Συμπληρώνονται 59 χρόνια από την εγκαθίδρυση της επτάχρονης δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967.
Οι αιτίες που οδήγησαν στη δικτατορία βρίσκονται στο μετεμφυλιακό πολιτικό σύστημα που διαμορφώθηκε μετά το 1946 και που συντηρούσαν όλες οι κυβερνήσεις της Δεξιάς, της Ένωσης Κέντρου και των «αποστατών» αργότερα.
Το Σύνταγμα που ίσχυε από το 1952 έδινε το δικαίωμα στο βασιλιά να αναλάβει πρωτοβουλία για εκτροπή από τον κοινοβουλευτισμό, μετά από πρόταση του υπουργικού συμβουλίου.
Μέχρι το 1962 τα «έκτακτα μέτρα» δικαιολογούνταν στο όνομα της «ανταρσίας των κομμουνιστοσυμμοριτών».
Οι εκσυγχρονισμοί που επιχειρήθηκαν από τις κυβερνήσεις Κ. Καραμανλή, Γ. Παπανδρέου αφορούσαν κύρια τον έλεγχο του στρατού. Οι προσπάθειες αυτές όξυναν τις αντιθέσεις μεταξύ κυβέρνησης και Βασιλείας.
Η δικτατορία των συνταγματαρχών γεννήθηκε μέσα από την κρίση του αστικού πολιτικού συστήματος με το πρόσχημα εξόδου από αυτή και σκοπό τη δημιουργία ενός «υγιούς» πολιτικού συστήματος, σαφώς αντικομμουνιστικού, με πυλώνα την Δεξιά και με κατοχυρωμένο ρόλο του Στρατού στις πολιτικές εξελίξεις.
Ο αμερικανικός παράγοντας (Πεντάγωνο, Στέιτ Ντιπάρτμεντ, CIA) είχε γνώση ότι ετοιμαζόταν κάποιο πραξικόπημα είτε των στρατηγών είτε του βασιλιά και οι πραξικοπηματίες είχαν την ανοχή αν όχι την στήριξή τους. Οι λόγοι εκείνη την εποχή είχαν να κάνουν με τη γενικότερη στάση των ΗΠΑ παγκόσμια, όπως εξάλλου εκφράστηκε και σε άλλες χώρες (πραξικοπήματα στη Λατινική Αμερική, απόπειρα στην Ιταλία, πόλεμος Βιετνάμ).
Αντίθετα υπήρξαν ισχυρές αντιδράσεις στους ευρωπαϊκούς κύκλους οι οποίοι προκάλεσαν την αποπομπή της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης.
Το στρατιωτικό πραξικόπημα δεν συνάντησε άμεση λαϊκή αντίδραση τουλάχιστον μέχρι το 1972 αν και δεν μπόρεσε να αποκτήσει λαϊκό έρεισμα.
Η χούντα στηρίχτηκε πιο φανερά από το εφοπλιστικό κεφάλαιο, στο οποίο ανταπέδωσε με φοροελαφρύνσεις. Προσεταιρίστηκε επίσης τμήματα της εργατικής και αγροτικής τάξης με στεγαστικά προγράμματα και παραγραφή χρεών.
Το μεγαλύτερο μέρος του λαού παρά το ότι ήταν αντίθετο με την χούντα, στη πρώτη περίοδο κράτησε παθητική στάση και δεν πήρε μέρος μαζικά στην αντιδικτατορική πάλη.
Κύρια αιτία της αδράνειας ήταν η προδικτατορική φοβία των αστικών κομμάτων απέναντι στην ανάδειξη ριζοσπαστικών δυνάμεων και η διάλυση των οργανώσεων του ΚΚΕ το 1958.
Τον Μάιο του 1973 καταπνίγηκε το κίνημα του Ναυτικού και το αντιτορπιλικό «ΒΕΛΟΣ» κατέφυγε στην Ιταλία. Συνελήφθησαν 127 αξιωματικοί σύμφωνα με στοιχεία του αξιωματικού του Ναυτικού Α. Κακαρά (‘’Οι Έλληνες στρατιωτικοί’’).
Σημείο στροφής αποτέλεσε η αυθόρμητη αρχικά εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973, η οποία πήρε μαζική μορφή και παράκαμψε τους σχεδιασμούς της χούντας για ‘’φιλελευθεροποίηση’’ σε συνεργασία με αστικές δυνάμεις.
Η αντιδικτατορική δράση οδήγησε σε βασανισμούς, εξορίες και θανάτους. Εκδηλώθηκε με ηρωικές δράσεις όπως του Παναγούλη, του κομμουνιστή Κ. Κάππου ή αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων, όπως οι Μουστακλής, Παππάς, Μήνης, Βαρδάνης κ.α.
Η κατάληξη ήρθε μετά την τραγωδία στην Κύπρο, με την αποκατάσταση της κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας.
Η υποτιθέμενη «εθνική κυβέρνηση» της χούντας κατέρρευσε από τα λάθη στη διαχείριση του Κυπριακού και την δουλική εναπόθεση των εθνικών θεμάτων στις ΗΠΑ, οι οποίες προφανώς εξυπηρετούσαν τα δικά τους γεωπολιτικά συμφέροντα στην περιοχή και έδιναν προτεραιότητα στις σχέσεις με την Τουρκία.
Το κλίμα που εξέθρεψε τις συνομωσίες των πραξικοπηματιών δεν ήταν ούτε τα φασιστικά ιδεώδη της εποχής του μεσοπολέμου ούτε ο εθνικισμός. Τα πρώτα δεν τα ήξεραν και το δεύτερο το φοβούνταν μετά την Μικρασιατική καταστροφή ενώ δεν συμμετείχαν στην Εθνική Αντίσταση όπως πολλοί άλλοι πατριώτες συνάδελφοί τους.
Οι 2.500 περίπου αξιωματικοί που στελέχωναν τον ΙΔΕΑ (Ιερό Δεσμό Ελλήνων Αξιωματικών) μετά τον Οκτώβρη του 1944, δεν ξεκίνησαν με ιδεολογικό υπόβαθρο όπως ο φασισμός του Μουσολίνι ή ο πιο στέρεος εθνικοσοσιαλισμός των ναζί.
Είχαν σαν βάση ένα Esprit de Corps κατασκευασμένο μετά το αποτυχημένο βενιζελικό πραξικόπημα του 1935 που συνένωνε τους μόνιμους αξιωματικούς της Σχολής Ευελπίδων απέναντι στις άλλες κατηγορίες των αξιωματικών. Οι διαιρέσεις αυτές είχαν προκαλέσει σειρά κινημάτων στη διάρκεια του Μεσοπολέμου.
Η αντίληψη αυτή προκάλεσε την ένταξη πολλών αξιωματικών στην κυβέρνηση Τσολάκογλου.
Οι περισσότεροι αξιωματικοί του ΙΔΕΑ είχαν μείνει στη διάρκεια της κατοχής είτε στις κατοχικές κυβερνήσεις είτε στα Τάγματα Ασφαλείας που συνεργάστηκαν με τους κατακτητές. Δεν πήγαν ούτε στο ‘’βουνό’’ ούτε στη Μ. Ανατολή. Έτσι εδραίωσαν την ιδεολογική τους ασπίδα απέναντι στον ΕΛΑΣ και αργότερα στον Εμφύλιο και στον πόλεμο της Κορέας.
Ο ‘’βαθύς’’ αντικομμουνισμός σαν ιδεολογική κατεύθυνση έδωσε τη βάση για οργάνωση ενός παρακρατικού παράλληλου οργανισμού διοίκησης του Στρατού που αποτέλεσε και την κινητήρια δύναμη για το πραξικόπημα της 21/4/67.
Η αντίληψη του ΙΔΕΑ ήταν η ταύτιση του στρατού με το «έθνος» και η πλήρης ανεξαρτησία του από την πολιτική που την θεωρούσαν υποδεέστερη, φαύλη κλπ.
Συμπερασματικά, τρεις αντιλήψεις κυριαρχούσαν στους μόνιμους στρατιωτικούς που ακολούθησαν τον ΙΔΕΑ:
· Η συντεχνιακή αντίληψη του «ανήκειν» σε ένα Σώμα (‘’πνεύμα τάξης’’ φοίτησης στη Σχολή ή αλλιώς Esprit de Corps),
· Ο αντικομμουνισμός,
· Η απέχθεια απέναντι στους πολιτικούς.
Οι πραξικοπηματίες της 21ης Απριλίου εφάρμοσαν το συνταχθέν από χρόνια σχέδιο ‘’ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ’’ για την κατάλυση των θεσμών.
Οι δικτάτορες αιτιολόγησαν την επιβολή της δικτατορίας με τον «κομμουνιστικό κίνδυνο» που απειλούσε την Ελλάδα. Βεβαίως, άμεσος «κομμουνιστικός κίνδυνος» δεν υπήρχε, κάτι που εξάλλου ομολογήθηκε από τον επικεφαλής του πραξικοπήματος στην πολύκροτη συνέντευξή του προς τον Βρεττανό δημοσιογράφο σερ Χιου Γκρην: "η Δημοκρατία στην Ελλάδα δεν διέτρεχε κανέναν άμεσο κίνδυνο από τις δραστηριότητες των κομμουνιστών"».
Οι βαθύτερες αιτίες που οδήγησαν στη στρατιωτική δικτατορία της 21.4.1967 πρέπει να αναζητηθούν πρωταρχικά στις οξυμένες αντιθέσεις σε ολόκληρο το πλέγμα του αστικού κράτους.
Η αστάθεια, η δυσπιστία απέναντι στο Παλάτι και η ενίσχυση του ρόλου του Ανδρέα Παπανδρέου πολλαπλασίασαν τους φόβους της συντηρητικής ελίτ και των παρασκηνιακών κέντρων εξουσίας.
Ο στρατός στη διάρκεια της δικτατορίας εκτελούσε αποκλειστικά καθήκοντα ‘’φρουρού’’ του καθεστώτος. Πάνω από 500 άρματα βρίσκονταν στο Γουδί. Η μεραρχία αποσύρθηκε από την Κύπρο. Η κρίση του Κυπριακού βρήκε την Κύπρο απροστάτευτη αλλά και τον Έβρο και τα νησιά του Αιγαίου με ελάχιστη στρατιωτική παρουσία.
Μετά την κατάρρευση της δικτατορίας αποστρατεύθηκαν ελάχιστα στελέχη που είχαν κεντρικό ρόλο, ιδιαίτερα του κυκλώματος Ιωαννίδη.
Οι κυρίαρχες αντιλήψεις της εποχής της χούντας διατηρήθηκαν για ένα μεγάλο διάστημα και απόδειξη αποτελεί το «πραξικόπημα της πυτζάμας» αλλά και παρασκηνιακές κινήσεις που δεν βγήκαν στη δημοσιότητα.
Η διαδικασία εκδημοκρατισμού δεν ολοκληρώθηκε γιατί η Δεξιά χρειαζόταν στελέχη χρήσιμα γι αυτήν και σε αυτή την κατηγορία δεν ήθελε να διαλέξει από τους λίγους δημοκρατικούς αξιωματικούς.
Οι σημερινοί θιασώτες της χούντας κρύβουν την αποδυνάμωση της κυριαρχίας της χώρας στη διάρκεια της δικτατορίας, ακριβώς στα εθνικά θέματα που υποτίθεται θα έδιναν προτεραιότητα.
Σήμερα μπορεί να μην υπάρχουν θύλακες χουντικών και συνωμοσίες τύπου ΙΔΕΑ στις ένοπλες δυνάμεις αλλά υφέρπουν ακροδεξιές αντιλήψεις που συνδέονται με συνωμοσιολογίες, αδιαφορία για τις συλλογικές δράσεις, άκρατη θρησκοληψία και απέχθεια για τον κοινοβουλευτισμό.
Η Ακροδεξιά όταν δεν μπορεί να σταθεί αυτόνομα, ειδικά στην Ελλάδα όπου υπάρχουν ακόμη μνήμες, διεισδύει μέσω της Δεξιάς και αποτελεί τον «επιταχυντή» που σπρώχνει τα πράγματα δεξιότερα.
Δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς τη στήριξη του μεγάλου κεφαλαίου, στο οποίο είναι δήθεν απέναντι αλλά τα συμφέροντα του οποίου εξυπηρετεί τελικά.
Είναι η ‘’αιχμή του δόρατος’’ που κάνει τη «βρώμικη» δουλειά της Δεξιάς και του συστήματος όταν αυτό βρίσκεται σε κρίση ή κινδυνεύει από το λαϊκό κίνημα.
Όπως έλεγε το 1939 ο Γερμανός φιλόσοφος Χορκχάιμερ: «Ο φασισμός δεν είναι παρά το προηγούμενο αστικό καθεστώς, χωρίς τις αναστολές του».
Οι σημερινοί φοβισμένοι και ανασφαλείς άνθρωποι εύκολα πέφτουν θύματά της.
Το σημερινό κυρίαρχο σύστημα έπαψε να κρατάει εφεδρεία την Ακροδεξιά. Την αγκαλιάζει με το πρόσχημα της εξουδετέρωσης και στην πράξη την ακολουθεί κατά πόδας. Αυτό συμβαίνει στην Αμερική αλλά και στην Ευρώπη και στην Ελλάδα. Την έβγαλε εμπροσθοφυλακή για να φοβίζει και να υλοποιεί απροκάλυπτα πολιτικές που το εξυπηρετούν.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ταύτισης ακροδεξιάς πολιτικής και ιμπεριαλιστικής (αρπακτικής) πολιτικής είναι η σημερινή αμερικανική πολιτική, όπως υλοποιείται από τον Τραμπ. Αρπάζει πετρέλαια και πλούτο από αδύναμες χώρες, εφαρμόζει ακροδεξιά πολιτική στο εσωτερικό της Αμερικής και μάλιστα προσπαθεί να κάνει εξαγωγή αυτών των ιδεών στην Ευρώπη.
Το ατύχημα είναι ότι οι μνήμες των Παγκοσμίων Πολέμων και της δικτατορίας εξασθενούν και δεν θα αποτελούν για πάντα «προστατευτικό φράχτη».
Πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας τα λόγια του παραπάνω φιλοσόφου: «Όποιος δε μιλά για καπιταλισμό, δεν μπορεί να μιλήσει για φασισμό».
Πρέπει να βλέπουμε τις αιτίες που γεννούν τις καθαυτές δικτατορίες ή τις Δημοκρατίες με «προσωπείο», ποιοι τις υποστηρίζουν και για ποιο λόγο υπάρχουν.
(Ο Νίκος Τόσκας είναι υποστράτηγος ε.α. και πρώην υπουργός)




























