Οκτώ εκ των εντολέων μας προέβησαν στην κατάθεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγών, αιτούμενοι την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης συνολικού ύψους επτά εκατομμυρίων και εξακοσίων χιλιάδων ευρώ λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν.
Στους ενάγοντες περιλαμβάνονται ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης, ο οποίος ήταν ένα από τα πρώτα θύματα των παράνομων παρακολουθήσεων, η Άρτεμις Σίφορντ, η οποία δραστηριοποιείται στον χώρο της κυβερνοασφάλειας, η Πηνελόπη Μηνιάτη, σημαίνον στέλεχος της Ελληνικής Αστυνομίας, η Αντωνία Πρίμπα, δικηγόρος και πρώην συνεργάτης του ευρωβουλευτή Στέλιου Κυμπουρόπουλου, η Αγγελική Ρούσου και η Ζωή Μαρία Σάκκαλη, εργαζόμενες και οι δύο στην Εθνική ΥπηρεσίαΠληροφοριών, ο Ιωάννης Φυτιλής, δικηγόροςκαθώς και ο Σπύρος Σιδέρης, δημοσιογράφος.
Οι εν λόγω αγωγές στρέφονται κατά της εταιρείας Intellexa, των πρωτοδίκως καταδικασθέντων κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο Tal Dilian και τωνλοιπών συνεργατών τους, η εμπλοκή των οποίων προέκυψε και κατά τη διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και λόγω αυτού διαβιβάστηκε η σχηματισθείσα δικογραφία προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, προκειμένου να διερευνηθεί, ομολογουμένως πολύ καθυστερημένα, και η δική τους ποινική ευθύνη.
Με δεδομένα τα όσα έκανε δεκτά το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών καθώς και τα όσα προέκυψαν κατά την πολύμηνη ενώπιον του διαδικασία, αποδείχθηκε, ότι οι πρωτοδίκως καταδικασθέντες κατηγορούμενοι, στους οποίους επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης 126 ετών και 8 μηνών, με τη σύμπραξη και άλλων φυσικών και νομικών προσώπων, αφού κατασκεύασαν συνδέσμους (links) επιμόλυνσης με το προαναφερόμενο λογισμικό παρακολούθησης, απέστειλαν μηνύματα (sms) σε πρόσωπα που επέλεξαν, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι εντολείς μας. Σκοπός τους, ο οποίος επετεύχθη στις περισσότερες περιπτώσεις, ήταν να επέμβουν χωρίς δικαίωμα και φυσικά χωρίς σχετική έγκριση στη συσκευή του κινητού των παρακολουθούμενων, προκειμένου να λάβουν γνώση των προσωπικώνκαι ηλεκτρονικών τους δεδομένων και του περιεχομένου των τηλεφωνικών συνδιαλέξεών τους. Ουσιαστικά, αποσκοπούσαν να αποκτήσουν άμεσηπρόσβαση σε κάθε πτυχή της ζωής τους με τον πιο «απόλυτο» και «παραβιαστικό» τρόπο.
Η συγκεκριμένη παράνομη συμπεριφορά προκάλεσε «μη υλική ζημία» στους παρακολουθούμενους κατά την έννοια του άρθρου 82 του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων (ΓΚΠΔ), η οποία συνίσταται στην απώλεια ελέγχου επί των προσωπικών τουςδεδομένων, στην αδυναμία τους να γνωρίζουν ποια δεδομένα αντλήθηκαν, αντιγράφηκαν, αποθηκεύτηκαν ή διαβιβάστηκαν, στην αδυναμία τους να γνωρίζουν ποια πρόσωπα απέκτησαν πρόσβαση σε αυτά, καθώς και στη διαρκή ανασφάλεια και στο μόνιμο φόβο ότι οι προσωπικές, οικογενειακές, επαγγελματικές και εμπιστευτικές επικοινωνίες τους μπορούν να χρησιμοποιηθούν οποτεδήποτε και από οποιονδήποτε εις βάρος τους. Περαιτέρω, τα ίδια πραγματικά περιστατικά συγκροτούν προσβολή της προσωπικότητάς τους, της ιδιωτικής τους ζωής και της επαγγελματικής και κοινωνικής τους σφαίρας, θεμελιώνοντας και αξίωση χρηματικής ικανοποίησης κατά τα άρθρα 57, 59 και 932 του Αστικού Κώδικα.
Όπως είναι γνωστό, το συγκεκριμένο λογισμικό παρέχει στον χειριστή του πλήρη πρόσβαση στο κινητό τηλέφωνο των παρακολουθούμενων, δυνατότητα άντλησης οποιωνδήποτε αρχείων, επαφών, κωδικών, ιστορικού περιήγησης και δεδομένων, καθώς και δυνατότητα ενεργοποίησης ανά πάσα στιγμή του μικροφώνου και της κάμερας. Καθίσταται σαφές, λοιπόν, ότι οι παρακολουθούμενοι υπέστησαν μία άνευ προηγουμένου διαρκή διατάραξη της ιδιωτικής, οικογενειακής, κοινωνικής και επαγγελματικής τους σφαίρας.
Δεδομένων των ανωτέρω προκλήθηκαν στους παρακολουθούμενους, όπως είναι απολύτως λογικό, συναισθήματα έντονης ψυχικήςταλαιπωρίας, φόβου, ανασφάλειας και αγανάκτησηςκαθώς και το αίσθημα διαρκούς παραβίασης της ιδιωτικότητάς τους. Η γνώση, ότι κάποιος τρίτος είχε τη δυνατότητα ανά πάσα στιγμή να παρακολουθεί τις επικοινωνίες, τις κινήσεις, τις ιδιωτικές και προσωπικές τους στιγμές χωρίς τη γνώση και συγκατάθεσή τους, προσέβαλε ευθέως την ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους προκαλώντας τους ηθική βλάβη. Αποτελούν θύματα «μίας ιδιότυπης κατάστασης ομηρίας», η οποία θα τουςακολουθεί σε όλη τους τη ζωή.
Το ύψος, δε, της αιτούμενης από τους εντολείς μας χρηματικής ικανοποίησης συνδέεται με τη βαρύτητα και τη σπουδαιότητα των περιστάσεων αυτών. Ειδικότερα, συνδέεται άμεσα μεταξύ άλλων με τη βαρύτητα των εις βάρος τους πράξεων, τον δόλο των εναγομένων, οι οποίοι σε κανένα στάδιο δεν επέδειξαν οποιαδήποτε ένδειξη μεταμέλειας και της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, η οποία είναι δύσκολο να αποδοθεί με απλές λέξεις και να αποτιμηθεί, καθώς δεδομένα «βιάστηκε» κάθε έκφανση της προσωπικότητας και της προσωπικής, κοινωνικής και επαγγελματικής τους ζωής.
Τις επόμενες ημέρες θα επιδοθούν οι κατατεθειμένες αγωγές στους εναγόμενους και, εν συνεχεία, το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα θα εισφερθεί από τους εντολείς μας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, από το οποίο προκύπτουν οι αξιόποινες πράξεις των εναγομένων. Ως ημερομηνία, δε, συζήτησης των αγωγών ορίστηκε η 7η Απριλίου του 2027. Κατά την εκδίκαση των ανωτέρω αγωγών θα προσκομιστούν νέα στοιχεία, τα οποία, κατά την άποψή μας, θα οδηγήσουν αμελλητί στην εκ νέου διαβίβαση της δικογραφίαςενώπιον της ποινικής δικαιοσύνης για τηδιερεύνηση διάπραξης κακουργηματικών πράξεων.
Με την κατάθεση των αγωγών αυτών, οι εντολείς μας προσβλέπουν στην απονομή πλήρους και ουσιαστικής «πολιτικής δικαιοσύνης». Αναμένουμε, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αξιοποιώντας το πλούσιο αποδεικτικό υλικό που θα τεθεί ενώπιον του και λαμβάνοντας υπόψη τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά συμπεράσματα της ιστορικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, θα επιτελέσει τον θεσμικό του ρόλο με γνώμονα την προσήλωση στο κράτος δικαίου. Η «πολιτική δικαιοσύνη» καλείται, πλέον, να «πάρει τα ηνία»από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και να παράσχει αποτελεσματική δικαστική προστασία στα θύματα των παράνομων παρακολουθήσεων λειτουργώντας ως ουσιαστικό θεσμικό αντίβαρο απέναντι σε πρακτικές που προσβάλλουν τον πυρήνα των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων και επιβεβαιώνοντας, ότι η προστασία της ιδιωτικότητας, της προσωπικότητας και των προσωπικών δεδομένων δεν αποτελεί θεωρητική διακήρυξη, αλλά έμπρακτη εγγύηση του κράτους δικαίου.
*Χρυσάνθη Τσελεντάκη, Δικηγόρος-Εταίρος της Δικηγορικής Εταιρίας Κεσσές-Νικολόπουλος-Σταματιάδης & Συνεταίροι































