Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη συνταγματική αναθεώρηση ως μια μεγάλη θεσμική μεταρρύθμιση. Ως μια ευκαιρία εκσυγχρονισμού του πολιτικού συστήματος.
Στην πραγματικότητα όμως συμβαίνει κάτι τελείως διαφορετικό. Η πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης του 2026 δεν αποτελεί την αρχή μιας νέας εποχής. Αποτελεί την τελευταία προσπάθεια αναπαλαίωσης της παλιάς Μεταπολίτευσης. Την τελευταία προσπάθεια διάσωσης ενός πολιτικού μοντέλου που έχει χάσει την κοινωνική, πολιτική και ηθική του νομιμοποίηση.
Πενήντα ένα χρόνια μετά το 1975, το πολιτικό σύστημα επιχειρεί να μπαλώσει τα λάθη του, να τα κρύψει κάτω από το χαλί, χωρίς να αναμετρηθεί με τις αποτυχίες του. Προσπαθεί να ενισχύσει τους μηχανισμούς του, χωρίς να εξετάσει γιατί οι πολίτες έχουν πάψει να το εμπιστεύονται. Προσπαθεί να αναθεωρήσει το Σύνταγμα, χωρίς να αξιολογήσει τους λόγους που οδήγησαν τη χώρα στη σημερινή παρακμή.
Η χρεοκοπία της Μεταπολίτευσης
Το πρώτο μεγάλο πρόβλημα είναι ότι η συζήτηση διεξάγεται σαν να συνεχίζεται ένα επιτυχημένο μοντέλο, που χρειάζεται ορισμένες διορθώσεις. Όμως, αυτό το πολιτικό σύστημα χρεοκόπησε τη χώρα. Αυτό το πολιτικό σύστημα οδήγησε την Ελλάδα στα μνημόνια, στη μαζική φτωχοποίηση, στη φυγή εκατοντάδων χιλιάδων νέων στο εξωτερικό και στη μεγαλύτερη οικονομική και κοινωνική κρίση της μεταπολεμικής της ιστορίας. Και όμως, ούτε μία από τις βαθύτερες αιτίες αυτής της χρεοκοπίας δεν βρίσκεται στο επίκεντρο της αναθεώρησης.
Δεν γίνεται καμία συζήτηση για την αδιαφάνεια. Δεν συζητείται η διαπλοκή οικονομικής, πολιτικής και επικοινωνιακής ισχύος. Δεν συζητείται η αδυναμία των θεσμών να ελέγξουν αποτελεσματικά την εξουσία. Δεν συζητείται η δομή ενός κράτους που συχνά λειτουργεί περισσότερο προς όφελος οργανωμένων συμφερόντων παρά προς όφελος της κοινωνίας.
Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι απουσιάζει εντελώς η συζήτηση για τη διαφθορά. Σύμφωνα με όλες σχεδόν τις μεγάλες έρευνες κοινής γνώμης των τελευταίων ετών, η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών θεωρεί ότι η διαφθορά κυριαρχεί στη δημόσια ζωή. Σε ορισμένες μετρήσεις το ποσοστό αυτό προσεγγίζει το σύνολο της κοινωνίας. Όταν μια κοινωνία θεωρεί σχεδόν καθολικά ότι η διαφθορά αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό του πολιτικού συστήματος, το πρόβλημα παύει να είναι μόνο ηθικό. Γίνεται βαθιά πολιτικό και θεσμικό.
Το ίδιο συμβαίνει και με το κράτος δικαίου. Για πρώτη φορά μετά την παλιά Μεταπολίτευση, η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από ζητήματα που παλαιότερα θεωρούνταν αδιανόητα. Η ανεξαρτησία των θεσμών. Η αποτελεσματικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών. Η ισονομία. Η ίση μεταχείριση των πολιτών απέναντι στην εξουσία. Η κρίση εμπιστοσύνης προς τη Δικαιοσύνη έχει φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα. Η δυσπιστία προς τους θεσμούς έχει γίνει σχεδόν καθολική. Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αμφισβητεί πλέον την ικανότητα του κράτους να λειτουργεί ως ουδέτερος εγγυητής του δημόσιου συμφέροντος. Αυτή είναι η πραγματική θεσμική κρίση της εποχής μας. Κι όμως, η πρόταση αναθεώρησης συμπεριφέρεται σαν να πρόκειται για μια δευτερεύουσα λεπτομέρεια. Για πρώτη φορά μετά από μισό αιώνα, διακύβευμα των επόμενων εκλογών είναι η Δημοκρατία και η Δικαιοσύνη.
Η κυριαρχία της μειοψηφίας
Η πρόταση για αναθεώρηση του Συντάγματος αποφεύγει, επίσης, να αγγίξει το αξιακά σημαντικότερο πολιτικό πρόβλημα της χώρας. Τη σταδιακή μετατροπή της Δημοκρατίας σε ένα σύστημα διακυβέρνησης που καθορίζεται από μια μειοψηφία. Τυπικά οι εκλογές φαίνεται να διεξάγονται κανονικά. Οι κυβερνήσεις φαίνεται να εκλέγονται νόμιμα. Το κοινοβουλευτικό σύστημα φαίνεται να λειτουργεί. Ουσιαστικά όμως, ολοένα μικρότερο τμήμα της κοινωνίας συμμετέχει στις διαδικασίες που παράγουν πολιτική. Η αποχή αυξάνεται. Η εμπιστοσύνη μειώνεται. Η συμμετοχή συρρικνώνεται. Κι όμως, αντί να αναζητηθούν τρόποι ώστε να επιστρέψει η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία στη Δημοκρατία, η συζήτηση περιορίζεται στον τρόπο με τον οποίο θα συνεχίσει να λειτουργεί το ίδιο σύστημα με ακόμη μικρότερη συμμετοχή.
Αυτή είναι ίσως η πιο ανησυχητική παραδοχή αυτής της προσπάθειας αναθεώρησης. Ότι η απουσία της πλειοψηφίας αντιμετωπίζεται ως μία φυσιολογική κατάσταση. Ότι αρκεί μια οργανωμένη εκλογική μειοψηφία για να κυβερνά επ' αόριστον. Ότι η στρατηγική των κομμάτων εστιάζεται πλέον μόνο στη συσπείρωση ενός εκλογικού πυρήνα αρκετού για την κατάκτηση της εξουσίας. Αυτή είναι η σύγχρονη πολιτική κανονικότητα.
Η κυβέρνηση δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για την επιστροφή των πολιτών στη Δημοκρατία. Ενδιαφέρεται να διατηρήσει την εκλογική βάση που της επιτρέπει να κυβερνά. Δεν αναζητά τρόπους να εντάξει ξανά την κοινωνική πλειοψηφία στη λήψη αποφάσεων. Δεν αναζητά τρόπους αναδιανομής της πολιτικής ισχύος. Δεν αναζητά νέες μορφές συμμετοχής. Δεν αναζητά νέες μορφές δημοκρατικού ελέγχου. Αναζητά τρόπους ώστε το υπάρχον σύστημα να συνεχίσει να λειτουργεί παρά τη διαρκή απομάκρυνση της κοινωνίας από αυτό.
Η συζήτηση που δεν γίνεται
Η πρόταση αναθεώρησης μοιάζει περισσότερο με πράξη αυτοσυντήρησης παρά με πράξη δημοκρατικής αναγέννησης. Το πολιτικό σύστημα της παλιάς Μεταπολίτευσης αντιλαμβάνεται ότι κλείνει τον ιστορικό του κύκλο. Αντιλαμβάνεται ότι η κρίση εμπιστοσύνης βαθαίνει. Αντιλαμβάνεται ότι η κοινωνική νομιμοποίηση φθίνει. Αντιλαμβάνεται ότι η σχέση πολιτών και εξουσίας έχει τραυματιστεί.
Αντί όμως να ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση για τα αίτια της χρεοκοπίας, για τη διαφθορά, για το κράτος δικαίου, για τη διακυβέρνηση της μειοψηφίας και για την επανίδρυση της Δημοκρατίας, επιχειρεί μια ακόμη τεχνική προσαρμογή.
Η ουσία αυτής της αναθεώρησης δεν βρίσκεται στα όσα περιλαμβάνει. Βρίσκεται σε όσα αποφεύγει. Στη συζήτηση που δεν γίνεται.
Η Ελλάδα του 2026 δεν χρειάζεται άλλη μία αναθεώρηση της παλιάς Μεταπολίτευσης.
Χρειάζεται να ανοίξει η συζήτηση για την αποκατάσταση του κράτους δικαίου. Για τον περιορισμό της διαφθοράς. Για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς. Για τον τρόπο που η εξουσία θα επιστρέψει στους πολίτες. Η κυβέρνηση συζητά την πέμπτη αναθεώρηση του ίδιου πολιτικού μοντέλου. Η κοινωνία αναζητά ήδη τη Νέα Μεταπολίτευση.





























