Οι αναφορές του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, κατά τη συνέντευξη τύπου στη ΔΕΘ, σε θέματα εθνικής ασφάλειας περιείχαν ορισμένα θετικά στοιχεία, αλλά και πλήθος ασαφειών και ανακριβειών.
Στη θετική πλευρά, πιστώνεται στον Πρωθυπουργό η ρεαλιστική (ίσως και αναπόφευκτη) διατύπωση ότι «η εξωτερική πολιτική είναι πολύ πιο σύνθετη» από τις βιαστικές ερμηνείες ότι «επειδή η συμφωνία της Μέκκας μπορεί να φέρει πιο κοντά, ενδεχομένως, τη Σαουδική Αραβία με την Τουρκία, αυτόματα εμείς παίρνουμε αποστάσεις». Έχει δίκιο, επίσης, ο κ. Ο Μητσοτάκης να συμπληρώνει ότι είναι καλύτερα, «όταν μιλάμε για την εξωτερική πολιτική, να μην περιοριζόμαστε μόνο στο ζήτημα των σχέσεων της Ελλάδας με την Τουρκία». Ταυτόχρονα, είναι χρήσιμη, στην τρέχουσα περίοδο διεθνών ανακατατάξεων, η υπενθύμιση πως η συμμετοχή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ «είναι ωφέλιμη για τα εθνικά συμφέροντα». (Βέβαια, δεν εξήγησε γιατί -σε αντίθεση με όλους ανεξαιρέτως τους προκατόχους του μετά την επανένταξη στο ΝΑΤΟ το 1980- δεν προσπαθεί να εξισορροπήσει τις πολλές μονομερείς ενέργειες του Γενικού Γραμματέα και της Διεθνούς Γραμματείας της Συμμαχίας υπέρ της Άγκυρας).
Όμως, η αρνητική πλευρά των δηλώσεων στη ΔΕΘ υπερτερεί της θετικής και δεν δικαιολογείται για έναν Πρωθυπουργό που έχει ήδη εισέλθει στο όγδοο έτος της θητείας του.
Η μέγιστη αυταπάτη
Πρώτα από όλα, αποτελεί μέγιστη αυταπάτη (αν το πιστεύει) ή απαράδεκτο ψεύδος (αν ψηφοθηρεί) ότι οι σχέσεις της Ελλάδας, με τις χώρες της Βόρειας Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και του Κόλπου, «σε μεγάλο βαθμό οικοδομούνται μέσα από τη δημιουργία προσωπικών σχέσεων εμπιστοσύνης, που έχω αναπτύξει με τις ηγεσίες αυτών των χωρών». Ενίοτε, η «προσωπική χημεία» διευκολύνει τους χειρισμούς, αλλά αλίμονο αν ο -εκάστοτε- Πρωθυπουργός εγκλωβίζεται στον εγωισμό ότι, με αυτόν τον τρόπο, επηρεάζει (…«σε μεγάλο βαθμό»!) τα συμφέροντα ισχυρών κρατών.
Πέρα από την προφανή έλλειψη σεμνότητας, είναι επικίνδυνο να θεωρεί ότι οι ξένοι ηγέτες και διπλωμάτες γοητεύονται και αλλάζουν θέσεις τόσο εύκολα. Για παράδειγμα, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, Μπενιαμίν Νετανιάχου, είχε άριστες σχέσεις, διαδοχικά, με τους Γιώργο Παπανδρέου και Αντώνη Σαμαρά και ακόμη και με την Αλέξη Τσίπρα, της Αριστεράς με τα σύνδρομα δεκαετιών κατά του Τελ Αβίβ. Όντως, η σχέση Μητσοτάκη-Νετανιάχου εμφανίζεται θερμότερη (βοηθά και η μακρά διάρκεια των θητειών τους), αλλά πόσο πιο ωφέλιμη είναι για τα ελληνικά συμφέροντα συγκριτικά με την περίοδο 2010-2019; Προ ημερών, ανώτερος αξιωματούχος του ισραηλινού υπουργείου Άμυνας διευκρίνισε ότι η πώληση του συστήματος αεράμυνας -αξίας €3,1 δις- στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις δεν προβλέπει την αποδέσμευση του λεγόμενου «πηγαίου κώδικα» για τη διοίκηση και τον έλεγχο του. Η αποκάλυψη του αξιωματούχου -για το κατά τ' άλλα προηγμένο και χρησιμοποιούμενο σύστημα- διαψεύδει τον εμφατικό (δύο φορές) ισχυρισμό του κ. Μητσοτάκη στη ΔΕΘ ότι η απόφαση του ΚΥΣΕΑ «εισηγήθηκαν οι ειδικοί του υπουργείου Εθνικής Άμυνας και αυτό κάναμε». Γιατί οι ίδιοι ειδικοί υπογράμμισαν στις εισηγήσεις τους, ως προηγούμενο απαράβατο όρο, την παραχώρηση και του πολύτιμου «πηγαίου κώδικα». Δεν χρησιμοποίησε καν, στο θέμα αυτό, ο Πρωθυπουργός τη «σε μέγιστο βαθμό» πειθώ προς τον κ. Νετανιάχου ή απέτυχε;
Παράλληλα, ως προς την Αίγυπτο, όλοι οι Έλληνες Πρωθυπουργοί είχαν προσωπικές σχέσεις με τους Προέδρους Σαντάτ, Μουμπάρακ και αλ Σίσι. Και, στο διπλωματικό παρασκήνιο των ημερών μας με την Αίγυπτο, είναι γνωστές διάφορες αμοιβές αβρότητες που δεν έχουν δει το φως της δημοσιότητας. Μεταξύ αυτών, μία αναφορά του προέδρου, αλ Σίσι, στο συμβολικό στοιχείο της καταγωγής ενός μέλους της ευρύτερης πρωθυπουργικής οικογένειας από την Ελληνική Κοινότητα της Αιγύπτου. Είχε, επίσης, μεταφέρει την ειλικρινή αγωνία του, όταν ο Πρωθυπουργός ασθένησε με Covid το Μάρτιο του 2022 και, το 2023, ευχαρίστησε τον κ. Μητσοτάκη για την ευγενή χειρονομία αποστολής ενός συμβολικού δώρου. Αυτές και άλλες κινήσεις «προσωπικής εμπιστοσύνης» (κατά την έκφραση στη ΔΕΘ) δεν απέτρεψαν τον κ. αλ Σίσι από τη μεγάλη στροφή αποκατάστασης του συνδέσμου της χώρας του με την Τουρκία το Φεβρουάριο του 2026.
Παρόμοια είναι η κατάσταση με τη Σαουδική Αραβία. Τ ον Ιούλιο του 2022, μετά τις συνομιλίες του κ. Μητσοτάκη με τον πρίγκιπα-διάδοχο, Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν, οι διαρροές από το Μέγαρο Μαξίμου προανήγγειλαν συμφωνίες μέσων επενδύσεων € 4 δισεκατομμυρίων, αλλά το 2024 και το 2025 δεν ξεπέρασαν τα € 12 εκατομμύρια. Και, καθώς ο Πρωθυπουργός δήλωσε ότι θα ολοκληρωθεί σύντομα το Ριάντ, θα είναι χρήσιμο να επιστρέψει με την εξόφληση (όπως άλλωστε προβλέπεται από τις διμερείς διευθετήσεις του 2021) της μεγάλης σαουδαραβικής οφειλής από τη χρήση των ελληνικών Patriot . Σύμφωνα με μετροπαθείς εμπειρογνώμονες, πρέπει να καταβληθούν άνω των € 35 εκατ., αλλά αν προστεθεί το κόστος των πολλών βλημάτων που -όπως δημόσια έχει ανακοινωθεί- εκτοξεύονται, τότε οι απαιτούμενες χρηματικές επιστροφές στην Ελλάδα υπερδιπλασιάζονται.
Τα Ελληνοτουρκικά
Στο κεφάλαιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ο Πρωθυπουργός συντηρεί μία επικίνδυνη -σε στυλ Βαρουφάκη- «δημιουργική ασάφεια». Στην αρχή της θητείας του και για μακρύ χρονικό διάστημα, μίλησε για «κύρια» (αντί, σύμφωνα με την πάγια υπερκομματική γραμμή, για «μοναδική»), διαφορά με την Τουρκία, η οποία είναι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ. Στη φετινή ΔΕΘ, εισήγαγε τη νέα ορολογία «μεγάλη διαφορά». Επισήμανε δε ότι «δεν πρόκειται ποτέ να μπω σε συζήτηση για ζητήματα που η Τουρκία θέτει, τα οποία αποτελούν μη ζητήματα για την ελληνική πολιτεία». Πολύ σωστά το διευκρίνισε ο κ. Μητσοτάκης, αλλά με καθυστέρηση 4,5 ετών. Παραμένει άγνωστο γιατί είχε αποφύγει να διαψεύσει κατηγορηματικά τους τουρκικούς ισχυρισμούς, περί συζήτησης εφ' όλης της ύλης, μετά τη συνάντησή του με τον πρόεδρο Ρ.Τ. Ερντογάν το Μάρτιο του 2022.
Αναλόγως, ο Πρωθυπουργός ορθώς τόνισε στη Θεσσαλονίκη πως «η Ελλάδα διατηρεί το αναφαίρετο δικαίωμα να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα έως τα 12 μίλια, όποτε και όπως το κρίνει». Δεν εξήγησε, πάντως, τους λόγους που «ξέχναγε» να δηλώνει το ίδιο κατά τη διάρκεια του ασαφούς διαλόγου των υπουργών Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη και Χακάν Φιντάν, και όσο ίσχυε (;) η Διακήρυξη των Αθηνών. Ο κ. Ο Μητσοτάκης επέκρινε σωστά την Τουρκία και για τα παράνομα θαλάσσια πάρκα της, αλλά δεν έχει δηλώσει το χρόνο επίσημης θεσμοθέτησης του «Εθνικού Θαλάσσιου Πάρκου Νοτίου Αιγαίου 1-Νότιες Κυκλάδες». Θεωρητικά, το Προεδρικό Διάταγμα για την οριοθέτηση και την προστασία του είναι έτοιμο από τις αρχές Μαΐου φέτος. Ο δε αρμόδιος υπουργός, Σταύρος Παπασταύρου, έχει υπογράψει την υπογραφή και προώθησή του στο Συμβούλιο της Επικρατείας 15 Ιουλίου 2026. Πλησιάζουμε πλέον στα μέσα Σεπτεμβρίου, χωρίς να δημιουργείται η -υποτίθεται επείγουσα- κυβερνητική.
Το εξοπλιστικό πρόγραμμα
Ως προς την εθνική άμυνα, ο κ. Ο Μητσοτάκης δεν επανέλαβε μεν στη ΔΕΘ την αστήρικτη προπαγάνδα περί του «μεγαλύτερου εξοπλισμού προγράμματος στην ιστορία» (τι να λένε στους ουρανούς οι Κωνσταντίνος Καραμανλής και Ευάγγελος Αβέρωφ με το ρεκόρ αμυντικών δαπανών 6,7% της ΑΕΠ έναντι του σημερινού σχεδόν 3,5%), παρουσίασε μια πρωτόγονη εικόνα. Ενώ βρισκόμαστε ακόμα στο 2026, παρουσιάζει την ισχύ που οι Ένοπλες Δυνάμεις θα έχουν, χάρη στο υστέρημα των Ελλήνων φορολογουμένων, το 2030. Όπως έχει δημόσια σημειώσει και ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας, οι φρεγάτες FDI που είναι ισχυρές, διεθνώς, στην κατηγορία τους, όταν θα φτάσουν στο τεχνικό επίπεδο «Standard 2++». Οι συγκεκριμένες μετατροπές και αναβαθμίσεις που θα γίνουν, σταδιακά, από το καλοκαίρι του 2029 ως το Μάρτιο του 2030. Ο κ. Ο Μητσοτάκης ανέφερε επιπλέον στη ΔΕΘ (σε ενεστώτα χρόνο) πως η χώρα « έχει καταφέρει να παραλαμβάνει F-35». Στην πραγματικότητα, η συμφωνία με τις ΗΠΑ προβλέπει -στο καλύτερο σενάριο και αν δεν προβλέπουν χρηματοδοτικά, τεχνικά και εκπαιδευτικά προβλήματα- την άφιξη του πρώτου αεροσκάφους στη βάση της Ανδραβίδας το Νοέμβριο του 2029. Και όπως πάντα συμβαίνει με την εισαγωγή ενός νέου τύπου μαχητικού (ειδικά τόσο σύγχρονου), προστίθεται και ένα διάστημα 10 ως 12 μηνών για την εξοικονόμηση των πιλότων και του προσωπικού εδάφους.
Το «καλώδιο» και η Γαλλία
Για το σχέδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ ( GSI ή «καλώδιο»), ο Πρωθυπουργός διαβεβαίωσε πως «είναι θέμα πολύ λίγα μηνών να επανεκκινήσουν οι διαδικασίες», υπογραμμίζοντας ότι «είμαστε σε συνεννόηση και με τη γαλλική πλευρά, για να μην μπορούμε να αντιμετωπίζουμε, προφανώς, όλα τα ενδεχόμενα». Ωστόσο, ο κ. Ο Μητσοτάκης δεν ανέφερε λέξη για το ιδιότυπο τετελεσμένο που προσωπικά τον βαρύνει, αφού διέκοψε τις βυθομετρικές έρευνες κατόπιν παρέμβασης του Τουρκικού Ναυτικού τον Ιούλιο του 2024. Απέφυγε τη στρατιωτική κλιμάκωση, ελπίζοντας σε μια διπλωματική λύση στην οποία η Η Τουρκία δεν συνάινε ούτε συναινεί.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Αθήνα θέτει όλες τις ελπίδες για το «καλώδιο» στη νέα πλειοψηφούσα μέτοχο του GSI , τη γαλλική Meridiam (που έχει οικονομικά συμφέροντα στην Τουρκία), και σε παρέμβαση του προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν. Η ιστορία δείχνει ότι όλοι οι Γάλλοι πρόεδροι, από το 1974 ως σήμερα, έχουν στηρίξει πολύπλευρα την Ελλάδα, αλλά ο κ. Ο Μακρόν είχε διευκρινίσει στην Αθήνα, από την αρχή της προεδρικής θητείας του το 2017-18, ότι ακολουθούσε (όπως και έγινε) προσεκτική πολιτική έναντι της Τουρκίας. Αφενός τόνιζε ότι δεν θα ανεχόταν παρεμβάσεις στα ενεργειακά σχέδια της Γαλλίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Φέρεται ότι, τον Οκτώβριο του 2018 στο περιθώριο διάσκεψης στην Κωνσταντινούπολη για τη Συρία, προειδοποίησε αυστηρά τον κ. Ερντογάν να μην αποτολμήσει παρενόχληση της TOTAL στα ενεργειακά οικόπεδα της κυπριακής ΑΟΖ. Έκτοτε, η Τουρκία δεν στάθηκε εμπόδιο στην TOTAL . Αφετέρου, ο κ. Ο Μακρόν εξηγούσε (και εξηγεί) ότι η πολιτική του έναντι της Άγκυρας δεν θα φτάσει ποτέ στα άκρα, γιατί επιδιώκει τη συγκράτηση της Τουρκίας κοντά στην Ευρώπη και όχι την εκδίκαση της ή την απώλειά της για τη Δύση. Επομένως, η συνεννόηση με το Παρίσι «για όλα τα ενδεχόμενα» ίσως αποδειχθεί πιο περίπλοκη απ' ό,τι ισχύει στην Αθήνα.
(Ο Αλέξανδρος Τάρκας είναι Εκδότης του περιοδικού «Άμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιρειών μελέτη επιχειρηματικού κινδύνου για τη ΝΑ Ευρώπη- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Δημοκρατία»)

























