Την ώρα που το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών επιχειρεί, μέσω της απάντησης στους «20 μύθους» που, κατά την κυβέρνηση, διακινούνται από την αντιπολίτευση για την ελληνική οικονομία, να αναδείξει μια εικόνα ισχυρής ανάπτυξης, δημοσιονομικής σταθερότητας και σταδιακής σύγκλισης με την Ευρώπη, τρεις πρόσφατες εκθέσεις –του ΙΟΒΕ, του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής– σκιαγραφούν μια πιο σύνθετη και λιγότερο αισιόδοξη πραγματικότητα, μη επιβεβαιώνοντάς τις «20 αλήθειες» του οικονομικού επιτελείου.
Η πρώτη αμφισβήτηση αφορά το κυβερνητικό αφήγημα περί ισχυρής και διατηρήσιμης ανάπτυξης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας από 2,1% το 2025 σε 1,8% το 2026 και σε 1,6% το 2027, επισημαίνοντας ότι το ενεργειακό σοκ διαβρώνει το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών και περιορίζει την κατανάλωση. Το ΙΟΒΕ από την πλευρά του προειδοποιεί ότι οι πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις οδηγούν σε μικρότερη αύξηση του πραγματικού εισοδήματος και σε υψηλότερο πληθωρισμό, ενώ η σύγκλιση με την Ευρώπη παραμένει αργή.
Το κυβερνητικό επιχείρημα περί ανταγωνιστικότητας και μετασχηματισμού του παραγωγικού μοντέλου επίσης δέχεται ισχυρή αμφισβήτηση. Το ΙΟΒΕ αναφέρει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από μεγάλη εξάρτηση από τις εισαγωγές, χαμηλή εγχώρια αποταμίευση, βαθύ επενδυτικό κενό και παραγωγική βάση που δεν δημιουργεί επαρκώς υψηλή προστιθέμενη αξία. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει ότι η ζήτηση εισαγωγών θα παραμείνει ισχυρή εξαιτίας της μεγάλης εισαγωγικής εξάρτησης των επενδύσεων. Το στοιχείο αυτό έρχεται σε αντίθεση με την κυβερνητική θέση ότι το διευρυμένο εμπορικό έλλειμμα αποτελεί απλώς παρενέργεια μιας αναπτυξιακής έκρηξης.
Αντίστοιχα, η κυβερνητική επίκληση της σύγκλισης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ με την Ευρωζώνη δεν επιβεβαιώνεται πλήρως από τις ανεξάρτητες αναλύσεις. Το ΙΟΒΕ αναγνωρίζει πρόοδο, αλλά υπογραμμίζει ότι η απόσταση από τα ευρωπαϊκά επίπεδα κλείνει αργά και ότι τα πραγματικά εισοδήματα εξακολουθούν να απέχουν σημαντικά από τα επιθυμητά επίπεδα.
Αγορά Εργασίας
Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν και οι επισημάνσεις για την αγορά εργασίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει περαιτέρω μείωση της ανεργίας, αλλά με σαφώς βραδύτερο ρυθμό, ενώ σημειώνει ότι η μακροχρόνια ανεργία παραμένει η υψηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αντανακλώντας χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες και ελλείψεις δεξιοτήτων. Το εύρημα αυτό αποδυναμώνει το κυβερνητικό επιχείρημα ότι η αγορά εργασίας έχει εισέλθει σε μια φάση οριστικής εξομάλυνσης.
Ακόμη πιο έντονη είναι η αντίθεση στο ζήτημα των αμοιβών και του διαθέσιμου εισοδήματος. Παρά τις αυξήσεις στον κατώτατο και στον μέσο μισθό που επικαλείται η κυβέρνηση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προειδοποιεί ότι η άνοδος των τιμών της ενέργειας θα μειώσει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Η διαπίστωση αυτή συνδέεται άμεσα με τα ευρήματα του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, το οποίο αφιερώνει ολόκληρο κεφάλαιο στην εξέλιξη της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων και στις πιέσεις που δέχονται τα νοικοκυριά από την ακρίβεια και την οικονομική πίεση.
Στο πεδίο της φτώχειας και της κοινωνικής ευαλωτότητας, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η απόλυτη φτώχεια έχει μειωθεί σημαντικά. Ωστόσο, η ετήσια έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ αναδεικνύει τον κίνδυνο φτώχειας, την εισοδηματική ανισότητα και την οικονομική πίεση που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, επισημαίνοντας ότι η κοινωνική βιωσιμότητα παραμένει κρίσιμο ζητούμενο.
Αμφισβήτηση προκύπτει και στο μέτωπο του πληθωρισμού. Η κυβέρνηση επικαλείται την αύξηση των εισοδημάτων ως απόδειξη βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης, όμως τόσο το ΙΟΒΕ όσο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προειδοποιούν ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλότερο πληθωρισμό από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και ότι οι πληθωριστικές πιέσεις θα παραμείνουν ισχυρές.
Δημόσιο χρέος
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα στοιχεία για το δημόσιο χρέος. Η κυβέρνηση προβάλλει τη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ κατά 63 ποσοστιαίες μονάδες ως απόδειξη της δημοσιονομικής εξυγίανσης. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι η αποκλιμάκωση του χρέους οφείλεται κυρίως στην ισχυρή ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ και στη διατήρηση των δημοσιονομικών πλεονασμάτων, ενώ το χρέος εξακολουθεί να παραμένει εξαιρετικά υψηλό, στο 140,7% του ΑΕΠ το 2026 και στο 134,4% το 2027. Παράλληλα, το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ σημειώνει ότι η βελτίωση των δεικτών φερεγγυότητας δεν αναιρεί τις διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας και την εξάρτηση της ανάπτυξης από εξωτερικούς παράγοντες και ευρωπαϊκούς πόρους. Έτσι, παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει ένα από τα υψηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια άσκησης οικονομικής πολιτικής σε περίπτωση νέων διεθνών αναταράξεων.
Οι τρεις εκθέσεις δεν αναιρούν πλήρως την κυβερνητική εικόνα. Αναγνωρίζουν ότι η ελληνική οικονομία έχει καταγράψει πρόοδο, ότι η ανεργία υποχωρεί και ότι οι επενδύσεις παραμένουν ισχυρές χάρη στους ευρωπαϊκούς πόρους. Ωστόσο, καταλήγουν σε ένα κοινό συμπέρασμα: πίσω από τους θετικούς δείκτες εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες, αργή πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη, υψηλή εξάρτηση από τις εισαγωγές, επίμονες πληθωριστικές πιέσεις και σημαντικές κοινωνικές ανισότητες.
Με απλά λόγια το αφήγημα των «20 αληθειών» της κυβέρνησης αμφισβητείται σε όλες τις κρίσιμες πτυχές του.



























