος» (green washing) όπου οι προσφερόμενες λύσεις είναι απλά στάχτη στα μάτια του κόσμου, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς (εταιρείες, ερευνητικά ινστιτούτα, πανεπιστήμια, ΜΚΟ, κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμοί) ξεκινούν με την πρόθεση να κοροϊδέψουν και την επίγνωση ότι θα αποτύχουν. Ίσα ίσα, μπορώ να σας διαβεβαιώσω, έχοντας μια 35χρονη εμπειρία στις αγορές περιβάλλοντος, ότι σε αυτές δραστηριοποιούνται εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι με αγνές προθέσεις και ειλικρινή διάθεση να συνεισφέρουν στην εξεύρεση πραγματικών λύσεων.
Νομίζω ότι η πραγματική εξήγηση βρίσκεται στο γεγονός ότι η περιβαλλοντική κρίση γίνεται αντιληπτή με λάθος και αποσπασματικό τρόπο, αναλύεται σε επιμέρους κομμάτια που συχνά μας δυσκολεύουν να κατανοήσουμε τη συνολική εικόνα, και αποσυνδέεται από τις ιστορικά καθορισμένες κοινωνικές και οικονομικές της ρίζες. Και για αυτόν ακριβώς τον λόγο, νομίζω ότι χρειαζόμαστε έναν καινούριο τρόπο για να πλαισιώσουμε την κατανόησή μας για την περιβαλλοντική κρίση, έναν τρόπο ολιστικό (και όχι απλά αθροιστικό κατακερματισμένων πεδίων), έναν τρόπο που θα συνδέει την ιστορική, κοινωνική και οικονομική εξέλιξη με την εξέλιξη της περιβαλλοντικής κρίσης και τις ασκούμενες πολιτικές. Θα πρόσθετα επίσης, έναν τρόπο που θα αποκαθιστά τον άνθρωπο ως μέρος της φύσης και τη φύση ως μέρος του ανθρώπου, κόντρα στο αντι-ιστορικό δίπολο «άνθρωπος-φύση» και τις εύκολες εξηγήσεις της φολκλόρ οικολογίας των ιλουστρασιόν περιοδικών. Και αυτός ο τρόπος, αυτό το πλαίσιο αναφοράς, νομίζω ότι είναι η θεώρηση του «μεταβολικού ρήγματος», δηλαδή η αλλοίωση-διαταραχή του φυσικού μεταβολισμού και των μεγάλων βιογεωχημικών κύκλων από τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες και, ειδικότερα, από την οικονομία των ορυκτών καυσίμων και του καπιταλισμού τα τελευταία 250-300 χρόνια.
Πώς όμως φτάνουμε σε αυτό το, κάθε άλλο παρά προφανές, συμπέρασμα και σε αυτή την ίδια την έννοια του μεταβολικού ρήγματος; Το βιβλίο αυτό αποτελεί την προσωπική μου περιπλάνηση και απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Μία απάντηση που δόθηκε μέσα από εκατοντάδες ταξίδια σε δεκάδες χώρες, προσωπικές και επαγγελματικές εμπειρίες, πολλές συζητήσεις με πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους, και φυσικά με πολύ διάβασμα και σκέψη.»





























