Πολιτικά κομβικές οι τρέχουσες επετειακές εκδηλώσεις για την ιστορική ίδρυση του ΠΑΣΟΚ στις 3 Σεπτεμβρίου 1974 και την παρουσία του Προέδρου του στη ΔΕΘ. Μετά και τους ορισμένους εσωτερικούς «τριγμούς» το τελευταίο διάστημα, με αφορμή όσα διαμείφθηκαν εσωκομματικά και δημόσια περί συνεργασιών.
Οι τελευταίοι απορροφήθηκαν, βεβαίως, μετά τη διακήρυξη στο συνέδριό του περί μη μετεκλογικής συνεργασίας με τη ΝΔ. Παραδόξως επανήλθαν εσχάτως. Αν και δόθηκαν εξηγήσεις ότι ισχύει απολύτως και στο ακέραιο ο αποκλεισμός κάθε είδους συνεργασίας με τη ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη. Μοιραία, όμως, το ζήτημα θα επανέρχεται καθώς πλησιάζουν οι κάλπες και μετά τις επικείμενες εκλογές. Αναλόγως, φυσικά, με τους συσχετισμούς.
Στο μεταξύ άλλες αφορμές θα προκύψουν , ανεξαρτήτως προθέσεων και «καλοθελητών», οι οποίοι για διάφορους δικούς τους πολιτικούς λόγους θ΄ ασχολούνται με αυτή την πτυχή.
Το προεκλογικό και μετεκλογικό ερώτημα περί συνεργασιών, εφόσον το ΠΑΣΟΚ ούτε πρώτο κόμμα υπάρχει πιθανότητα ν΄ αναδειχθεί, ούτε να γίνει αξιωματική αντιπολίτευση, όπως φαίνεται ως τώρα πιθανό, θα βρίσκεται σταθερά στην πρώτη γραμμή. Το κατεξοχήν κόμμα εξουσίας της μεταπολίτευσης και να θέλει δεν μπορεί να εξοβελίσει τη συμβολή του σε συνεργατικό κυβερνητικό σχήμα , εφόσον βεβαίως προκύψει αυτό το ενδεχόμενο.
Το ιστορικό φορτίο
Το ζήτημα της πολιτικών σχέσεων μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΝΔ ή συντηρητικής παράταξης ή Δεξιάς είναι φορτισμένο ιστορικά. Θετικά και αρνητικά.
Η επική γεωμετρική άνοδος του ΠΑΣΟΚ από τη μεταπολίτευση του 1974, ως τη θριαμβική κατάκτηση της κυβέρνησης από τον Ανδρέα Παπανδρέου το 1981 και αργότερα, εδραιώθηκε (σχηματικά) με το εγερτήριο σύνθημα «Ο Λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά». Για να θυμίζει το βεβαρυμμένο παρελθόν της μεταπολεμικής συντηρητικής παράταξης και θέσεις-πρακτικές της ΝΔ μεταπολιτευτικά.
Οι βασικοί πυλώνες της ιδρυτικής διακήρυξης του ΠΑΣΟΚ , άλλωστε, οικοδομήθηκαν με υλικά, που συγκροτούσαν ό,τι ιστορικά ονομαζόταν Δεξιά σε αντίθεση – αντιδιαστολή με την Αριστερά. Το «κατεστημένο» (προνομιούχοι) από τη μια, ο λαός (μη προνομιούχοι) από την άλλη.
Ουσιαστικά το σύνθημα αυτό κι άλλα ανάλογα , είτε ρητά είτε υπόρρητα, ουδέποτε μπήκαν στο «χρονοντούλαπο». Ούτε κατά στη μετακαραμανλική εποχή της ΝΔ. Επαναλαμβανόταν, με διαφοροποιήσεις λόγω των συγκυριών, παρά τα επιχειρούμενα «κεντρώα» ανοίγματα της ΝΔ. Ούτε μεταβλήθηκε με το ρεύμα του «νεοφιλελευθερισμού » που έφερε στη συντηρητική παράταξη ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Αν και υπό τη ηγεσία του τελευταίου η πολιτική πόλωση πήρε κι άλλα πρόσθετα τοξικά χαρακτηριστικά με προσωπικές-ατομικές δαιμονοποιήσεις . Έτσι κι αλλιώς, θέση ή δήλωση μέχρι το 1989 για πιθανή σύγκλιση - συνεργασία με τη ΝΔ κάτω από ειδικές συνθήκες δεν υπάρχει σε δηλώσεις του Ανδρέα ή κομματικά κείμενα.
Η εξαίρεση του κανόνα
Η σημαντική αλλαγή σημειώθηκε με τη συγκρότηση της Οικουμενικής κυβέρνησης Ζολώτα το 1989-1990.Εκείνη η σύμπραξη του δεν υπήρξε αποτέλεσμα κάποιου σχεδιασμένου συμβιβασμού, αλλά «ώριμο τέκνο» της ανάγκης.
Πριν είχαν έλθει τα πάνω -κάτω στο ΠΑΣΟΚ. Το τελευταίο χρονικά ρήγμα στο δίπολο Δεξιά - Αντιδεξιά είχε επέλθει με τη δικομματική κυβέρνηση Τζαννετάκη από τη ΝΔ και τον Συνασπισμό. Είχαν προηγηθεί , όμως, άλλες επιβαρυντικές συνθήκες για το ΠΑΣΟΚ. Το σκάνδαλο Κοσκωτά , τα προβλήματα υγείας και τα προσωπικά ζητήματα του Ανδρέα , η μεταστροφή των πρώην φιλικών ΜΜΕ σ΄ εχθρικά στρατόπεδα, εσωκομματικές διεργασίες και αντιθέσεις κ.α.
Το ΠΑΣΟΚ κινδύνευε να βρεθεί απομονωμένο. Ιδιαίτερα μετά τις αδιέξοδες κάλπες του 1989, λόγω του εκλογικού συστήματος, την αδυναμία συγκρότησης κυβέρνησης , τη στάση πληρωμών και την οικονομική χρεοκοπία της χώρας επί των θυρών. Πέραν αυτών στον ευρωπαϊκό ορίζοντα άρχισαν να εκδηλώνονται ριζικές αλλαγές με την επικείμενη διάλυση της ΕΣΣΔ, της Γιουγκοσλαβίας και κρινόταν η συνέχεια στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας.
Παρακάμπτοντας εδώ τους υπολογισμούς Μητσοτάκη και Συνασπισμού της Αριστεράς, εκείνη η τακτική Παπανδρέου, λόγω «έκτακτων συνθηκών» και του πολιτικού κλίματος πρόβαλε ως αντιφατική με το παραδοσιακό δίπολο Δεξιά-Αντιδεξιά. Αποδείχτηκε όμως συμβατή και επιτυχής . Χωρίς να εγκαταλειφθεί μια «ήπια» πλέον αντιδεξιά στάση σε σχέση με το παρελθόν επανέφερε το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία (1993), μετά την παρένθεση της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Η συμμετοχή του σε μια ισότιμη τρικομματική κυβέρνηση επέτρεψε στον Παπανδρέου να εξουδετερώσει πλήρως την πολιτική του απομόνωση , να αποκαταστήσει τη θεσμική πρωταγωνιστική του οντότητα και ν΄ ανοίξει μια νέα περίοδο διακυβέρνησης για το ΠΑΣΟΚ. Αντιμετώπισε την Οικουμενική ως «γέφυρα» ως ανασύνταξης των δυνάμεων και επιστροφής στην εξουσία.
Η άλλη «γέφυρα»
Είναι αυτονόητο ότι τη σταθερά αντιδεξιά πρακτική και ρητορική του ΠΑΣΟΚ οφείλουμε να τοποθετούμε πάντα μέσα στα συμφραζόμενά της, ιστορικά και συγκυριακά. Το ίδιο ισχύει και με το « διάλλειμα» της Οικουμενικής. Αυτό δεν αναιρεί ότι η στάση του ΠΑΣΟΚ υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου απέναντι στη ΝΔ και την ευρύτερη παράταξη της Δεξιάς ήταν το θεμέλιο και αποτέλεσε τον πυρήνα της πολιτικής ταυτότητας του κόμματος από την ίδρυσή του το 1974. Το ΟΧΙ στη Δεξιά» , με τη μια ή άλλη διατύπωση ήταν συνεκτικός ιστός.
Αυτή η στάση αποτέλεσε τον πυρήνα της πολιτικής ταυτότητας του κόμματος από την ίδρυσή του το 1974 και εξής. Ήταν συνεκτικός ιστός του.
Κάνοντας εδώ ένα λίγο-πολύ αυθαίρετο άλμα στην Ελλάδα της κρίσης, μετά την επάνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση και την παραίτηση του Γιώργου Παπανδρέου (2011) , κάτω από τις γνωστές συνθήκες, σημειώνεται ένα άλλο «παράδοξο» στην πολιτική διαδρομή του κόμματος. Η σύγκλιση και τελικά η συνεργασία του με τη ΝΔ το επόμενο διάστημα (2012-2015) θα επιχειρηθεί να ξαναγίνει «γέφυρα», καθώς είχε ήδη αρχίσει η πτώση του. Πλην όμως δεν ήταν γέφυρα ανάκαμψης και επανόδου , αλλά εκλογικής του καταβαράθρωση.
Όπως έλεγε αργότερα και ο τότε Πρόεδρος Ευάγγελος Βενιζέλος , επιχειρώντας να εξηγήσει - δικαιολογήσει την εξαέρωση (πασοκοποίηση) μετά το 2010 «η ιστορία του ΠΑΣΟΚ δείχνει ότι τα εκλογικά μεγέθη εξελίσσονται γεωμετρικά, προς τα επάνω ή προς τα κάτω, όταν ένα συλλογικό πολιτικό υποκείμενο τοποθετείται σε σχέση με τις προκλήσεις της Ιστορίας».
Στις τρέχουσες πολιτικές συνθήκες το ερώτημα είναι ποιες είναι αυτές οι προκλήσεις και ποιες τοποθετήσεις χρειάζονται.
(Ο Τάκης Κατσιμάρδος είναι δημοσιογράφος)



























