Ο Λαμίν Γιαμάλ, το πιο διάσημο μαροκινό αγόρι με μητέρα από την Ισημερινή Γουινέα, αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς το ταλέντο μπορεί να ανθίσει όταν συναντήσει την ευκαιρία. Θυμίζει τους δικούς μας Αντετοκούνμπο, το χρώμα του δέρματος των οποίων δεν ενοχλεί σχεδόν κανέναν όταν σηκώνουν τρόπαια, σκοράρουν ή μας δοξάζουν, σε αντίθεση με την Ωραία Ελένη της Νολανικής Οδύσσειας. Η προκατάληψη γεννιέται πολύ νωρίτερα, όταν απέναντί μας δεν βρίσκεται ακόμη ένας διάσημος αθλητής, αλλά ένα άγνωστο παιδί βρεγμένο και φοβισμένο που αναζητά μια ευκαιρία στη Θεούτα. Μια απόβαση με 72 θύματα πνιγμών ή συνωστισμού ανάμεσα σε περίπου 60.000 άτομα από ξηρά και θάλασσα.
Εάν η κινητοποίηση οργανώθηκε από άλλες χώρες, από ποινικές υποομάδες ή ήταν απλά ισταγκραμική αντίσταση στην απόγνωση του αφρικανικού αδιέξοδου μέλλοντος μένει να φανεί. Έχει άλλωστε επαναληφθεί το 2021 όταν μικρότερος αριθμός Μαροκινών παραβίασε τα σύνορα αντί να βαδίσουν με πλαστικά σανδάλια στην λαμπερή καυτή άσφαλτο της λεωφόρου Τραμπ προς τη Σαχάρα. Και η εργαλειοποίηση της μετανάστευσης είναι θέμα οικείο στους Ισπανούς όσο και στους κατοικούντες στο Αιγαίο.
Πώς νιώθουμε ως μακρινοί θεατές των γεγονότων αυτών; Όταν αισθανόμαστε ότι μια ομάδα ανθρώπων είναι «διαφορετική», ενεργοποιούνται στον εγκέφαλό μας μηχανισμοί που η ψυχολογία περιγράφει εδώ και δεκαετίες: η σαφής διάκριση μεταξύ «εμείς» και «εκείνοι», η υπερεκτίμηση του κινδύνου από την εξωτερική ομάδα και η τάση να αποδίδουμε στα μέλη της ομοιόμορφα απειλητικά χαρακτηριστικά. Αυτοί οι μηχανισμοί δεν μας καθιστούν αναγκαστικά ρατσιστές. Μας υπενθυμίζουν όμως ότι η προκατάληψη είναι μια ανθρώπινη γνωστική τάση, η οποία χρειάζεται συνειδητή προσπάθεια για να περιοριστεί.
Το ίδιο συμβαίνει και με τον φόβο. Η μελέτη του φαινομένου του ψυχικού μουδιάσματος, της ψυχικής απευαισθητοποίησης, επισημαίνει ότι όσο αυξάνεται ο αριθμός των θυμάτων, τόσο μειώνεται, παράδοξα, η συναισθηματική μας ανταπόκριση. Ένα παιδί που κινδυνεύει συγκινεί. Δέκα παιδιά προκαλούν ανησυχία. Χιλιάδες άνθρωποι μετατρέπονται εύκολα σε έναν ακόμη αριθμό σε έναν τίτλο ειδήσεων. Δεν είναι ένδειξη έλλειψης ανθρωπιάς· είναι ένας ατελής μηχανισμός του εγκεφάλου μας, ο οποίος δυσκολεύεται να επεξεργαστεί το μέγεθος μιας μαζικής ανθρώπινης τραγωδίας.
Ταυτόχρονα, σύγχρονες έρευνες δείχνουν ότι οι κοινωνίες στις οποίες κυριαρχεί η καχυποψία απέναντι στον «άλλον» εμφανίζουν χαμηλότερα επίπεδα κοινωνικής εμπιστοσύνης, μεγαλύτερη πόλωση και αυξημένο συλλογικό άγχος. Όταν ο φόβος γίνεται μόνιμος τρόπος ερμηνείας της πραγματικότητας, δεν περιορίζει μόνο την ελευθερία εκείνων που αποκλείονται· περιορίζει και την ψυχολογική ευημερία εκείνων που φοβούνται.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η μετανάστευση δεν δημιουργεί πραγματικές προκλήσεις. Όμως ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται αποκλειστικά υπό το κράτος του φόβου σπάνια οδηγούν στις καλύτερες λύσεις. Άλλωστε η παγκόσμια ιστορία της μετανάστευσης δείχνει ότι αυτοί που μεταναστεύουν ζουν καλύτερα από αυτούς που δεν μεταναστεύουν και ότι οι άνθρωποι που υποδέχονται μετανάστες στον τόπο τους, ζουν καλύτερα από αυτούς που δεν δέχονται. Ακόμα και στις οικονομικές κρίσεις, οι περιοχές που έχουν μεγαλύτερη αντοχή στην κρίση και επανέρχονται πιο γρήγορα στην ανάπτυξη είναι εκείνες που έχουν μετανάστες.
Ενώ η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται σχεδόν πάντα γύρω από τους αριθμούς, οι διεθνείς μετανάστες αποτελούν πολύ μικρό ποσοστό. Παρά την εντύπωση που υπάρχει, τα στοιχεία του ΟΗΕ δείχνουν ότι μόλις το 3,7% του παγκόσμιου πληθυσμού μεταναστεύουν, δηλαδή πάνω από το 96% των ανθρώπων ζουν στη χώρα όπου γεννήθηκαν. Η ψυχολογία θέτει ένα διαφορετικό ερώτημα: όχι γιατί μεταναστεύουν τόσοι πολλοί, αλλά γιατί μεταναστεύουν τόσοι λίγοι; Ποιοι χαρακτήρες τολμούν μια τέτοια επιλογή;
Η απάντηση απέχει πολύ από το στερεότυπο του παθητικού ανθρώπου. Η απόφαση της μετανάστευσης προϋποθέτει υψηλή ψυχική ανθεκτικότητα, επιμονή, προσαρμοστικότητα και αυτοαποτελεσματικότητα, δηλαδή την πεποίθηση –όπως περιέγραψε ο Albert Bandura– ότι οι προσωπικές μας ενέργειες μπορούν να αλλάξουν τη ζωή μας. Σύγχρονες έρευνες, γύρω από την θεωρία της αυτοεπιλογής, δείχνουν ότι όσοι επιλέγουν να μεταναστεύσουν δεν αποτελούν τυχαίο δείγμα του πληθυσμού, όντας συχνά πιο ανθεκτικές και προσαρμοστικές προσωπικότητες. Η γενναιότητα, άλλωστε, δεν είναι η απουσία φόβου. Είναι η απόφαση να συνεχίσει κανείς παρά τον φόβο.
Αν όμως η μετανάστευση αποκαλύπτει τη δύναμη της ανθρώπινης ψυχής, αποκαλύπτει ταυτόχρονα και τα όριά της. Η διάσωση ενός ανθρώπου από τη θάλασσα είναι μόνο η αρχή.
Οι περισσότεροι πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο δεν φεύγουν απλώς από μια άλλη χώρα. Φεύγουν έχοντας ήδη βιώσει ακραία φτώχεια, διώξεις και χρόνια ανασφάλεια. Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι το τραύμα δεν τελειώνει όταν τελειώνει το ταξίδι. Μελέτη διερεύνησε το ερώτημα ‘ποιο ένα μοναδικό πράγμα θα παίρνατε μαζί σας φεύγοντας από την χώρα σας’. Λίγοι απάντησαν ότι θα έπαιρναν κινητά, λίγοι παπούτσια περπατήματος για το δρόμο ή χρήματα αλλά η πλειονότητα επέλεξε αυτό που της υπαγόρευε το συναίσθημα και όχι η λογική: τα κλειδιά του σπιτιού τους για να επιστρέψουν κάποτε. Όχι επειδή είχαν πρακτική αξία, αλλά επειδή συμβόλιζαν την ελπίδα της επιστροφής. Το τραύμα της αναγκαστικής φυγής δεν αφορά μόνο όσα αφήνει κανείς πίσω, αλλά και όσα εξακολουθεί να ελπίζει ότι θα ξαναβρεί.
Η ψυχολογία περιγράφει αυτή την εμπειρία ως σύνθετο τραύμα. Η ψυχική επιβάρυνση μπορεί να συντηρείται από επαναλαμβανόμενες εμπειρίες αποκλεισμού, οι οποίες λειτουργούν αθροιστικά ως χρόνιο στρες. Μετα-ανάλυση 40 μελετών, με 11.053 πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο, υπολόγισε επιπολασμό περίπου 31% για τη μετατραυματική διαταραχή στρες και 32% για τη μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, με σημαντικές όμως διαφοροποιήσεις μεταξύ των μελετών. Ολλανδική μελέτη σε μετανάστριες φωτογραφίζει παραστατικά το φαινόμενο αυτό: Η μετανάστευση μπορεί να διαρρήξει την ψυχική συνοχή ενός ατόμου, ειδικά εάν δεν έχει ένα υποστηρικτικό πρόσωπο και δεν βρίσκει νόημα ή τρόπο να διαχειριστεί τα προβλήματα. Ταυτόχρονα η ανθεκτικότητα των μεταναστών διεθνώς συνδέεται κυρίως με την ελπίδα για το μέλλον και τη δυνατότητα να προσφέρουν και οι ίδιοι στους άλλους.
Ίσως τελικά το σημαντικότερο ερώτημα να μην είναι πόσοι άνθρωποι βρίσκονται σήμερα στη Θέουτα. Η ιστορία μάς έχει δείξει πολλές φορές ότι η ανθρώπινη αξία διακρίνεται από τις ευκαιρίες που θα δοθούν σε έναν άνθρωπο. Ίσως, ο επόμενος κορυφαίος ποδοσφαιριστής, ολυμπιονίκης ή μεγάλος επιστήμονας βρίσκεται σήμερα εκεί. Το μόνο που δεν γνωρίζουμε ακόμη είναι αν θα του επιτρέψουμε ποτέ να το αποδείξει.
Δρ Αλεξάνδρα Πάλλη, Κλινική ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια - @#alexpalli.gr



























