Από τον Μάρκο Αυρήλιο που έγραφε να μην ανακατευόμαστε στις υποθέσεις των άλλων και να μην είμαστε πρόθυμοι να ακούμε συκοφαντίες, ως την ταινία κινουμένων σχεδίων Bambi, που το κουνελάκι λέει το μυθικό «Αν δεν έχεις τίποτα καλό, καλύτερα να μην πεις τίποτα», η συμβουλή μοιάζει να παραμένει η ίδια: μη μιλάς για τους άλλους. Γιατί το κουτσομπολιό μπορεί να επιβάλει κανόνες χωρίς να χρειάζεται επίσημη εξουσία — αλλά μπορεί επίσης να επιβάλει προκαταλήψεις ή να διαδώσει ψευδείς φήμες χωρίς να χρειάζεται αποδείξεις.
Στην ψυχολογία, το κουτσομπολιό δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως «κακή συνήθεια» αλλά ως ένα ανορθόδοξο σύστημα διάχυσης κοινωνικής πληροφορίας. Αρχικά δημιουργεί οικειότητα και εμπιστοσύνη μεταξύ αυτών που μοιράζονται την προσωπική πληροφορία κάποιου άλλου. Εδώ πρέπει να ξεχωρίσουμε δύο συγγενείς αλλά διαφορετικές επιθυμίες: να μάθω κάτι για έναν απόντα τρίτο και να αποκτήσω πρόσβαση σε κάτι που κανονικά δεν προοριζόταν για μένα. Να κοιτάξω λίγο μέσα από την κλειδαρότρυπα. Το πρώτο είναι ο πυρήνας του κουτσομπολιού• το δεύτερο πλησιάζει περισσότερο την ηδονοβλεπτική/παρατηρητική περιέργεια. Συχνά όμως συμπίπτουν, όπως σε μελέτες καθημερινής ζωής με χιλιάδες επεισόδια κουτσομπολιού: οι αποδέκτες δεν άκουγαν απλώς παθητικά• αναθεωρούσαν την εικόνα που είχαν για το πρόσωπο και τις προθέσεις τους να το βοηθήσουν ή να το αποφύγουν.
Δεν ενδιαφερόμαστε μόνο για το ποιος έκανε κάτι, αλλά για το τι συνέβη όταν το έκανε. Η ζωή των άλλων μετατρέπεται σε έναν κοινωνικό προσομοιωτή. Παρακολουθώντας τι συμβαίνει στους άλλους, μαθαίνουμε έμμεσα, μέσα από τη στρατηγική μάθηση, πώς λειτουργεί ο κοινωνικός κόσμος, χωρίς να υποστούμε τις συνέπειες. Γι’ αυτό και το κουτσομπολιό έχει σχεδόν πάντα αφηγηματική δομή. Δεν μεταδίδει απλώς δεδομένα. Μεταδίδει μικρές κοινωνικές ιστορίες με πρωταγωνιστές, κίνητρα, παραβάσεις, συνέπειες και αξιολογήσεις.
Ταυτόχρονα, η ματιά στην κλειδαρότρυπα δεν κοιτάζει μόνο τον άλλον. Κοιτάζει και εμένα και με συγκρίνει. Γι’ αυτό εκατομμύρια άνθρωποι μπορεί να ενδιαφερθούν για το διαζύγιο, τον καβγά ή την απιστία ενός ανθρώπου που δεν έχουν συναντήσει ποτέ. Θυμηθείτε το ζευγάρι στη συναυλία των Coldplay και πόσα μάθαμε ξαφνικά για τους γάμους, τα διαζύγια, τα σπίτια, τα χρήματα και τις καριέρες τους.
Και η κλειδαρότρυπα γίνεται ακόμη πιο ελκυστική όταν υπόσχεται πρόσβαση στο παρασκήνιο. Η ιδιωτική πληροφορία έχει μεγαλύτερη αξία ακριβώς επειδή δεν είναι διαθέσιμη σε όλους. «Έχεις μυστικά;» είχαν ρωτήσει κάποτε τη Μαλβίνα. «Ποιος δεν έχει;», είχε απαντήσει. Και ίσως ακριβώς εκεί βρίσκεται ένα μέρος της γοητείας της κλειδαρότρυπας. Η δημόσια συμπεριφορά ενός ανθρώπου είναι στρατηγικά ελεγχόμενη: ξέρει ότι τον βλέπουν και μπορεί να παρουσιάσει σκόπιμα μια καλύτερη εικόνα. Tο παρασκήνιο υπόσχεται κάτι εξαιρετικά ελκυστικό: τον «αληθινό» άνθρωπο πίσω από την κοινωνική παρουσίαση του εαυτού. Ποιος είναι όταν δεν τον βλέπει κανείς;
Αυτή η ακατανίκητη περιέργεια για τις ζωές των άλλων δεν είναι βέβαια καινούργια. Όπως τονίζει ο Harari στη Σύντομη Ιστορία της Ανθρωπότητας, αυτή η φαινομενικά ασήμαντη συνήθεια είχε πολύ μεγαλύτερη σημασία στην ανθρώπινη εξέλιξη. Χρησιμοποιεί το παράδειγμα των ακαδημαϊκών: όταν συναντώνται καθηγητές ιστορίας στο γεύμα ή π.χ. φυσικοί στα διαλείμματα ενός συνεδρίου, δεν συζητούν αναγκαστικά όλη την ώρα για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ή για τη φιλοσοφία της επιστήμης. Πολύ συχνά συζητούν για το ποιος απάτησε ποιον, ποιος τσακώθηκε με τον πρύτανη ή τι έκανε κάποιος συνάδελφος. Στη “gossip theory” που παρουσιάζει, η βασική ιδέα είναι ότι για ένα βαθιά κοινωνικό ζώο όπως ο Homo sapiens, η σημαντικότερη πληροφορία δεν είναι μόνο πού βρίσκεται το λιοντάρι ή η τροφή αλλά ποιον μπορεί να εμπιστευθεί.
Δεν πρόκειται για μια ασήμαντη ή κακόβουλη ανθρώπινη συνήθεια, αλλά για ένα είδος συστήματος κοινωνικής νοημοσύνης, καθοριστικό για τη συνεργασία ατόμων και ομάδων. Κάτι όχι εύκολο, αφού η κοινωνική ζωή είναι εξαιρετικά περίπλοκη, με 1.225 δυνητικές δυαδικές σχέσεις μεταξύ μόλις 50 ατόμων. Το κουτσομπολιό ήταν ένας πρωτόγονος μηχανισμός πληροφόρησης, που μας επέτρεψε να ξεχωρίζουμε ποιον μπορούμε να εμπιστευθούμε ώστε να λειτουργούμε μέσα σε μεγαλύτερες και πιο συνεκτικές ομάδες.
Και κάπως έτσι, εκείνοι που μεταφέρουν τέτοιες πληροφορίες μοιάζουν λίγο με τους πρώτους δημοσιογράφους: αποκαλύπτουν παραβάσεις και προστατεύουν την κοινωνία, παρότι δεν ήταν αυτός ο αρχικός τους στόχος. Ποιος εξαπάτησε; Ποιος εκμεταλλεύτηκε τους άλλους; Το κουτσομπολιό δεν είναι απλώς πικάντικο, αλλά ένα καμπανάκι που κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τη συμπεριφορά κάποιου.
Γιατί όμως μας τραβά ιδιαίτερα το αρνητικό κουτσομπολιό; Επειδή δεν έχουν όλες οι πληροφορίες για τους άλλους την ίδια κοινωνική αξία. «Ο Γιάννης έφαγε μακαρόνια» έχει σχεδόν μηδενική πληροφορία, αντίθετα «Ο Γιάννης έκλεψε τον συνέταιρό του» μπορεί να αλλάξει την αντίληψη που έχουμε για εκείνον. Κατά συνέπεια, η αρνητική κοινωνική πληροφορία μπορεί να έχει μεγαλύτερη διαγνωστική σημασία και να μας λέει περισσότερα για το αν κάποιος είναι αξιόπιστος ή επικίνδυνος για εμάς. Πρόσφατες ψυχολογικές μελέτες βρίσκουν γενικότερα ότι το αρνητικό, ηθικά φορτισμένο και υψηλής συναισθηματικής διέγερσης περιεχόμενο έχει ιδιαίτερη δυνατότητα διάδοσης — τόσο στο offline gossip όσο και στα social media.
Και όταν ο «Γιάννης» γίνεται διάσημος, το ενδιαφέρον είναι ακόμα μεγαλύτερο. Επιτρέπει κοινωνική παρατήρηση χωρίς προσωπικό κόστος. Μπορούμε να παρακολουθήσουμε, να συγκρίνουμε και να κρίνουμε όσα συμβαίνουν στη ζωή κάποιου άλλου χωρίς να εμπλεκόμαστε εμείς στις συνέπειές τους. Αν, μάλιστα, κάποιος που αντιλαμβάνομαι ως ανώτερό μου —πλουσιότερος, ωραιότερος, διασημότερος, περισσότερο επιτυχημένος— αποτύχει, η σχετική απόσταση ανάμεσά μας μειώνεται υποκειμενικά και μπορεί να αισθανθούμε ακόμα και ευχαρίστηση για τη δυστυχία του άλλου. Πρώτα κατασκευάζουμε τον celebrity ως εξαιρετικό και μετά αποκτούμε τεράστιο ενδιαφέρον για την αποκαθήλωσή του. Η πτώση επαναφέρει τον «εξαιρετικό» άνθρωπο στην κοινή ανθρώπινη κατάσταση. Όπως ακριβώς γίνεται και στα tabloids.
Υπάρχει όμως ένα τίμημα και για εκείνον που κουτσομπολεύει. Μελέτες δείχνουν ότι το να αποκτήσει κάποιος τη φήμη ανθρώπου που μεταδίδει αρνητικό κουτσομπολιό μπορεί να βλάψει και τη δική του κοινωνική εικόνα. Οι άλλοι μπορεί να είναι λιγότερο πιθανό να ζητήσουν τη συμβουλή του και να τον αντιλαμβάνονται ως λιγότερο ικανό.
Στο κουτσομπολιό ο άλλος είναι το θέμα. Αλλά εμείς είμαστε πάντα η δεύτερη είδηση. Μεταφέροντας την ιστορία του άλλου, αφηγούμαστε άθελά μας και ένα μικρό κομμάτι της δικής μας. Και κάπως έτσι, ο αγγελιοφόρος γίνεται μέρος του μηνύματος. Γι’ αυτό προσοχή: Μην πυροβολείτε τον πιανίστα.
Δρ Αλεξάνδρα Πάλλη
Κλινική ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια
@#alexpalli.psychologist































