Βρισκόμαστε στο 1955. Μια νοικοκυρά στο Νιου Τζέρσεϊ ανοίγει ένα περιοδικό και βλέπει διαφήμιση για ένα νέο θαυματουργό υλικό: το πλαστικό. Ελαφρύ, ανθεκτικό, φθηνό, διαθέσιμο σε κάθε σχήμα και χρώμα. «Το μέλλον έφτασε», λέει η διαφήμιση. Εβδομήντα χρόνια αργότερα, αυτό το «μέλλον» επιπλέει στον Ειρηνικό ωκεανό σε μια νησίδα σκουπιδιών διπλάσια από τη Γαλλία, βρίσκεται στο αίμα μας, στο γάλα που πίνουν τα νεογνά, στα ψάρια που τρώμε και στον πλακούντα των εγκύων.
Όπως εξηγώ αναλυτικά στο πρόσφατο βιβλίο μου Waste Side Stories (Εκδόσεις Τόπος) τα μικροπλαστικά κατακλύζουν στον πλανήτη μας και τον έχουν αποικίσει από την ψηλότερη κορυφή του κόσμου, του Έβερεστ, μέχρι το βαθύτερο σημείο των ωκεανών στην τάφρο των Μαριανών. Ακόμα πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι μέσω των μεγάλων θαλάσσιων ρευμάτων τα μικροπλαστικά βρίσκονται και σε παρθένες νήσους στις οποίες δεν έχει πατήσει ποτέ ανθρώπινο πόδι, όπως το νησί Χέντερσον που βρίσκεται 3.000 μίλια μακριά από το πλησιέστερο μεγάλο αστικό κέντρο και δέχεται πάνω από 3.500 νέα κομμάτια πλαστικών καθημερινά.
Σήμερα, ένα νέο «υλικό» κατακτά σταδιακά τον πλανήτη, μόνο που αυτή τη φορά δεν προέρχεται από τις βιομηχανίες των πλαστικών αλλά από τους servers των data centers της τεχνητής νοημοσύνης. Η αναλογία δεν είναι απλώς ενδεικτική, αλλά όπως υποστηρίζουν αρκετοί ερευνητές ανατριχιαστικά ακριβής.
Το πλαστικό DNA της τεχνητής νοημοσύνης
Η κεντρική ιδέα είναι απλή. Τα δισεκατομμύρια κείμενα και εικόνες που παράγονται από την τεχνητή νοημοσύνη μοιάζουν με τα πλαστικά σε τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά. Είναι συνθετικά, πανταχού παρόντα, εύπλαστα και μόνιμα. Και όπως τα πλαστικά, είναι ταυτόχρονα χρήσιμα και δυνητικά τοξικά.
Τα πλαστικά δεν υπήρχαν στη φύση. Τα δημιούργησε ο άνθρωπος ως παραπροϊόντα της επεξεργασίας υδρογονανθράκων για την παραγωγή πετρελαίου. Με τον ίδιο τρόπο, τα κείμενα, οι εικόνες και τα βίντεο που παράγει η γενετική τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι «φυσικά», δεν προέρχονται από βιωμένη εμπειρία, σκέψη ή δημιουργικότητα. Είναι στατιστικές συνθέσεις δισεκατομμυρίων ανθρώπινων δεδομένων, επεξεργασμένων από αλγορίθμους. Συνθετικά, όπως ακριβώς το πολυπροπυλένιο.
Πάμε τώρα στην αναλογία με την παρουσία των πλαστικών σε κάθε πτυχή του κόσμου μας (πανταχού παρόντα). Ρωτήστε τον εαυτό σας πόσες φορές την εβδομάδα διαβάζετε κείμενο που έχει γραφτεί, έστω εν μέρει, από τεχνητή νοημοσύνη; Πόσες εικόνες που βλέπετε στα social media είναι “AI-generated”; Η απάντηση είναι πολύ περισσότερες από όσες νομίζετε. Μετά το 2024, πάνω από το 50% των άρθρων και κειμένων του διαδικτύου γράφονται από τεχνητή νοημοσύνη. Το περιεχόμενο που παράγεται μέσω των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων βρίσκεται κυριολεκτικά παντού, ακριβώς όπως και το πλαστικό.
Το φαινόμενο αυτό έχει πλέον το δικό του όνομα: AI slop, κάτι σαν ο πολτός της τεχνητής νοημοσύνης. Πρόκειται για χαμηλής ποιότητας ψηφιακό περιεχόμενο που παράγεται συνήθως σε τεράστιες ποσότητες μέσω τεχνητής νοημοσύνης. Είναι το ψηφιακό ανάλογο των φθηνών πλαστικών μιας χρήσης: παράγεται μαζικά, χωρίς σχεδόν καμία προσπάθεια, με μοναδικό σκοπό να αποσπά προσοχή και διαφημιστικά έσοδα.
Η αναλογία αφορά και το πόσο εύπλαστο είναι το περιεχόμενο της τεχνητής νοημοσύνης. Τα πλαστικά παίρνουν οποιοδήποτε σχήμα. Η τεχνητή νοημοσύνη παράγει κείμενα, εικόνες, ήχους, κώδικα, μουσική, βίντεο. Αυτή η πλαστικότητα είναι ίσως ο πιο γοητευτικός και ο πιο επικίνδυνος χαρακτήρας της.
Η «μικροπλαστική» ρύπανση του διαδικτύου
Τα πλαστικά δεν εξαφανίζονται, παραμένουν για εκατοντάδες ή και χιλιάδες χρόνια στο περιβάλλον. Διασπώνται σε μικροσκοπικά τεμάχια, τα μικροπλαστικά, που διαπερνούν τα πάντα: το έδαφος, το νερό, τα ψάρια, τον άνθρωπο. Τα δημιουργήματα της γενετικής τεχνητής νοημοσύνης λειτουργούν ανάλογα. Δεν εξαφανίζονται από το διαδίκτυο. Αντίθετα, συσσωρεύονται διαρκώς. Και το πιο σημαντικό είναι ότι τροφοδοτούν τα δεδομένα εκπαίδευσης των επόμενων γενεών των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων. Η γενετική τεχνητή νοημοσύνη ταΐζεται με τα δικά της προϊόντα και αυτό είναι πολύ επικίνδυνο.
Γιατί; Διότι τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που εκπαιδεύονται σε συνθετικά δεδομένα αρχίζουν να παράγουν ολοένα και πιο παράλογα, ανούσια και αναξιόπιστα αποτελέσματα. Το ψηφιακό οικοσύστημα δηλητηριάζεται, όπως ακριβώς ο ωκεανός από τα μικροπλαστικά, οδηγώντας σε αυτό που πολλοί επιστήμονες ονομάζουν «κατάρρευση του μοντέλου» (model collapse).
Κι όπως αδυνατούμε να εντοπίσουμε αξιόπιστα τα μικροπλαστικά, έτσι και οι αλγόριθμοι ανίχνευσης AI-generated κειμένου αποτυγχάνουν σε ποσοστό που τους καθιστά επικίνδυνα αναξιόπιστους. Και όπως ένας καταναλωτής δεν μπορεί να δει τα μικροπλαστικά στο μπουκάλι νερό που πίνει, έτσι και ένας καθηγητής πανεπιστημίου δεν μπορεί να εντοπίσει με βεβαιότητα τα σημάδια του ChatGPT σε μία φοιτητική εργασία.
Εξίσου ανησυχητική είναι η αναλογία με τις ανισότητες. Η κρίση της πλαστικής ρύπανσης δεν χτυπά εξίσου όλους. Οι πλούσιες χώρες παράγουν και χρησιμοποιούν τα περισσότερα πλαστικά, αλλά οι φτωχές χώρες πληρώνουν το μεγαλύτερο περιβαλλοντικό τίμημα, γιατί δεν έχουν υποδομές διαχείρισης και γιατί οι εταιρείες εξάγουν εκεί τα απόβλητά τους. Με την τεχνητή νοημοσύνη αναπαράγεται το ίδιο μοτίβο. Οι μεγάλες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης είναι κυρίως αμερικάνικες, με μοντέλα εκπαιδευμένα κατά βάση σε αγγλόφωνα δεδομένα, με servers που καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες νερού και ενέργειας. Οι βιομηχανικές χρήσεις της τεχνητής νοημοσύνης αφορούν κυρίως τις ήδη πλούσιες και αναπτυγμένες χώρες. Αντίθετα, οι χώρες του Παγκόσμιου Νότου προσφέρουν εργαζόμενους με χαμηλές αμοιβές για να «καθαρίζουν» τα τοξικά περιεχόμενα από τα δεδομένα εκπαίδευσης και πληρώνουν αδρά, με χρήμα αλλά και με νερό και ενέργεια για τοπικά data centers, για να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες τεχνητής νοημοσύνης, παραχωρώντας κέρδη και ψηφιακή κυριαρχία σε 4-5 πολυεθνικές. Και οι χρήστες χωρίς πρόσβαση σε premium εργαλεία καταλήγουν να χρησιμοποιούν φθηνά, χαμηλής ποιότητας μοντέλα, παράγοντας χαμηλής ποιότητας «ψηφιακά πλαστικά» που επιδεινώνουν τις ανισότητες αντί να τις μειώνουν.
Και τέλος, το περιεχόμενο της γενετικής τεχνητής νοημοσύνης διεισδύει πλέον και σε χώρους που θεωρούνταν «προστατευμένοι» από τη μαζική παραγωγή: τα επιστημονικά περιοδικά. Μελέτη που ανέλυσε δημοσιεύσεις του 2023 εκτιμά ότι περίπου 1% όλων των ακαδημαϊκών άρθρων παγκοσμίως φέρει ανιχνεύσιμα ίχνη μεγάλων γλωσσικών μοντέλων , κι αυτό μόλις δώδεκα μήνες μετά την κυκλοφορία του ChatGPT. Όπως το παρθένο νησί Χέντερσον δεν γλίτωσε τα μικροπλαστικά, έτσι και η επιστημονική εργασία, ίσως το πιο «απομακρυσμένο» καταφύγιο αξιοπιστίας που διαθέτουμε, δεν φαίνεται να γλιτώνει από το ψηφιακό αντίστοιχο των μικροπλαστικών.
Κιβωτοί ανθρωπιάς και οριοθέτηση
Έχω γράψει πολλές φορές ότι πλέον δεν ζούμε σε έναν φυσικό κόσμο με πλαστική ρύπανση, αλλά σε ένα διαρκώς επεκτεινόμενο πλαστικό και τσιμεντένιο matrix στο οποίο επιβιώνουν νησίδες φυσικού περιβάλλοντος. Κάτι αντίστοιχο πάει να συμβεί και στο χώρο της πνευματικής δημιουργίας: ήδη είναι πολύ δύσκολο έως αδιανόητο να ξεχωρίσουμε την ανθρώπινη δημιουργικότητα στο matrix του διαδικτύου στο οποίο περνάμε κατά μέσο όρο 6 ώρες ημερησίως.
Εδώ όμως βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον σημείο. Τα πλαστικά επικράτησαν στον κόσμο γιατί είναι εξαιρετικά χρήσιμα. Η σύριγγα μιας χρήσης που εμπόδισε εκατομμύρια μολύνσεις, ο ορθοπεδικός νάρθηκας, η μεμβράνη που φιλτράρει το νερό σε φτωχές χώρες, είναι όλα πλαστικά.
Με την τεχνητή νοημοσύνη συμβαίνει ακριβώς το ίδιο. Για έναν ερευνητή στην Αφρική που δεν έχει πρόσβαση σε ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες ή σε επιστημονικούς επιμελητές αγγλικής γλώσσας, ένα μεγάλο γλωσσικό μοντέλο μπορεί να είναι καταλυτικό. Για έναν μαθητή με δυσλεξία, το text-to-speech αλλάζει τη σχέση του με τη γνώση. Για έναν δημοσιογράφο που αναλύει χιλιάδες έγγραφα, η τεχνητή νοημοσύνη είναι εργαλείο δημοκρατικοποίησης της πληροφορίας.
Ωστόσο τι σχέση έχουν οι χρήσιμες εφαρμογές του πλαστικού όπως οι νάρθηκες και οι σύριγγες με τα τρισεκατομμύρια πλαστικά μπουκάλια και κυπελάκια μίας χρήσης; Τι σχέση έχει η χρήση της γενετικής τεχνητής νοημοσύνης για έρευνα και επιμόρφωση με την άσκοπή καθημερινή της χρήση από εκατοντάδες εκατομμύρια χρήστες;
Το πρόβλημα δεν είναι ποτέ η εφεύρεση καθαυτή, αλλά ο τρόπος που αυτή εμπορευματοποιείται και εντάσσεται στα επιχειρηματικά μοντέλα, στις δεδομένες συνθήκες των καπιταλιστικών αγορών. Και δυστυχώς στην καθημερινή μας ζωή είναι αδύνατο να ξεχωρίσουμε την επιστημονική ανακάλυψη από τον τρόπο εμπορευματοποίησης της.
Τα πλαστικά είναι τόσο μέσα στη ζωή μας που έχουν πάψει να γίνονται αντιληπτά. Αυτή ακριβώς η αορατότητα είναι που τα έκανε τόσο επικίνδυνα. Η ανθρωπότητα χρειάστηκε δεκαετίες για να συνειδητοποιήσει το μέγεθος της πλαστικής ρύπανσης και ακόμα παλεύει να συμφωνήσει σε μια παγκόσμια συνθήκη για τα πλαστικά, αφού οι διαπραγματεύσεις του ΟΗΕ παραμένουν σε αδιέξοδο.
Κινδυνεύουμε να κάνουμε το ίδιο λάθος με την τεχνητή νοημοσύνη: να την αφομοιώσουμε τόσο βαθιά στην καθημερινότητά μας ώστε να χάσουμε την ικανότητα να την αμφισβητούμε και να την ελέγχουμε. Το ψηφιακό «πλαστικό» παράγεται σε ταχύτητες που κανένα εθνικό νομοθετικό σώμα δεν μπορεί να παρακολουθήσει μόνο του. Ο χρόνος μετράει αντίστροφα και πολύ πιο γρήγορα. Η θεσμοθέτηση ορίων δεν είναι επιλογή πολυτελείας. Χρειαζόμαστε άμεσα δεσμευτικούς διεθνείς κανόνες, υποχρεωτική σήμανση του AI-generated περιεχομένου, πρότυπα διαφάνειας για τα δεδομένα εκπαίδευσης, και παγκόσμιους μηχανισμούς ελέγχου και λογοδοσίας. Πάνω από όλα χρειαζόμαστε κιβωτούς ανθρωπιάς απέναντι στον κατακλυσμό της τεχνητής νοημοσύνης, πριν και πάνω από όλα στην εκπαίδευση. Μόνο που αυτή τη φορά δεν έχουμε άλλα εβδομήντα χρόνια στη διάθεσή μας.
(Ο Αντώνης Μαυρόπουλος είναι σύμβουλος κυκλικής οικονομίας και συγγραφέας. Το νέο του βιβλίο με τίτλο «Waste Side Stories Απόβλητοι – Απόβλητα και Μεταβολικά Ρήγματα» (εκδόσεις Τόπος) κυκλοφορεί ήδη στα βιβλιοπωλεία)































