Κυκλοφορεί τη Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου το νέο βιβλίο του ιστορικού και συγγραφέα Σπύρου Αλεξίου με τίτλο «Προδομένο Μεσολόγγι», από τις εκδόσεις «Τόπος». Το κείμενο επιμελήθηκε η Μαριάνα Τζιαντζή και προλογίζει ο Παντελής Μπουκάλας.
Με αφορμή τη συμπλήρωση 200 χρόνων από την «Έξοδο» ο συγγραφέας παρουσιάζει τα γεγονότα επιχειρώντας να φωτίσει τα δύο μεγάλα ερωτήματα που κατά κανόνα αγνοούνται: Γιατί δεν εξαντλήθηκαν, από τη μεριά της Ελληνικής κυβέρνησης, οι δυνατότητες ανεφοδιασμού των πολιορκημένων; Γιατί την κρίσιμη στιγμή της Εξόδου δεν υπήρξε καμία βοήθεια από τις Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις που βρίσκονταν έξω από το Μεσολόγγι; Ο συγγραφέας αναδεικνύοντας τις πρωτογενείς πηγές τις θέσεις Ελλήνων και ξένων ιστορικών παρουσιάζει τα συμπεράσματά του.
Το Dnews.gr προδημοσιεύει χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
«Αφθονία πηγών αλλά και… εφημερίδα!
Για τη Β΄ Πολιορκία του Μεσολογγίου έχουμε την τύχη να υπάρχει αφθονία πρωτογενών αλλά και δευτερογενών πηγών. Για κανένα άλλο γεγονός του 1821 δεν υπάρχει τόσο πλούσια βιβλιογραφία. Απομνημονεύματα πρωταγωνιστών, όπως του στρατηγού Σπυρομίλιου, στρατιωτικού διοικητή της πόλης, και των αγωνιστών Νικόλα Κασομούλη και Αρτέμιου Μίχου. Έργα Ελλήνων ιστορικών, ως πιο ολοκληρωμένο μπορούμε να θεωρήσουμε το ομώνυμο έργο του Δημήτρη Φωτιάδη. Αντίστοιχα, διαθέτουμε έργα και ξένων ιστορικών από τα οποία ξεχωρίζει η Ιστορία της πολιορκίας του Μεσολογγίου του ιστορικού, δημοσιογράφου και ποιητή Auguste Fabre που κυκλοφόρησε στο Παρίσι το 1827, μόλις έναν χρόνο μετά την Έξοδο, μέσα στο έντονα φορτισμένο κλίμα.
Σε αυτόν τον πλούτο πηγών έρχεται να προστεθεί και μια ξεχωριστή και πρωτόγνωρη για τον ελληνικό χώρο εκείνη την εποχή: Η εφημερίδα Ελληνικά Χρονικά που τυπωνόταν στο Μεσολόγγι.[...]
Τα Στρατιωτικά ενθυμήματα της επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833 του Ν. Κασομούλη είναι ένα κείμενο που δύσκολα διαβάζεται, δεν μπορεί να γίνει αγαπητό από το κοινό. Δεν έχει καν τη γραφικότητα της ακατέργαστης, λαϊκής γλώσσας των Απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη. Έχει όμως ένα άλλο, μεγάλο πλεονέκτημα: είναι η πιο κατατοπιστική και, κυρίως, η πιο αντικειμενική πηγή που έχουμε για μεγάλες στιγμές της Επανάστασης και προπάντων για τις δύο κορυφαίες: την πολιορκία του Μεσολογγίου και την εκστρατεία του Καραϊσκάκη το 1826-1827. Με τιμιότητα στέκεται απέναντι στα γεγονότα και στους πρωταγωνιστές, χωρίς να έχει ως πρωταρχικό μέλημα την ανάδειξη της προσωπικής του συμβολής, στοιχείο που συναντάμε κατά κόρον σε «απομνημονεύματα» δημόσιων προσώπων· [...]
Μια «τανάλια» που θα έπνιγε την Επανάσταση
Μπαίνοντας το 1825, θορυβημένη από την διπλωματική κινητικότητα σχετικά με το Ελληνικό Ζήτημα, η Υψηλή Πύλη επιδίωξε την πάση θυσία κατάπνιξη της Επανάστασης. Η συμμαχία με τον Μοχάμετ Άλι της Αιγύπτου είχε αρχίσει ήδη να υλοποιείται με απτά αποτελέσματα ενώ ο σουλτάνος διόρισε «Ρούμελη Βαλεσί», δηλαδή γενικό διοικητή των στρατιωτικών δυνάμεων στο ευρωπαϊκό τμήμα της αυτοκρατορίας, τον Ρεσίτ πασά (Κιουταχή).
Όλες αυτές οι κινήσεις ήταν στο πλαίσιο ενός ευρύτερου επιτελικού σχεδίου που είχε καταστρωθεί με τη συνδρομή κυρίως Ευρωπαίων αξιωματικών, όπως του επιτελάρχη του Ιμπραήμ, του Γάλλου συνταγματάρχη de Seve, που έφτασε στο σημείο να γίνει μουσουλμάνος και πήρε το όνομα Σουλεϊμάν πασάς. Στο σχέδιο συνέβαλαν με στρατιωτικό υλικό, πληροφορίες και ανοιχτή κατασκοπεία αγγλικές, γαλλικές και αυστριακές δυνάμεις. Ήξερε πολύ καλά τι έλεγε ο Σολωμός στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους»: «Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τόπ’ Άγγλου»…
«Στην ουσία έφτιαχναν μια τανάλια, με τη μία λαβή της, τη στρατιά του Ιμπραήμ, να κυριαρχεί στον Μοριά και την άλλη, τη στρατιά του Κιουταχή, να κατεβαίνει από τη Δυτική Ελλάδα και να φτάνει στην Κόρινθο το καλοκαίρι του 1825. Η μία λαβή έκλεισε, ο Ιμπραήμ ουσιαστικά περιόρισε την αντίσταση στην Πελοπόννησο· η άλλη όμως, ο Κιουταχής, κόλλησε μπροστά στον φράχτη του Μεσολογγίου, ακυρώνοντας και τη νίκη του Ιμπραήμ, ο οποίος υποχρεώθηκε να αφήσει τον Μοριά και να έρθει στο Μεσολόγγι».[...]
Πάνω από όλους όμως αρνήθηκαν να υπογράψουν την «Πράξη Υποτέλειας» στην Αγγλία αυτοί που έδιναν τη μάχη στην πρώτη γραμμή, οι καπετάνιοι της φρουράς του Μεσολογγίου. Ήταν ξεκάθαρη η επιλογή το αγγλικό προτεκτοράτο να έχει περιορισμένα σύνορα που άφηναν απέξω τη Ρούμελη ή την Ήπειρο. Ο στρατιωτικός διοικητής της φρουράς του Μεσολογγίου, στρατηγός Σπυρομίλιος, είναι σαφής: «Μεταξύ εις τα διάφορα κόμματα εκείνης της περιόδου ήτο και εν το οποίον επεθύμει την πτώσιν του Μεσολογγίου και όλης της Στερεάς Ελλάδος ώστε να δυνηθή ευκόλως να αποκατασταθή η Πελοπόννησος εν πριγκηπάτον ως τα της Μολδοβλαχίας».[...]
Όλοι έβλεπαν το προφανές…
Από τη λεπτομερή παρουσίαση της πορείας της πολιορκίας, της κατάστασης που επικρατούσε στα δύο στρατόπεδα και τη διαμόρφωση του συσχετισμού δυνάμεων γίνεται φανερό πως τον Οκτώβρη του 1825 στη Στερεά Ελλάδα, με επίκεντρο το Μεσολόγγι, η πλάστιγγα έγερνε σαφώς υπέρ των ελληνικών δυνάμεων από την άποψη των στρατηγικών θέσεων που κατείχαν, του ηθικού αλλά ακόμη και των αριθμών, σε έμψυχο και άψυχο υλικό. Η δράση του Καραϊσκάκη αλλά και του ελληνικού στόλου είχε αποκόψει τον Κιουταχή από τις πηγές ανεφοδιασμού του ενώ το σύνολο των ελληνικών δυνάμεων στα βασικά στρατόπεδα (Μεσολόγγι, Σάλωνα, Δραγαμέστο, Αττική) ισοσκέλιζε, αν δεν υπερέβαινε, τις 8.000-10.000 πολεμιστές του Κιουταχή. Και ο τελευταίος στρατιώτης ή απλός παρατηρητής κατανοούσε πως γύρω από το Μεσολόγγι κρινόταν όχι απλά η τύχη της Επανάστασης στο στρατιωτικό πεδίο αλλά και η ύπαρξη και η φυσιογνωμία του κρατικού μορφώματος που αυτή θα γεννούσε.
Αυτό το κατανόησε η οθωμανική εξουσία και γι’ αυτό προχώρησε σε πανστρατιά: Οι τουρκικές δυνάμεις στη Στερεά θα σπεύσουν σε ενίσχυση του Κιουταχή, ο Ιμπραήμ θα αποχωρήσει από τις θέσεις του στην Πελοπόννησο –ακυρώνοντας σε μεγάλο βαθμό τις νίκες του στο Κρεμμύδι, στη Σφακτηρία και στο Μανιάκι– για να βρεθεί έξω από το Μεσολόγγι ενώ στη θάλασσα θα συγκεντρωθούν, για πρώτη φορά, όλες οι δυνάμεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των υποτελών της: Δίπλα στην οθωμανική Αρμάδα θα συνταχθούν οι πολεμικοί στόλοι της Αιγύπτου, του Αλγερίου και της Τύνιδας, στην πραγματικότητα στόλοι κουρσάρων με μεγάλη ναυτική και πολεμική εμπειρία.
Και από την άλλη πλευρά; Ποια ήταν η αντίστοιχη τακτική της ελληνικής κυβέρνησης μπροστά στη μεγάλη ευκαιρία που παρουσιαζόταν, κατά γενική ομολογία σύγχρονων της Επανάστασης αλλά και μεταγενέστερων ιστορικών; Κινήθηκε στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση, με τέτοιο προκλητικό τρόπο που είναι αδύνατον να πιστέψει κανείς θεωρίες περί «λάθους»! [...]
Και τα εκατομμύρια οι χρυσές λίρες πού πήγαν; Ας μη σταθούμε στην τρομερή ρεμούλα που έγινε στα «εξοπλιστικά προγράμματα», δύο αιώνες τώρα ο όρος είναι ταυτισμένος με σκάνδαλα, ή τα ασύλληπτα ποσά που έφαγαν οι Άγγλοι τραπεζίτες ως «μεσιτεία» ή «παρακράτηση τόκων». Ένα μικρό μέρος από τις 42.000 χρυσές λίρες που τσέπωσαν ο Ορλάνδος και ο Λουριώτης, οι Έλληνες «διαπραγματευτές», ή από τις 37.000 λίρες προκαταβολή για τα κατορθώματα που… θα έκανε ο Cochrane ή από τις 35.000 λίρες που βούτηξε ο «ποιητής» John Bowring, γραμματέας του Φιλελληνικού Κομιτάτου… έφταναν και περίσσευαν για να σωθεί το Μεσολόγγι!
Το μεγαλύτερο όμως σκάνδαλο, το μεγαλύτερο μνημείο αμοραλισμού ήταν μπροστά. Όπως λέει η ανακοίνωση, η Διοίκηση «με ταχύτητα απεφάσισε να εκποιηθώσιν ικανά εθνικά κτήματα». Υπενθυμίζουμε πως τα «εθνικά κτήματα» ήταν οι εκτάσεις (κρατικές, θρησκευτικές, ιδιωτικές) που είχαν αφήσει οι Οθωμανοί και αποτελούσαν τον πόθο της πλειονότητας των αγωνιστών που ήλπιζαν, όταν θα γινόταν το «Ελληνικό», να πάρουν ένα κομμάτι γη και να ζήσουν ανθρώπινα. Με τη δικαιολογία του Μεσολογγίου, τώρα τα πουλούσαν. Ποιος είχε τη δυνατότητα να τα αγοράσει; Προφανώς, όχι οι ρακένδυτοι αγωνιστές, είναι βέβαιο πως θα κατέληγαν σε κοτζαμπάσηδες, εφοπλιστές και σε «ανερχόμενα» στρώματα.[...]
Η γυναίκα του Μεσολογγίου στον γραπτό και προφορικό λόγο
Η Ιστορία της Επανάστασης του 1821 βασίζεται κατά κύριο λόγο σε ανδρικές αφηγήσεις: απομνημονεύματα, στρατιωτικές αναφορές, επιστολές οπλαρχηγών και μαρτυρίες ιερωμένων. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στην περίπτωση του Μεσολογγίου, με την προσθήκη και της εφημερίδας. Δεν υπάρχουν γνωστά απομνημονεύματα Μεσολογγίτισσας γυναίκας· αν και συμμετείχαν ενεργά στην πολιορκία, η παράδοση, η εκπαίδευση, και η έμφυλη δομή της δημόσιας γραφής τις απέκλεισε από τη δυνατότητα καταγραφής των εμπειριών τους.
Η σιωπή αυτή είναι ενδεικτική των πολιτισμικών και κοινωνικών φραγμών της εποχής και εγείρει σημαντικά ερωτήματα για τη μνήμη, τη φωνή και την ορατότητα των γυναικών στην ιστορική αφήγηση. Αυτός ο αποκλεισμός δημιουργεί ένα μεγάλο ιστοριογραφικό κενό: η γυναικεία εμπειρία του πολέμου παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστη ή διαθλασμένη μέσα από ανδρικές φωνές. Αυτό το φαινόμενο μας υποχρεώνει να ερμηνεύσουμε διαφορετικά τα ιστορικά τεκμήρια – όχι μόνο βάσει του τι ειπώθηκε, αλλά και του τι δεν ειπώθηκε· να εντάξουμε τη σιωπή ως εργαλείο ανάγνωσης της ιστορικής εμπειρίας.
Η καθηγήτρια Νεότερης Ιστορίας του Α.Π.Θ. Έλλη Σκοπετέα σημειώνει:
«Οι γυναίκες του 1821, παρούσες στην πραγματικότητα, είναι απούσες από την Ιστορία… όχι γιατί δεν έδρασαν, αλλά γιατί η δράση τους δεν καταγράφηκε»
Έχει διατυπωθεί η άποψη πως η απουσία δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με αδυναμία· πολλές φορές η σιωπή των γυναικών λειτουργεί ως εκκωφαντική επιβεβαίωση της ηθικής υπεροχής. Η ιστορικός Νέλλη Ανδρικοπούλου υποστηρίζει αυτήν την άποψη:
«Η γυναικεία σιωπή δεν είναι παθητική· είναι μια πράξη αντίστασης στον ανδρικό λόγο που διεκδικεί το μονοπώλιο της Ιστορίας»
Η γυναικεία εμπειρία του Μεσολογγίου έχει διασωθεί κυρίως μέσω της προφορικής παράδοσης και των δημοτικών τραγουδιών. [...]
Αυτά τα τραγούδια λειτουργούν ως εναλλακτικές μορφές ιστορικής μνήμης, που μεταφέρουν την εμπειρία των γυναικών μέσα από τον ρυθμό και τον λόγο της κοινότητας. Ακόμη όμως κι αυτή η εναλλακτική μορφή δεν έχει μελετηθεί όσο θα άξιζε. Εκτός των έμφυλων στερεότυπων υπήρξε και μία ακόμη αιτία: Μετά την απελευθέρωση το επίσημο ελληνικό κράτος εμφάνισε ως πρότυπο τη γυναίκα που είχε χαρακτηριστικά την αθωότητα και την καρτερία, είχε ως ρόλο να είναι ο θεματοφύλακας των οικογενειακών και θρησκευτικών αξιών και φυσικά να ζει στην σκιά του άντρα – πρωταγωνιστή της κοινωνικής ζωής.[...]
Την αποσιώπηση, που επέβαλε το «εθνικό αφήγημα» που έβριθε έμφυλων στερεοτύπων, αμφισβήτησαν λογοτέχνες που επιχείρησαν να επαναπροσεγγίσουν τον ρόλο των γυναικών στο Μεσολόγγι, όχι πλέον ως συμβολικές μορφές αλλά ως ιστορικά πρόσωπα. Ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης δίνει τον λόγο στη «Μεσολογγίτισσα»:
«Δεν είχα φωνή, δεν ήξερα λόγο,
μόνο με τα μάτια μίλησα στον θάνατο·
κι ας μείνατε εσείς με τις γραφές σας…»
Η πατριαρχική δομή της υπόδουλης κοινωνίας δεν επέτρεπε στη γυναίκα τη δημόσια τοποθέτηση, «δεν είχα φωνή», αλλά και η ίδια, μακριά ακόμη κι από τη στοιχειώδη μόρφωση αισθανόταν αδύναμη να εκφραστεί, «δεν ήξερα λόγο». Η φωνή της γυναίκας στους στίχους του Καρυωτάκη δεν είναι πια σιωπηλή αλληγορία, αλλά μια ηχηρή διαμαρτυρία, μια ειρωνική υπενθύμιση της αποσιώπησης που υπέστη από την ίδια την Ιστορία στην κυρίαρχη αλλά και την εναλλακτική εκδοχή της.
Οι ενδεικτικές αυτές αναφορές αυτές δείχνουν πως οι γυναίκες του Μεσολογγίου δεν ήταν απλώς παρούσες στην Ιστορία· έγιναν διεθνή σύμβολα θυσίας, ελευθερίας και αρετής. Από την ευρωπαϊκή λογοτεχνία και ζωγραφική του 19ου αιώνα έως τη σύγχρονη μνημειακή και πολιτισμική ανάμνηση, οι γυναικείες μορφές συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας παγκόσμιας αφήγησης για τον αγώνα των Ελλήνων. Η αναγνώρισή τους ως φορέων Ιστορίας και όχι μόνο ως αλληγορικών μορφών παραμένει ζητούμενο και θα αποτελέσει ουσιώδες βήμα για την πλήρη κατανόηση της Επανάστασης του 1821.[...]































