Για χρόνια μιλάμε στην Ελλάδα για ανάπτυξη. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο αν αυξάνεται το ΑΕΠ, αλλά ποιος παράγει αυτή την ανάπτυξη, ποιος συμμετέχει σε αυτήν και ποιος τελικά καρπώνεται τα οφέλη της. Μια οικονομία μπορεί να εμφανίζει θετικούς δείκτες, ενώ η μεσαία τάξη πιέζεται, ο ελεύθερος επαγγελματίας δυσκολεύεται και η μικρή επιχείρηση αγωνίζεται για ρευστότητα.
Ως άνθρωπος της αγοράς, θεωρώ ότι εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της επόμενης ημέρας: να καταστήσουμε ξανά τη μεσαία τάξη και τη μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα πρωταγωνιστές της παραγωγικής Ελλάδας. Αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί με έναν ακόμη κύκλο επιδομάτων και αποσπασματικών παρεμβάσεων. Απαιτεί αλλαγή παραγωγικού μοντέλου.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόταση του Αλέξη Τσίπρα για ένα Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Όχι ως ακόμη ένα κρατικό ταμείο, αλλά ως εργαλείο κινητοποίησης δημόσιων και ιδιωτικών πόρων προς δραστηριότητες με πραγματική αναπτυξιακή δυναμική. Η χρηματοδότηση πρέπει να φτάσει στην παραγωγική μικρή και μεσαία επιχείρηση. Σε εκείνον που διαθέτει ένα βιώσιμο επενδυτικό σχέδιο, αλλά όχι απεριόριστες εγγυήσεις. Στην επιχείρηση που θέλει να εκσυγχρονιστεί, να εξάγει, να προσλάβει και να μεγαλώσει. Οι διαθέσιμοι πόροι δεν μπορεί να καταλήγουν διαρκώς στους ίδιους και στους ισχυρότερους.
Παράλληλα, πρέπει να επιλέξουμε τους τομείς στους οποίους θέλουμε να πρωταγωνιστήσει η Ελλάδα την επόμενη δεκαετία: logistics και συνδυασμένες μεταφορές, σύγχρονο σιδηροδρομικό δίκτυο, ναυπηγεία και ναυπηγοεπισκευή, αγροδιατροφή και μεταποίηση, τουρισμός υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Κρίσιμο πεδίο είναι η ενέργεια και η αποθήκευση ενέργειας, όχι μόνο ως επενδυτικός κλάδος αλλά ως εργαλείο μείωσης του ενεργειακού κόστους. Η καλύτερη αξιοποίηση και αποθήκευση της φθηνότερης παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές μπορεί να συμβάλει σε ένα σταθερότερο και ανταγωνιστικότερο ενεργειακό σύστημα. Για τη μικρομεσαία επιχείρηση, το κόστος ενέργειας είναι πλέον ζήτημα ανταγωνιστικότητας και συχνά βιωσιμότητας.
Στο νέο παραγωγικό μοντέλο πρέπει να έχουν κεντρική θέση η τεχνολογία και η Τεχνητή Νοημοσύνη. Η Ελλάδα δεν μπορεί να παρακολουθεί την τεχνολογική αλλαγή απλώς ως καταναλωτής εφαρμογών που αναπτύσσονται αλλού. Χρειάζονται επενδύσεις σε ψηφιακές υποδομές, έρευνα, ανθρώπινο κεφάλαιο και εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης στην παραγωγή. Κυρίως, όμως, χρειάζεται πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε αυτές τις τεχνολογίες, ώστε να μειώσουν κόστος, να αυξήσουν παραγωγικότητα και να αποκτήσουν πρόσβαση σε νέες αγορές.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν πρέπει να αποτελέσει προνόμιο των μεγάλων, αλλά εργαλείο παραγωγικότητας για ολόκληρη την οικονομία. Κεντρική θέση πρέπει να έχει ξανά και η βιομηχανία. Σύγχρονες βιομηχανικές ζώνες, εφαρμοσμένη έρευνα, σύνδεση πανεπιστημίων και επιχειρήσεων, ενιαίος φορέας βιομηχανικής πολιτικής και ένα αυτοτελές εθνικό εργαλείο χρηματοδότησης της βιομηχανικής έρευνας και ανάπτυξης.
Γιατί η καινοτομία αποκτά αξία όταν μετατρέπεται σε προϊόν, παραγωγή και εξαγωγή. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα που γνωρίζει καλά όποιος έχει σχέση με την αγορά: η πρόσβαση στη χρηματοδότηση. Πολλές μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν δυσμενέστερους όρους από τις μεγαλύτερες. Ένα βιώσιμο επιχειρηματικό σχέδιο μπορεί να μη χρηματοδοτείται όχι επειδή δεν έχει προοπτική, αλλά επειδή ο επιχειρηματίας δεν διαθέτει επαρκείς εμπράγματες εξασφαλίσεις.
Χρειάζεται διαφορετική στόχευση των πόρων του ΕΣΠΑ, το Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης και μια ισχυρότερη Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, με χρηματοδοτικά και εγγυοδοτικά εργαλεία που θα φτάνουν πραγματικά στην αγορά. Η αξιολόγηση πρέπει να βασίζεται περισσότερο στη βιωσιμότητα, στις ταμειακές ροές και στο επιχειρηματικό σχέδιο και λιγότερο στην ακίνητη περιουσία του επιχειρηματία.
Γιατί η ανάπτυξη πρέπει να επιτρέπει στη μικρή επιχείρηση να γίνει μεσαία και στη μεσαία να μεγαλώσει. Η χρηματοδότηση, ωστόσο, δεν αρκεί. Η Ελλάδα χρειάζεται οικονομική ασφάλεια. Οικονομική ασφάλεια σημαίνει κανόνες ίδιους για όλους. Διαφάνεια, πραγματικό ανταγωνισμό, σταθερό φορολογικό και επενδυτικό περιβάλλον, αποτελεσματική δημόσια διοίκηση και, πάνω απ’ όλα, Δικαιοσύνη που λειτουργεί και αποφασίζει γρήγορα. Για τον επιχειρηματία, η ταχύτητα απονομής της Δικαιοσύνης είναι κόστος και επενδυτικό ρίσκο.
Μια πολυετής εμπορική διαφορά αποτελεί επιβάρυνση για μια μεγάλη εταιρεία· για μια μικρή επιχείρηση μπορεί να γίνει ζήτημα επιβίωσης. Χρειαζόμαστε ταχύτερες και ψηφιοποιημένες διαδικασίες, εξειδίκευση στις εμπορικές και επενδυτικές διαφορές και ουσιαστική αξιοποίηση της διαμεσολάβησης, χωρίς καμία έκπτωση στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Όχι ασφάλεια για τους λίγους. Ασφάλεια κανόνων για όλους.
Εδώ βρίσκεται και η ουσιαστική σύνδεση με τη μεσαία τάξη. Η μεσαία τάξη δεν θα ενισχυθεί μόνο με προσωρινές ελαφρύνσεις. Θα ενισχυθεί όταν δημιουργηθούν περισσότερες και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, όταν ο επαγγελματίας μπορεί να δημιουργήσει και να αναπτύξει τη δική του επιχείρηση και όταν η παραγωγικότητα μεταφράζεται σε καλύτερους μισθούς και μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα.
Η ενίσχυση της μεσαίας τάξης είναι το αποτέλεσμα μιας οικονομίας που παράγει, επενδύει, καινοτομεί και εξάγει. Χρειαζόμαστε, τελικά, μια διαφορετική αντίληψη για την ανάπτυξη: από την οικονομία των λίγων στην παραγωγική οικονομία των πολλών. Μια οικονομία στην οποία η μεσαία τάξη δεν θα βρίσκεται μονίμως σε άμυνα και η μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα θα αντιμετωπίζεται ως αυτό που πραγματικά είναι: η παραγωγική ραχοκοκαλιά της χώρας.
Η Ελλάδα της επόμενης δεκαετίας χρειάζεται ανάπτυξη, επενδύσεις, τεχνολογία και επιχειρηματικότητα. Χρειάζεται όμως και μια νέα οικονομική ασφάλεια: ένα πλαίσιο που θα δίνει ευκαιρίες στους πολλούς και όχι προνόμια στους λίγους.
(Ο Κώστας Μπουλμέτης είναι Στέλεχος της αγοράς – Διευθυντής Γραφείου Γραμματέα της ΕΛ.ΑΣ.)






























