Το ΠΑΣΟΚ έχει γίνει κάτι σαν τα σκυλάκια κανίς. Είναι μικρό και εξ αυτού του λόγου ανασφαλές. Γαβγίζει συνεχώς. Οχι μόνον κατά της κυβέρνησης που –στο κάτω κάτω της γραφής– είναι η δουλειά του, αλλά για τα ΜΜΕ και για τα γκάλοπ.
Ο τελευταίος γύρος γκρίνιας έχει να κάνει με τις εταιρείες δημοσκοπήσεων, με αφορμή τα αποτελέσματα που το δείχνουν τρίτο στις προτιμήσεις. Στοιχειοθετεί δε την γκρίνια με βάση την ιστορική εμπειρία.
Δημοσκοπήσεις «έβλεπαν» μικρές διαφορές στο δημοψήφισμα του 2015 και κάποιες οριακή επικράτηση του «Ναι». Μία βδομάδα μετά το «Οχι» επικράτησε με 61,3%. Οι περισσότερες δημοσκοπήσεις για τις εσωκομματικές εκλογές του ΠΑΣΟΚ το 2021 έδιναν στον Ανδρέα Λοβέρδο την πρωτιά. Ηρθε τρίτος. Οι δημοσκόποι έπεσαν έξω στις εκλογές του 2023, βρίσκοντας τη διαφορά μεταξύ Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ στις 5-7 μονάδες. Αποδείχθηκε ότι ήταν 20 μονάδες τον Μάιο και 24 τον Ιούνιο. Ο Ζαχαρίας Ζούπης (Opinion Poll) δήλωνε ότι «για τη Ν.Δ. οι έρευνες δείχνουν σήμερα από ένα 33,5% έως 36% στις ευρωεκλογές (σ.σ.: του 2024). Δηλαδή πάνω από τα ποσοστά του 2019» (Realfm, 19.2.2024). Προσφάτως «οι δημοσκοπήσεις ήταν ο μεγάλος χαμένος των βουλευτικών εκλογών στην Κύπρο» («Καθημερινή», 31.5.2026).
Αυτό, βεβαίως, δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Σε όλο τον κόσμο εμφανίζονται αποτυχίες σφυγμομετρήσεων και έχει ξεκινήσει μια μεγάλη συζήτηση
για τη χρεία και τη χρήση αυτού του «εργαλείου». Οι δημοσκοπήσεις είναι μέρος του πολιτικού συστήματος και συνεπώς της κρίσης αυτού.
Υπάρχουν όμως και οι ελληνικές ιδιαιτερότητες. Η πρώτη είναι εμφανής. Παράγουμε περισσότερες δημοσκοπήσεις από όσες μπορούμε να καταναλώσουμε και μάλιστα με τα ίδια ερωτήματα, που δίνουν διαφορετικές απαντήσεις. Αυτό πιθανότατα οφείλεται στο πλήθος των εταιρειών σφυγμομέτρησης· άλλη ελληνική ιδιαιτερότητα αυτή.
Ο Σύλλογος Εταιρειών Δημοσκόπησης και Ερευνας Αγοράς (ΣΕΔΕΑ) έχει 25 τακτικά μέλη συν δύο συνδεδεμένα. Σαν να μην έφταναν αυτές, κυκλοφορούν και 3-4 «ξέμπαρκες» και φτάσαμε να... εισάγουμε έρευνες από επιχειρήσεις με έδρα την Κύπρο. Και το ερώτημα είναι απλό: Πόση αγορά υπάρχει στην Ελλάδα για να συντηρεί περίπου 30 δημοσκοπικούς οίκους;
Κατά το προηγούμενο κύμα ευημερίας της χώρας, αναρωτιόμασταν «πώς είναι δυνατόν να πληθαίνουν οι εφημερίδες, όταν μειώνονται οι αναγνώστες;». Επισημαίναμε ότι «τα ελληνικά ΜΜΕ δεν λειτουργούν στην αγορά της ενημέρωσης, βρίσκονται στην αγορά της πολιτικής επιρροής» («Το επιχειρηματικό έλλειμμα των ΜΜΕ», 2.7.2009). Σημειώναμε ότι «τα ελληνικά ΜΜΕ είναι ίσως το πιο εμφανές σύμπτωμα της ασθένειας που δέρνει την ελληνική οικονομία: μεγάλο, συγκεντρωτικό και αδιαφανές κράτος που χρηματοδοτεί με διάφορους τρόπους ό,τι βολεύει συγκυριακά αυτούς που το διαχειρίζονται» («Οταν έφτασε η κρίση στον Τύπο», 28.6.2009).
Δεν γνωρίζουμε πόση είναι η επίδραση του μεγάλου κρατικού κορβανά στο δημοσκοπικό τοπίο. Δεν μετρήθηκε ποτέ ο τζίρος που κάνουν από το Δημόσιο. Ξέρουμε πάντως ότι υπάρχουν πολιτικές πιέσεις, που αποδίδουν, κάτι που παραδέχθηκαν οι δημοσκόποι μετά την αποτυχία του 2023 μιλώντας για το «μπούλινγκ» που δέχθηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ. Και τότε ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν απλώς αξιωματική αντιπολίτευση.
Σε μεγάλους χώρους που προστατεύονται με σκυλιά, οι ιδιοκτήτες πάντα βάζουν μαζί με τα μεγάλα και κάποια μικρά που λειτουργούν σαν συναγερμός. Ομως το πρόβλημα με το ΠΑΣΟΚ είναι ότι γαβγίζει σε λάθος δένδρο. Ο,τι παιγνίδι κι αν κάνουν μερικές εταιρείες, το ΠΑΣΟΚ ήταν τρίτο στις εκλογές του 2023. Δεν έδειξε να κάνει άλματα στην προτίμηση των ψηφοφόρων· στις ευρωεκλογές βρέθηκε πίσω από τον ΣΥΡΙΖΑ του Στέφανου Κασσελάκη. Επομένως, είναι πολύ λογικό να επανεμφανίζεται στη δεύτερη θέση ο Αλέξης Τσίπρας.
Ασχέτως πάντως από τη δίκαιη ή άδικη γκρίνια του ΠΑΣΟΚ, κάποια στιγμή πρέπει να συζητήσουμε πώς διαμορφώνεται το επικοινωνιακό μας τοπίο, διότι πάλι τα προβλήματα είναι μπροστά μας.
(Ο Πάσχος Μανδραβέλης είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Η Καθημερινή» της Κυριακής)

























