Η δολοφονία της Βασιλικής πριν από λίγες ημέρες προστίθεται σε έναν μακρύ, επώδυνο και διαρκώς διευρυνόμενο κατάλογο γυναικών που έχασαν τη ζωή τους επειδή ήταν γυναίκες. Μια ακόμη ζωή που αφαιρέθηκε βίαια. Μια ακόμη οικογένεια που βυθίστηκε στο πένθος. Μια ακόμη κοινωνία που δηλώνει συγκλονισμένη μπροστά σε ένα έγκλημα το οποίο, δυστυχώς, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί μεμονωμένο περιστατικό.
Για άλλη μία φορά τα μέσα ενημέρωσης αφιερώνουν αμέτρητες ώρες συζητήσεων, οι πολίτες εκφράζουν οργή και θλίψη, οι δημόσιες τοποθετήσεις πληθαίνουν. Ωστόσο, μετά από κάθε νέα γυναικοκτονία, το ουσιαστικό ερώτημα παραμένει αμείλικτο: γιατί εξακολουθούν να δολοφονούνται γυναίκες από συντρόφους, συζύγους ή πρώην συντρόφους τους; Γιατί η κοινωνία εξακολουθεί να μετρά νεκρές γυναίκες; Η απάντηση δεν μπορεί να περιοριστεί στην ατομική ευθύνη του δράστη, όσο αυτονόητη και αδιαπραγμάτευτη κι αν είναι αυτή. Οι γυναικοκτονίες δεν γεννιούνται στο κενό. Τροφοδοτούνται από ένα κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον που εξακολουθεί να αναπαράγει στερεότυπα, να ανέχεται σχέσεις κυριαρχίας και να αντιμετωπίζει τη γυναίκα ως κτήμα, ως προέκταση της ανδρικής εξουσίας ή ως αντικείμενο ελέγχου.
Η γυναικοκτονία δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Σπάνια αποτελεί μια στιγμιαία έκρηξη. Συνήθως είναι η τελευταία πράξη μιας μακράς αλυσίδας βίας: λεκτικών επιθέσεων, ψυχολογικής κακοποίησης, απειλών, εκφοβισμού, απομόνωσης, οικονομικού ελέγχου και συστηματικής υπονόμευσης της αυτονομίας της γυναίκας. Είναι η κορύφωση μιας πορείας που συχνά εξελίσσεται μπροστά στα μάτια συγγενών, φίλων, γειτόνων και θεσμών, χωρίς να αναγνωρίζεται έγκαιρα η επικινδυνότητά της. Γι’ αυτό και η συζήτηση για τις γυναικοκτονίες δεν αφορά μόνο τις γυναίκες. Αφορά ολόκληρη την κοινωνία. Αφορά τους άνδρες που επιλέγουν να μη σιωπούν απέναντι στον σεξισμό και στη βία. Αφορά τους/τις φίλους/ες και τις/τους συναδέλφισσες/ους που αναγνωρίζουν εγκαίρως τα σημάδια μιας κακοποιητικής συμπεριφοράς. Αφορά τους/τις γονείς που μεγαλώνουν αγόρια μαθαίνοντάς τους ότι ο σεβασμός δεν είναι αδυναμία και ότι η αγάπη δεν ταυτίζεται με την κατοχή. Αφορά τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τους χώρους εργασίας, τα μέσα ενημέρωσης και κάθε θεσμό που συμβάλλει στη διαμόρφωση κοινωνικών αντιλήψεων.
Η βία κατά των γυναικών συνιστά κατάφωρη παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι διεθνείς οργανισμοί επισημαίνουν εδώ και δεκαετίες ότι πρόκειται για ένα παγκόσμιο φαινόμενο που διαπερνά όλες τις κοινωνίες, ανεξαρτήτως οικονομικής ανάπτυξης, μορφωτικού επιπέδου, πολιτισμικής παράδοσης ή θρησκευτικής ταυτότητας. Η γυναικοκτονία αποτελεί την πιο ακραία έκφραση αυτής της βίας, την ορατή κορυφή ενός παγόβουνου που παραμένει σε μεγάλο βαθμό αθέατο. Στην Ελλάδα, έπειτα από τόσες χαμένες ζωές, δεν υπάρχει πλέον χώρος για υπεκφυγές και ωραιοποιήσεις. Οι γυναικοκτονίες δεν είναι «οικογενειακές τραγωδίες», ούτε «εγκλήματα πάθους», ούτε «δράματα της στιγμής». Πρόκειται για εγκλήματα έμφυλης βίας. Η Βασιλική δεν μπορεί να επιστρέψει. Μπορεί, όμως, να μας υποχρεώσει να μη συνηθίσουμε ποτέ την απώλεια των γυναικών ως μέρος της καθημερινότητας. Γιατί κάθε γυναικοκτονία που ξεχνιέται, προετοιμάζει το έδαφος για την επόμενη. Κάθε φορά που χρησιμοποιούνται εξωραϊστικοί όροι, συγκαλύπτεται η πραγματική φύση του προβλήματος και αποδυναμώνεται η κοινωνική συνείδηση γύρω από αυτό.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί και η επίμονη άρνηση της Πολιτείας να αναγνωρίσει ρητά τον όρο «γυναικοκτονία» στον Ποινικό Κώδικα. Ασφαλώς η αφαίρεση ανθρώπινης ζωής τιμωρείται ήδη αυστηρά από το ποινικό δίκαιο. Ωστόσο, η απουσία του όρου στερεί από την κοινωνία και τους θεσμούς τη δυνατότητα να αναδείξουν με σαφήνεια το έμφυλο κίνητρο που βρίσκεται πίσω από πολλές δολοφονίες γυναικών. Όταν η γυναικοκτονία παραμένει αόρατη ως ιδιαίτερη μορφή βίας, δυσκολότερα καταγράφεται, μελετάται και αντιμετωπίζεται ως διακριτό κοινωνικό φαινόμενο. Η ονομασία δεν είναι μια συμβολική λεπτομέρεια· είναι πράξη αναγνώρισης μιας πραγματικότητας που κοστίζει ζωές και προϋπόθεση για πιο στοχευμένες πολιτικές πρόληψης, προστασίας και ευαισθητοποίησης. Γιατί όπως έχω ήδη γράψει ό,τι δεν κατονομάζεται, συχνά αποσιωπάται· και ό,τι αποσιωπάται, δύσκολα αντιμετωπίζεται
Η μνήμη της Βασιλικής δεν πρέπει να μετατραπεί σε ακόμη έναν αριθμό σε μια στατιστική καταγραφή. Δεν πρέπει να χαθεί μέσα στον καταιγισμό της καθημερινής επικαιρότητας. Οφείλει να γίνει αφορμή για συλλογική αφύπνιση, κοινωνικό αναστοχασμό και ουσιαστική δράση. Η προστασία της ζωής και της αξιοπρέπειας των γυναικών δεν αποτελεί «γυναικείο ζήτημα». Είναι ζήτημα δημοκρατίας, ισότητας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κοινωνικής δικαιοσύνης. Γι’ αυτό και η παρουσία όλων μας στις δημόσιες κινητοποιήσεις έχει ιδιαίτερη σημασία. Όχι μόνο των γυναικών, αλλά και των ανδρών, των νέων ανθρώπων, των εργαζομένων, των οικογενειών, κάθε πολίτη που αρνείται να συμβιβαστεί με την κανονικοποίηση της βίας. Η κοινωνική πίεση παραμένει ο ισχυρότερος μοχλός για την ενίσχυση της πρόληψης, την αποτελεσματική προστασία των θυμάτων, τη στήριξη των επιζωσών και την ουσιαστική απονομή δικαιοσύνης.
Οι φεμινιστικές οργανώσεις καλούν σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας στις 9 Ιουνίου (Άγνωστος Στρατιώτης, 7μμ) στην Αθήνα. Η συμμετοχή δεν αποτελεί απλά μια πράξη αλληλεγγύης. Είναι μια δημόσια δέσμευση ότι δεν θα συνηθίσουμε τη βία, ότι δεν θα αποδεχθούμε τη σιωπή, ότι δεν θα επιτρέψουμε να συνεχιστεί η ατιμωρησία και η αδιαφορία. Είναι η δήλωση μιας κοινωνίας που διεκδικεί το αυτονόητο: να μπορεί κάθε γυναίκα να ζει ελεύθερη, ασφαλής και ισότιμη. Γιατί καμία γυναίκα δεν πρέπει να φοβάται για τη ζωή της. Γιατί καμία Βασιλική δεν πρέπει να χαθεί ξανά.
(Η Μαρία Γκασούκα είναι Ομότιμη Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αιγαίου-Μέλος Επιστημονικού Συμβουλίου Ινστιτούτου Αλέξης Τσίπρας)



























