Η ακρίβεια δεν είναι απλώς ένα οικονομικό πρόβλημα. Είναι ένα βαθιά πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα. Γιατί όταν το ενοίκιο, το σούπερ μάρκετ, η βενζίνη και ο λογαριασμός της ενέργειας απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος, το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο κοστίζει η ζωή. Είναι ποιος αποφασίζει για το κόστος της ζωής και ποια συμφέροντα υπερασπίζεται η πολιτεία.
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό δίλημμα: δημοκρατία ή ολιγαρχία; Οι πολλοί ή οι λίγοι;
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επιμένει σε μια πολιτική περιορισμένης και εκ των υστέρων παρέμβασης με τη μορφή επιδομάτων και προσωρινών μέτρων. Ακόμη και όταν αναγκάζεται να παρέμβει, η λογική παραμένει η ίδια: να μην ζημιωθούν οι ισχυροί παράγοντες της αγοράς και, τελικά, να μεταφερθεί σημαντικό μέρος του κόστους στον καταναλωτή.
Από την άλλη πλευρά η ΕΛ.Α.Σ. προτείνει μια διαφορετική λογική: άμεση παρέμβαση στην πηγή της ακρίβειας και όχι διαχείριση των συνεπειών της.
Στα καύσιμα, αυτό σημαίνει πλαφόν στo περιθώριo κέρδους των διυλιστηρίων, έκτακτη φορολόγηση των υπερκερδών, προσωρινή μείωση του ΕΦΚ και μείωση του ΦΠΑ. Το σχέδιο είναι να αξιοποιηθεί ο δημοσιονομικός χώρος όχι για να επιδοτούνται εκ των υστέρων οι υψηλές τιμές, αλλά για να μειωθούν οι ίδιες οι τιμές.
Στα τρόφιμα και τα είδη υγιεινής, η πρόταση είναι εξίσου συγκεκριμένη: ΦΠΑ 6% , ψηφιακό παρατηρητήριο τιμών σε ολόκληρη την αλυσίδα, από το χωράφι μέχρι το ράφι καθώς και δυνατότητα επιβολής ανώτατου περιθωρίου κέρδους σε κάθε κρίκο της εφοδιαστικής αλυσίδας. Γιατί μια μείωση των άμεσων φόρων χωρίς έλεγχο της αγοράς μπορεί απλώς να μετατραπεί σε αύξηση του περιθωρίου κέρδους.
Τέλος, υπάρχει η στέγη. Εκεί ίσως αποκαλύπτεται πιο καθαρά η κοινωνική διάσταση της κρίσης. Από τη μία βρίσκονται όσοι διαθέτουν ακίνητη περιουσία και από την άλλη όσοι εργαζόμενοι και συνταξιούχοι αναγκάζονται να διαθέτουν ένα μεγάλο μέρος του εισοδήματος τους για το ενοίκιο. Για την αντμετώπιση της στεγαστικής κρίσης η ΕΛ.Α.Σ. προτείνει ένα Εθνικό Σχέδιο Προσιτής Κατοικίας,με προστασία της πρώτης κατοικίας, πενήντα χιλιάδες νέες κοινωνικές κατοικίες και περιορισμούς στη βραχυχρόνια μίσθωση (airbnb).
Αυτό είναι τελικά το πολιτικό διακύβευμα.
Δεν αρκεί να ρωτάμε αν η κυβέρνηση παίρνει μέτρα. Πρέπει να ρωτάμε για ποιον παίρνει μέτρα. Αν η πολιτική που εφαρμόζει προστατεύει κυρίως τα κέρδη των ισχυρών και αφήνει τους πολλούς να προσαρμόζονται σε ολοένα υψηλότερες τιμές, τότε η οικονομία λειτουργεί για τα συμφέροντα των λίγων, αλλά η δημοκρατία υποχωρεί.
Γιατί δημοκρατία δεν είναι μόνο η ψήφος κάθε τέσσερα χρόνια. Είναι και το δικαίωμα του πολίτη να ζει με αξιοπρέπεια, να πληρώνει το ενοίκιό του, να γεμίζει το καλάθι του σούπερ μάρκετ, να θερμαίνει το σπίτι του και να μετακινείται χωρίς να αισθάνεται ότι κάθε μήνα γίνεται φτωχότερος.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν υπάρχει ακρίβεια. Είναι ποιος πληρώνει το κόστος της.
Τα εργαλεία που επιλέγει μία κυβέρνηση για την αντιμετώπιση της ακρίβειας αναδεικνύουν και τις πολιτικές της προτεραιότητες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η κυβέρνηση επιλέγει να προστατεύσει τα κέρδη των καρτέλ αντί να χρησιμοποιήσει θεσμούς και ρυθμίσεις που να προστατεύουν το λαϊκό εισόδημα και να ενισχύουν την ικανοποίηση βασικών αναγκών.
Αυτό είναι και το πραγματικό δίλημμα για την αντιμετώπιση της ακρίβειας. Δημοκρατία ή ολιγαρχία. Τα συμφέροντα των πολλών ή τα κέρδη των λίγων.
(Ο Γιώργος Σπανουδάκης είναι Αναπληρωτής Τομεάρχης Δημόσιας Διοίκησης Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης)
























