Από την εποχή των πυρπολικών του Κανάρη που έκαψε με μια βάρκα με εύφλεκτα υλικά την τουρκική ναυαρχίδα στη Χίο, στην σύγχρονη εποχή με τους Βιετκόνγκ που κρύβονταν σε υπόγειες εγκαταστάσεις για να πλευροκοπήσουν τους Αμερικανούς, τους Ταλιμπάν με τους αυτοσχέδιους μηχανισμούς εκρηκτικών στους δρόμους, τους Ιρανούς που ετοίμαζαν πάνω από 20 χρόνια την αντιμετώπιση της αμερικανικής και ισραηλινής επίθεσης, θα βρούμε κοινά σημεία, όπου η ασύμμετρη αντιμετώπιση ισχυρότερου αντιπάλου έγινε με «φτωχά» όπλα και μεθόδους και έφερε αποτέλεσμα.
Ποιος περίμενε ότι οι Χούτις της Υεμένης θα ανάγκαζαν τις ΗΠΑ σε συμβιβασμό του στυλ «δεν με ενοχλείς, δεν σε ενοχλώ κι ας προκαλώ το Ισραήλ»;
Ποιος περίμενε το Ιράν, χωρίς σχεδόν αεροπορία και ναυτικό, να αναγκάζει τους Αμερικανούς σε διαπραγματεύσεις χωρίς να έχουν πετύχει κανένα στόχο από όσους επιδίωξαν με την έναρξη του πολέμου;
Αντίθετα, συζητιέται ο έλεγχος των στενών του Ορμούζ ενώ διακυβεύεται η αμερικανική κυριαρχία στην περιοχή.
Το κόστος του πολέμου αποδείχτηκε δυσβάστακτο, η παγκόσμια οικονομία κινδύνεψε και αποδείχτηκε ότι τα περιορισμένα σύγχρονα ακριβά πυρομαχικά δεν φτάνουν για να αντιμετωπίσουν τα φτηνά και περισσότερα που φτιάχνονται σε απλά εργαστήρια.
Η υπεροχή της ποιότητας έναντι της ποσότητας έχει ανατραπεί.
Η τεχνολογία έγινε κτήμα των πολλών και των φτωχών και δεν επιστρέφει το τζίνι στο μπουκάλι.
Το Ιράν μετά την Επανάσταση το 1979 βρέθηκε να έχει πολλά σύγχρονα οπλικά συστήματα, τα οποία οι Αμερικανοί είχαν προμηθεύσει στον σάχη για να δημιουργήσουν ισραηλινο-ιρανικό μέτωπο στις αραβικές χώρες αλλά βρέθηκαν ξαφνικά χωρίς ανταλλακτικά και με τους περισσότερους πιλότους να φεύγουν στις δυτικές χώρες.
Η Δύση προκάλεσε το 1980 τον οκταετή πόλεμο με το Ιράκ, τον οποίο ενίσχυσαν Ανατολή και Δύση, για διαφορετικούς λόγους.
Σε αυτή την κατάσταση το Ιράν προσπάθησε να βρει στρατηγικές διεξόδου, σε συνθήκες απομόνωσης.
Όπως αναφέρει το Ινστιτούτο Carnegie, κατασκεύασε για πρώτη φορά το 1985 το drone Mohajer-1, με τη βοήθεια της γερμανικής Siemens και στη συνέχεια ακολούθησαν και άλλα.
Το 2019 κτύπησε με drone, αξίας 20.000 ως 50.000 δολαρίων, τα διυλιστήρια της σαουδαραβικής Aramco. Παράλληλα, κατασκεύασε πυραυλικά συστήματα αξίας το καθένα όχι περισσότερο από 1-2 εκατομμυρίων δολαρίων.
Το κόστος αυτό είναι πολύ μικρότερο κατά 10 μέχρι 70 φορές από τα δυτικά αντιπυραυλικά συστήματα.
Οι ειδικοί υπολογίζουν ότι κατασκεύασε περί τις 80.000 drones και 2.500-4.000 πυραύλους, διαφόρων ειδών.
Τα συστήματα αυτά συνέχιζαν να κατασκευάζονται σε υπόγειες εγκαταστάσεις ακόμη και την περίοδο των τελευταίων βομβαρδισμών.
Υπολογίζεται ότι μέχρι την εκεχειρία το Ιράν είχε εκτοξεύσει 2.000 drones και 500 πυραύλους.
Παρά τα αντιαεροπορικά το 10-20% βρήκε το στόχο και προκάλεσε μεγάλες καταστροφές σε αμερικανικές βάσεις και ραντάρ, σε ισραηλινούς στόχους και σε χώρες του Κόλπου.
Ειδικά η καταστροφή ενός αεροσκάφους E3 AWACS αξίας 540 εκατομ. σε σαουδαραβική βάση, ενός μεγάλου drone Triton αξίας 240 εκατομ., ενός άλλου drone MQ-9 αξίας 700 εκατομ. και ενός ραντάρ στην Ιορδανία που καθοδηγούσε τα αντιαεροπορικά THAAD, αξίας 300 εκατομ., «τύφλωσαν» σε μεγάλο βαθμό την αμερικανική και ισραηλινή αεράμυνα.
Κάθε αντιαεροπορικός πύραυλος PAC-3 των συστημάτων PATRIOT κοστίζει 3,7 εκατομ. και χρειάζονται τουλάχιστον δυο πύραυλοι για κάθε στόχο. Τις πρώτες μέρες του πολέμου εκτοξεύτηκαν πάνω από 800 Patriot.
Κάθε πύραυλος του αντιαεροπορικού μεγάλου ύψους THAAD κοστίζει 12,7 εκατομ.
Οι Αμερικανοί εκτόξευσαν περισσότερους από 1.000 πυραύλους επιφανείας Tomahawk και εξάντλησαν το μισό των αποθεμάτων τους.
Για να αναπληρωθούν τα παραπάνω προηγμένα συστήματα χρειάζεται πάνω από ένας χρόνος.
Η ασυμμετρία με «φτηνά» drones και πυραύλους έναντι αμερικανικών βάσεων ακόμη και αεροπλανοφόρων, υπόγειες εγκαταστάσεις για αντιμετώπιση εχθρικής αεροπορικής υπεροχής, αποκέντρωση διοικήσεων για αντιμετώπιση νέκρωσης κέντρων διοίκησης, πλοιάρια και απλά αντιαρματικά για έλεγχο των στενών έναντι πανίσχυρων πολεμικών πλοίων, εκμετάλλευση του ορεινού εδάφους στις ακτές του Περσικού, ενίσχυση με κλασική άμυνα των νησιών.
Πέραν της χρήσης των «φτηνών» όπλων, οι Ιρανοί έκαναν «οριζόντια κλιμάκωση» της κρίσης με το κλείσιμο του Ορμούζ, προσβολή πάνω από 80 ενεργειακών εγκαταστάσεων στις χώρες του Κόλπου καθώς και αεροδρομίων, κέντρων διοίκησης και εγκαταστάσεων αφαλάτωσης, σε Μπαχρέιν, Κουβέιτ, ΗΑΕ, Κατάρ, Ιράκ.
Ειδικά το Κατάρ, από τους μεγαλύτερους παραγωγούς φυσικού αερίου, υπέστη μείωση κατά 17%.
Το μήνυμα στις γειτονικές χώρες ήταν σαφές. «Δεν μπορούν να σας προστατέψουν οι Αμερικανοί. Το μέλλον σας είναι μαζί με το Ιράν, όχι απέναντι» και στην παγκόσμια κοινότητα το μήνυμα ήταν «Θα υποφέρετε μαζί με το Ιράν».
Το Ιράν υπολογίζεται ότι απώλεσε το 57% του ΑΕΠ, υπέστη καταστροφές 270 εκατομ. και είχε ανθρώπινες απώλειες 1.700 άτομα μαζί με μέρος της υψηλής ηγεσίας του.
Είχε όμως αποφασίσει «αποδοχή των απωλειών», προκειμένου να κερδίσει τους στρατηγικούς στόχους, όπως: την αποδέσμευση των κυρώσεων που υπάρχουν από το 1979, την απελευθέρωση του εμπορίου πετρελαίου, την απόδοση των δεσμευμένων κεφαλαίων σε ξένες τράπεζες και πιθανόν τον έλεγχο του Ορμούζ, τη μεγαλύτερη επιρροή στην περιοχή, τον περιορισμό του ελέγχου του Ισραήλ στον Λίβανο και το τέλος της εποχής Νετανυάχου.
Το παράδειγμα του Ιράν για την αντιμετώπιση ισχυρότερου αντιπάλου με «φτηνά» μέσα μπορεί να δημιουργήσει «μόδα» σε αδύναμες χώρες να σηκώσουν κεφάλι σε ισχυρούς, εκμεταλλευόμενοι τη γεωστρατηγική τους θέση ή τα ενεργειακά αποθέματα που κατέχουν.
Αντίστοιχη εκμετάλλευση «φτηνών» μέσων, σε συνδυασμό με υψηλή τεχνολογία, βλέπουμε στον πόλεμο της Ουκρανίας, όπου γίνεται αναβάθμιση όλων των παλαιών αρμάτων, πυροβόλων, απλών τυφεκίων, σε συνδυασμό με εκτεταμένη χρήση drones, υπερηχητικών πυραύλων αλλά και χαρακωμάτων.
Σε αντίθεση με τα παραπάνω, στη χώρα μας, παρά την ευνοϊκή για μας γεωγραφία, επιμένουμε να αγοράζουμε «αναλογικά». Άρματα μάχης για να αντιμετωπίσουμε άρματα, πυροβόλα για πυροβόλα, μεγάλα πλοία για πλοία, F-35 αμφίβολης για εμάς χρήσης κλπ. Τα οποία κοστίζουν πανάκριβα και μας καθιστούν δέσμιους σε ανταλλακτικά και πυρομαχικά από τις χώρες κατασκευής.
Οι αγορές αυτές προέρχονται από εμμονή σε στερεότυπα όμως εξυπηρετούν οικονομικούς κύκλους και ενισχύουν την εξάρτηση από μεγάλες χώρες, για τις οποίες έχουμε την ψευδαίσθηση ότι θα μας βοηθήσουν την κρίσιμη στιγμή.
Το θέμα της αμυντικής πολιτικής δεν εξυπηρετείται μόνο με ακριβά όπλα. Το επικοινωνιακό σίγουρα.
(Ο Νίκος Τόσκας είναι υποστράτηγος ε.α. και πρώην υπουργός)


























