Τα κόμματα συνηθίζουν να απευθύνονται στους πολίτες, προτείνοντας μέτρα για την βελτίωση της ζωής τους. Είτε στη διάρκεια του κυβερνητικού κύκλου είτε πριν από τις εκλογές οι ηγεσίες των κομμάτων διαγκωνίζονται να υποδείξουν μέτρα για την καθημερινότητα των ανθρώπων, μέτρα που οι πολίτες προσπερνούν, αρκετό καιρό τώρα, χωρίς ιδιαίτερα ρίγη συγκίνησης. Πρόκειται για αποσπασματικές ιδέες που, κατά κανόνα, αφορούν σε επί μέρους κοινωνικές ομάδες, ατάκτως ερριμένες, χωρίς να υπηρετούν ένα συνολικό πολιτικό σχέδιο για τη χώρα και το λαό μας.
Των ανακοινώσεων έπονται διαξιφισμοί για την καταλληλότητα των μέτρων εκάστου, οι οποίοι συνοδεύονται πρωτίστως από το βαρύγδουπο κυβερνητικό ερώτημα αν κοστολογήθηκαν οι προτάσεις της αντιπολίτευσης κι αν εξασφαλίσθηκαν οι πηγές χρηματοδότησής τους.
Μπορεί να ακούσουμε κάτι για τις συντάξεις, τις στεγαστικές ανάγκες των νέων, τον ΦΠΑ ή για φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά, περιέργως πως, δεν θα ακούσουμε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο μεταρρυθμίσεων και αλλαγών για την κοινωνική δικαιοσύνη στη χώρα, για τη Δικαιοσύνη ως εξουσία, που δεν υποτάσσεται σε κυβερνητικές απαιτήσεις, αλλά ανυψούται σε οχυρό της Δημοκρατίας, των πολιτών και των δικαιωμάτων τους. Δεν θα ακούσουμε, ακόμη, κάτι για ένα γενικό σχέδιο για το κράτος και το κοινωνικό κράτος, για την επαναθέσμιση της Δημοκρατίας, για την σύνολη αναδιοργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος.
Η ανακοίνωση μέτρων μπορεί να ταιριάζει σε ένα συντηρητικό κόμμα που κυβερνά και στοχεύει μόνο σε διευθετήσεις εντός του υπάρχοντος πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού συστήματος. Δεν επιδιώκει καμιά αλλαγή και καμία ανατροπή. Δεν είναι, όμως, συμβατό με την αποστολή των προοδευτικών κομμάτων, που επαγγέλλονται την πολιτική αλλαγή, το ότι διακατέχονται από την ίδια συνήθεια και νοοτροπία.
Όταν αναγγέλλεις την πολιτική αλλαγή, δηλώνεις μια δυναμική κίνηση προς τα εμπρός, διακηρύσσεις μια νέα εποχή. Είναι μια έφοδος στο μέλλον και η υποχρέωσή σου είναι να το περιγράψεις. Να δείξεις τον κόσμο που φαντάζεσαι και το πολιτικό σχέδιο για να τον δημιουργήσεις. Τα προοδευτικά κόμματα δεν φαίνεται να αντιλαμβάνονται αυτήν την αλήθεια, δυσκολεύονται να διακρίνουν το μείζον από το έλασσον.
Θα ήταν χρήσιμα μερικά παραδείγματα.
Στη διάρκεια της δημοσιονομικής κρίσης και τώρα, κατά την επτάχρονη δεξιά διακυβέρνηση, το κράτος όχι απλώς συρρικνώθηκε, αλλά κυρίως αποδομήθηκε. Στις παραδοσιακές δυσμορφίες του, όπως η γραφειοκρατία, ο συγκεντρωτισμός και η αδιαφάνεια, προστέθηκε η συστηματική αφαίρεση αρμοδιοτήτων του και η μεταφορά τους σε ιδιώτες. Μεγάλο μέρος λ. χ. του νομοπαρασκευαστικού έργου ανατέθηκε σε εταιρείες, ο υπολογισμός, η έκδοση, η διόρθωση συντάξεων δεν γίνεται από υπαλλήλους του ΕΦΚΑ, αλλά από ιδιώτη που δημιούργησε και το σχετικό λογισμικό. Σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας λείπουν από τον ανταγωνισμό δημόσιοι φορείς, γιατί καταργήθηκαν, με αποτέλεσμα να είναι δυσκολότερη η προστασία δημοσίων αγαθών.
Σοβαρές διοικητικές ικανότητες και τεχνογνωσία χάθηκαν, έπαψε να παράγεται νέα γνώση σε πολλά αντικείμενα, η θεσμική μνήμη του κράτους αντιμετωπίζει ασυνέχειες.
Μπροστά σε αυτήν την απορρύθμιση και αποδόμηση του κράτους, εμφανίζονται οι προοδευτικές δυνάμεις να προτείνουν μέτρα για την οικονομία και την κοινωνία, η εφαρμογή των οποίων προϋποθέτει ανασυνταγμένο κράτος. Έλεγχος ενδοομιλικών συναλλαγών. Μάλιστα. Διαμόρφωση ενός νέου παραγωγικού μοντέλου. Σπουδαία. Περιφερειακή ανάπτυξη. Σύμφωνοι. Καταπολέμηση της διαφθοράς. Ανάγκη πρώτη. Όλα αυτά που ενδεικτικά αναφέρω ως προτάσεις του προοδευτικού χώρου, προϋποθέτουν ένα άλλο κράτος, ριζικά αναδιοργανωμένους διοικητικούς μηχανισμούς, αποτελεσματικούς να υπηρετούν συγκεκριμένους στόχους.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης παρουσιάζουν μερικές στοχευμένες παρεμβάσεις, αλλά δεν παρουσιάζουν ένα ολικό σχέδιο για την ανασυγκρότηση του κράτους, ένα πλήρες πρόγραμμα για μια ριζική διοικητική μεταρρύθμιση, που οδηγεί σε ένα κράτος “στρατηγείο”, ικανό να διορθώνει τις αγορές και τις ανισότητες που παράγουν, να επιβάλλει δικαιοσύνη, να υπηρετεί την διαφάνεια.
Οι περισσότεροι, ακόμη και η κυβερνώσα συντήρηση, συγκλίνουν στη θεσμοθέτηση Εθνικού Απολυτηρίου και πεισμόνως παρουσιάζουν ως σημαντική τομή την αλλαγή πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Θεωρούν λανθασμένα ότι αυτό το μέτρο βελτιώνει την ποιότητα του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Και στέκουν εκεί.
Απουσιάζει μια συνολικότερη αντίληψη για τον αναγκαίο επανασχεδιασμό του εκπαιδευτικού μας συστήματος, την ώρα που προ οφθαλμών της προοδευτικής αντιπολίτευσης θα έπρεπε να βρίσκονται τα συμπεράσματα των διεθνών ερευνών PISA για τις επιδόσεις των μαθητών, με πιο πρόσφατη αυτή του 2025. Όταν οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών εξακολουθούν να υπολείπονται του μέσου όρου των άλλων χωρών, όταν τα μισά περίπου από τα Ελληνόπουλα που συμμετείχαν στον διεθνή διαγωνισμό δυσκολεύονται στην κατανόηση κειμένου, όταν αυξάνεται η εξάρτηση των παιδιών από το κινητό και τον υπολογιστή και η ιδιωτικοποίηση τα εγκαθιστά στη χώρα της μοναξιάς, όταν το γλωσσικό αισθητήριο μικρών και μεγάλων ακρωτηριάζεται από εκπομπές “υψηλής αισθητικής” και “πνευματικής έντασης”, τότε υποχρέωσή σου, ως φορέας της αλλαγής, είναι να διακηρύξεις την ανάγκη μιας μορφωτικής επανάστασης, στο κέντρο της οποίας θα βρίσκεται η αναγέννηση του εκπαιδευτικού συστήματος.
Μαζί με τις διαπιστώσεις για τη μείωση του μαθητικού πληθυσμού και των σχολείων, ας αφηγηθούν οι προοδευτικές φωνές ένα πλήρες σχέδιο εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Επείγει μια ρηξικέλευθη πρόταση που θα περιλαμβάνει την αναμόρφωση των αναλυτικών προγραμμάτων, με έμφαση στις ανθρωπιστικές σπουδές, που εξαρχής θα ανασχεδιάζει τις εισαγωγικές και δια βίου επιμορφωτικές διαδικασίες, για να επιστρέψει ο φωτισμένος δάσκαλος στο κέντρο του σχολείου όλων των βαθμίδων, που θα ξαναορίσει το θεσμικό πλαίσιο για τη λειτουργία της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, που θα μετατρέπει τις διαδικασίες αξιολόγησης στην πιο ουσιαστική ενίσχυση του δημόσιου σχολείου.
Τελευταίο ενδεικτικό παράδειγμα. Η αντιπολίτευση καταγγέλλει-και ορθά- την κυβέρνηση για κακοποίηση της Δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, για παραβιάσεις της νομιμότητας και της συνταγματικής τάξης. Αλλά την ίδια ώρα, στις προεκλογικές της επαγγελίες δεν παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την εμβάθυνση της Δημοκρατίας, για βελτιώσεις στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, για την αντιμετώπιση της διαφθοράς και της διαπλοκής και για τον αναγκαίο έλεγχο του κοινωνικού σώματος στα κέντρα λήψης των αποφάσεων.
Όταν θέλουμε να αλλάξουμε τη χώρα δεν μετρολογούμε αποσπασματικά, διαθέτουμε εμπνευσμένο πολιτικό σχέδιο, μέσα από το οποίο δείχνουμε στους πολίτες πώς είναι η κοινωνία και η Δημοκρατία που ονειρευόμαστε, πώς είναι η Πολιτεία που η αλλαγή θα δημιουργήσει.
(Ο Χάρης Καστανίδης είναι πρώην υπουργός και βουλευτής- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από "Το Βήμα")




























